Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Από σκληρή αντεξέταση πέρασε σήμερα στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού η 47χρονη μάρτυρας κατηγορίας και πρώην κατηγορουμένη στην υπόