Μέρος του ερευνητικού της έργου με τίτλο «Βρετανικά στρατόπεδα κράτησης Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος στην Κύπρο 1946-1949: Μαρτυρίες Κυπρίων» παρουσίασε στις 16 Ιουλίου στη Λευκωσία (πολιτιστικό ίδρυμα «ARTos») η Επιστημονική Συνεργάτιδα του έργου Ευαγγελία Ματθοπούλου διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Την εκδήλωση που συντόνισε ο εκπαιδευτικός Αντώνης Αντωνίου, οργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλίας Κύπρου-Ισραήλ σε συνεργασία με την πρεσβεία του Ισραήλ.

Μια επιστημονική αρχειακή συλλογή

Αυτή η επίπονη και μακρόχρονη εργασία της συλλογής μαρτυριών άρχισε το 2017 και τέλειωσε το 2025. Όπως είπε η δρ Ματθοπούλου «το 2017 η πρεσβεία του Ισραήλ ανέθεσε την εμπειρογνωμοσύνη της υλοποίησης του έργου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου στο πλαίσιο του Προγράμματος Εβραϊκών Σπουδών. Ως επιστημονική συνεργάτιδα ανέλαβα την επιστημονική ευθύνη και πρακτική υλοποίηση του προγράμματος. Βασική επιδίωξη του προγράμματος ήταν η δημιουργία μιας επιστημονικής αρχειακής συλλογής η οποία να διασώζει και να αναδεικνύει αποκλειστικά την κυπριακή εμπειρία, να προσφέρει μια νέα οπτική στην ιστορία της κράτησης 52 χιλιάδων Εβραίων στα βρετανικά στρατόπεδα στην Αμμόχωστο, τη Ξυλοτύμπου και τη Δεκέλεια».

Κατά την παρουσίαση προβλήθηκαν επιλεγμένα αποσπάσματα συνεντεύξεων που ανέδειξαν ιστορίες ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και θάρρους. Οι μαρτυρίες καταγράφουν για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τα δίκτυα Κυπρίων που βοήθησαν Εβραίους κρατουμένους, καθώς και τις προσωπικές εμπειρίες των οικογενειών που διατήρησαν ζωντανή αυτή τη μνήμη επί δεκαετίες.

Όπως ανέφερε σε σύντομη προσφώνηση του ο πρέσβης του Ισραήλ στη Λευκωσία Oren Anolik «το εγχείρημα αυτό ξεκίνησε  πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, με το όραμα της τότε πρέσβειρας του Ισραήλ στην Κύπρο Yael Ravia-Zadok  και αποσκοπούσε στη διαφύλαξη ενός μοναδικού κεφαλαίου της κοινής ιστορίας Κύπρου και Ισραήλ. Μέσω της καταγραφής αυτών των αναμνήσεων – πρόσθεσε – θέλαμε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα χάνονταν και επιπλέον επιδιώκαμε τη δημιουργία ενός ψηφιακού αρχείου που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν στο μέλλον ερευνητές, φοιτητές και το ευρύ κοινό. Το ερευνητικό αρχείο αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη για τη μελλοντική ιστορική έρευνα και εκπαίδευση, ενώ επόμενος στόχος είναι η φιλοξενία της συλλογής σε ψηφιακό αποθετήριο ανοικτής πρόσβασης, ώστε το υλικό να είναι διαθέσιμο σε όλους».

Σύντομο χαιρετισμό στην εκδήλωση απηύθυνε και η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλίας Κύπρου-Ισραήλ Αίγλη Τούμπα που τόνισε ότι «η συλλογή μαρτυριών για τα βρετανικά στρατόπεδα κράτησης Εβραίων προσφύγων στην Κύπρο την περίοδο 1946-1949 αποτέλεσε επιτακτική ανάγκη την οποία ο Σύνδεσμος είχε εντοπίσει εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν αναγκαίο – πρόσθεσε – να καταγραφεί αυτή η σημαντική και  σε μεγάλο βαθμό άγνωστη πτυχή της κοινής ιστορίας των δύο λαών μας, που δεν διδάχθηκε στα σχολεία και παρέμεινε για πολλά χρόνια στο περιθώριο της ιστορικής μνήμης». Σημειώνουμε ότι τον συντονισμό του ερευνητικού έργου είχε εξ αρχής η Μαρία Χατζηγεωργίου επικεφαλής Δημόσιας Διπλωματίας της πρεσβείας του Ισραήλ. Σημαντική ήταν και η συμβολή της Shoham (Cyprus) Ltd στην ολοκλήρωση του έργου.

Προσωπικές μνήμες και απόψεις

Όπως ανέφερε η δρ Ευαγγελία Ματθοπούλου οι βιντεοσκοπήσεις καταγραφής των μαρτυριών πραγματοποιήθηκαν σε πέντε διαφορετικές τοποθεσίες στη Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό, Ξυλοτύμπου και Δερύνεια. Στη συλλογή περιλαμβάνονται 20 βιντεοσκοπημένες μαρτυρίες, με συνολικά 23 Κυπρίους να μοιράζονται τις αφηγήσεις τους. Δέκα από τις μαρτυρίες αφορούν την εμπειρία των Δερυνειωτών σε σχέση με τα στρατόπεδα του Καράολου στην Αμμόχωστο, επτά μαρτυρίες αποτυπώνουν τις αφηγήσεις Αμμοχωστιανών, ενώ τρεις καταγράφουν την εμπειρία των κατοίκων της Ξυλοτύμπου. Όπως είπε «οι βιντεοσκοπήσεις μπορεί να διαρκούν από μερικές ώρες, μέχρι και μέρες, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και χρονοβόρο, ιδίως εάν εκτελείται από μια πολύ μικρή ομάδα. Στο τελευταίο στάδιο του προγράμματος δαπανήθηκαν πολλές εργατο-ώρες για το μοντάζ, το καλό αποτέλεσμα της εικόνας και του ήχου, την ακριβή μεταγραφή της μαρτυρίας σε κείμενο και τη διερμηνεία στα αγγλικά».

Σύμφωνα με τη δρα Ματθοπούλου «η ιστορία των βρετανικών στρατοπέδων κράτησης Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος δεν ήταν απλά ένα κεφάλαιο της εβραϊκής ή της πρώιμης ιστορίας του κράτους του Ισραήλ το οποίο εκτυλισσόταν πίσω από ένα ασφυκτικά κλειστό συρματόμπλεγμα. Αντίθετα τεκμηριώνεται ότι ήταν ένα ιστορικό κεφάλαιο που διαδραματιζόταν τόσο εντός, όσο και εκτός των στρατοπέδων και στο οποίο οι Κύπριοι είχαν κρίσιμη συμβολή. Από την πλευρά του επιστήμονα η διαφύλαξη της μνήμης δεν είναι απλώς μια πράξη καταγραφής, αλλά πράξη ευθύνης απέναντι στην ιστορική αλήθεια και απέναντι σε όσους μας εμπιστεύτηκαν τις προσωπικές τους μνήμες και απόψεις».

Ιστορικό πλαίσιο και…2200 παιδιά

Σημειώνουμε ότι το ιστορικό πλαίσιο της έρευνας αφορά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν επιζώντες του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κατευθύνθηκαν από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες στην Παλαιστίνη, τη γη των πατέρων τους, το Eretz Israel. Η Παλαιστίνη εκείνη την περίοδο ήταν υπό Βρετανική Εντολή και συνεπώς ήταν σχεδόν μη προσβάσιμη για τους Εβραίους μετανάστες. Το Βρετανικό Ναυτικό επέβαλε πλήρη αποκλεισμό και έτσι μεταξύ Αυγούστου 1946 και Μαΐου 1948, 39 πλοία φορτωμένα μετανάστες που αποπειράθηκαν να σπάσουν τον αποκλεισμό, καταλήφθηκαν και οι πρόσφυγες στάλθηκαν στην Κύπρο, όπου στήθηκαν δώδεκα στρατόπεδα ή «κάμποι» κράτησης για να τους «φιλοξενήσουν» – πέντε «καλοκαιρινοί» κάμποι στην περιοχή Καράολου Αμμοχώστου που αποτελούντο κυρίως από αντίσκηνα και επτά «χειμερινοί» στη Δεκέλεια και την Ξυλοτύμπου, που αποτελούντο από τις γνωστές στους παλαιότερους προκατασκευασμένες παράγκες Nissen Huts φτιαγμένες από ημικυλινδρική επιφάνεια αυλακωτού ατσαλιού. Κατά την περίοδο αυτή, περίπου 52 χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες έζησαν στα βρετανικά στρατόπεδα μέχρι τον Φεβρουάριο 1949 που έκλεισαν οριστικά και οι τελευταίοι κρατούμενοι έφυγαν για το νεοσυσταθέν κράτος του Ισραήλ.

Για δυόμισι χρόνια, από το καλοκαίρι 1946 μέχρι τις αρχές 1949 γεννήθηκαν στους «κάμπους» 2200 παιδιά κρατουμένων ανδρών και γυναικών που δημιούργησαν σχέσεις και παντρεύτηκαν μέσα στα αντίσκηνα και τις παράγκες των στρατοπέδων. Οι περισσότερες γεννήσεις έγιναν στο BMH, το βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο στη Λευκωσία.

Ο ρόλος – κλειδί του Πρόδρομου Παπαβασιλείου

«Ο Κύπριος που διαδραμάτισε ρόλο-κλειδί στο εβραϊκό ζήτημα της Κύπρου, ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα της Αμμοχώστου, ο Πρόδρομος Παπαβασιλείου», ανέφερε η δρ Ευαγγελία Ματθοπούλου. Στη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσιάστηκε βιντεοσκοπημένη μαρτυρία της θυγατέρας του Λίνας Παπαβασιλείου, ενώ σύντομη αναφορά στον πατέρα του έκανε από το βήμα της εκδήλωσης και ο γιος του Χριστάκης Παπαβασιλείου. «Χάρη στις διασυνδέσεις του με τους Εβραίους από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου υπηρέτησε ως εθελοντής στο Κυπριακό Σύνταγμα, είχε την πρώτη άμεση και τακτική επικοινωνία με τις οργανώσεις των Εβραίων μέσα στα στρατόπεδα», είπε η δρ Ματθοπούλου προσθέτοντας ότι «ο Παπαβασιλείου παρουσιάζεται να έχει παρουσία άλλοτε στο λιμάνι, άλλοτε εντός των στρατοπέδων και άλλοτε στο – εκτελωνιστικό και ναυτιλιακό – γραφείο του στο Βαρώσι. Έχει επαφές με την αποικιακή διοίκηση, με τη διοίκηση των στρατοπέδων, με τις τοπικές αρχές της πόλης των Βαρωσίων, με τη μικρή κοινότητα των Εβραίων της Αμμοχώστου, όσο και με την εβραϊκή επιτροπή εντός των στρατοπέδων. Ο Παπαβασιλείου (σ. σ. τότε δημοτικός σύμβουλος του ΑΚΕΛ), ήταν το άτομο το οποίο ενεργοποίησε το δίκτυο αλληλεγγύης μέσα από τους κύκλους των συντεχνιών στην Αμμόχωστο. Σήμερα έχουμε συλλέξει μαρτυρίες ότι χάρη στη δική του προσωπικότητα, πρόσφεραν βοήθεια άτομα προσκείμενα στην Αριστερά, αλλά και φίλοι του που μάλλον πρόσκειντο στη Δεξιά».

Στην εκδήλωση παρουσιάστηκε μεταξύ άλλων μαρτυρία από τον Μάριο Νικολάου για τον πατέρα του Νίκο Νικολάου μέλος οικογένειας ψαράδων της Αμμοχώστου που οργάνωνε τη διαφυγή Εβραίων από το  Όξω Νησί. Σε ό,τι αφορά την Αμμόχωστο ακούστηκαν επίσης μαρτυρίες και από τους Ειρηνούλα Ρωσσίδου-Λοΐζου και Πέτρο Κυθρεώτη. Η ερευνήτρια ανέφερε ότι «οι Δερυνειώτες διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στις μυστικές διαδρομές» και ενδεικτικές μαρτυρίες ακούστηκαν από τα αδέλφια Αντώνη και Γιαννούλα Κατσαντώνη, τον Γιώργο Γιώρκαλλο και τον Παναγιώτη Πλατή. Οι αδελφές Σταυρούλα Βασιλείου και Μαρούλα Γιασεμή επίσης από τη Δερύνεια,  έδωσαν τη δική τους μαρτυρία «για τον καθοριστικό ρόλο της Κύπριας γυναίκας που λειτούργησε ως άτυπη «τροφός» των Εβραίων δραπετών και η συμβολή της, παρόλο που δεν ήταν θεαματική, ήταν ουσιαστική», όπως παρατήρησε η δρ Ματθοπούλου.

Από τη Ξυλοτύμπου καταγράφηκε μαρτυρία του Χαμπή Παπαπαναγιώτου τοπικού στελέχους της Αριστεράς, σε αφήγηση του γαμπρού του Ανδρέα Μωυσέως. Επίσης παρουσιάστηκε μαρτυρία από την Πόλυ Σπύρου μέλος του κοινοτικού συμβουλίου Ξυλοτύμπου, αφού όπως είπε η δρ Ματθοπούλου, «στο έργο εντάξαμε και μαρτυρίες από άτομα που έχουν ασχοληθεί επισταμένα με την ιστορία της κοινότητάς τους και είχαν συνομιλήσει παλαιότερα με ανθρώπους που είχαν άμεση εμπειρία από τα στρατόπεδα».

Η πρώτη και η δεύτερη γενιά

«Ο κύριος στόχος του έργου – είπε η δρ Ματθοπούλου –  ήταν να καταγράψει και να διασώσει τις μνήμες Κυπρίων που έζησαν κοντά στα κέντρα κράτησης, να αναδείξει άγνωστες ή ελάχιστα τεκμηριωμένες πράξεις αλληλεγγύης προς Εβραίους κρατουμένους, όπως αυτές διασώθηκαν στην κυπριακή συλλογική μνήμη, να διαφυλάξει την κυπριακή οπτική για ένα ιστορικό γεγονός που συνήθως παρουσιάζεται μόνο μέσα από ιστορικά αρχεία ή τον Τύπο της περιόδου, να συμβάλει στη δημόσια ιστορία μέσα από την καταγραφή και διατήρηση της μικροϊστορίας των τοπικών κοινοτήτων πέριξ των στρατοπέδων». Η εναρκτήρια μαρτυρία είναι της Αναστασίας Τσαγγάρη από τη Ξυλοτύμπου, που όπως είπε η δρ Ματθοπούλου, καταγράφηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2017. Είναι από τις πρώτες μαρτυρίες που βιντεοσκοπήθηκε στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος, ενώ κάποιους μήνες αργότερα η Αναστασία Τσαγγάρη απεβίωσε.

Χαμογελούν οι νεαροί Εβραίοι παρά τις άθλιες συνθήκες κράτησης στην Κύπρο.

Ανέφερε ότι «όταν ξεκίνησε η υλοποίηση του προγράμματος, δεν υπήρχαν περιθώρια καθυστέρησης. Ήδη η πρώτη γενιά, αυτή των πρωταγωνιστών, είχε σχεδόν φύγει. Κάποιοι  μας μίλησαν πριν φύγουν από τη ζωή και κάποιοι που ήδη είχαν φύγει προτού ξεκινήσει το έργο, άφησαν τέτοιο πλούτο στοιχείων που η επόμενη γενιά, αυτή των παιδιών τους, μπόρεσε να παραθέσει στην έρευνα. Προκειμένου να διαφυλαχθεί η μνήμη από την πλευρά των Κυπρίων, οφείλαμε να κινηθούμε άμεσα για τη διάσωση της, έστω μέσα από τη δεύτερη γενιά. Χωρίς την προσπάθεια αυτή, δεν θα υπήρχε σήμερα τόσο ζωντανή η προσωπική μαρτυρία της Αναστασίας Τσαγγάρη για τη βοήθεια του συζύγου της Κωστάκη Τσαγγάρη στους Εβραίους κρατουμένους των στρατοπέδων της Ξυλοτύμπου».

Η φωνή εκείνων που μένουν στο περιθώριο

Η Ευαγγελία Ματθοπούλου επεσήμανε ότι «μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες αναδύεται μια ιστορική εμπειρία που δεν εκφράζεται από την ελίτ, αλλά από τον απλό μέσο Κύπριο που στήριξε, συχνά αθόρυβα, κρίσιμες αποστολές. Ένα βασικό ερώτημα το οποίο θέσαμε στους συμμετέχοντες, ήταν να εξηγήσουν τα κίνητρα αυτών των ανθρώπων. Για κάποιους η δράση τους πήγαζε από βαθύ ανθρωπιστικό αίσθημα, για άλλους από έντονο αντι-αποικιακό κίνητρο. Υπήρχαν επίσης εκείνοι που απλώς πίστευαν ότι η βοήθεια ήταν ζήτημα καθήκοντος – μια αυτονόητη ηθική υποχρέωση απέναντι σε ανθρώπους που διασώθηκαν, αλλά βρίσκονταν και πάλι έγκλειστοι σε στρατόπεδα. Στο σώμα των μαρτυριών ακούγεται ο απόηχος της φωνής του ψαρά, του εργάτη, του ξυλουργού, του οδηγού φορτηγού, της συζύγου του μεροκαματιάρη. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο περβολάρης της Δερύνειας, ο σκαρπάρης της Ξυλοτύμπου, ο δημοσιογράφος, ο αναδυόμενος επιχειρηματίας του Βαρωσιού, ο Κύπριος απόστρατος εθελοντής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εβραίοι κατά τη μεταφορά τους σε κάμπους.

Εν γένει ο αγροτικός κόσμος, η εργατιά και η αναδυόμενη μεσο-αστική τάξη, αλλά και οι ιδεολόγοι της αριστεράς που δεν αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα για βοήθεια». Η ερευνήτρια επεσήμανε ότι «σε ένα άλλο επίπεδο καταγράφεται και ο τρόπος με τον οποίο μέσα στην περιρρέουσα μεταπολεμική ατμόσφαιρα της περιόδου, μεσούντος ενός κλίματος διπολισμού μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και κορύφωσης βεβαίως των συζητήσεων για επίτευξη της Ένωσης, η εμπλοκή των Κυπρίων στην περίθαλψη και διαφυγή των Εβραίων αποκτούσε συγκεκριμένο νόημα και σημασία. Η βοήθεια που προσφέρθηκε, πήρε ποικίλες και συχνά ευρηματικές μορφές. Δεν επρόκειτο για μεμονωμένες πράξεις, αλλά για ένα αθόρυβο, μυστικό και αποτελεσματικό δίκτυο αλληλεγγύης που ενεργοποιήθηκε από ανθρώπους της καθημερινότητας. Κάποιοι περιέγραψαν πώς έκρυβαν κρατουμένους έξω από τα στρατόπεδα σε υδροφόρες και φορτηγά, διευκολύνοντας την απόδρασή τους με τρόπο που απαιτούσε τόλμη και συντονισμό. Άλλοι αφηγήθηκαν με ποιο τρόπο τους καθοδηγούσαν βράδυ μέσα από χωράφια και περιβόλια, αξιοποιώντας τη γνώση του τόπου και την κάλυψη του σκοταδιού. Οδηγοί τους μετέφεραν με οχήματα στη θάλασσα, ενώ οικογένειες προσέφεραν τροφή, προσωρινό καταφύγιο και ασφαλή διέλευση στην ενδοχώρα της Αμμοχώστου».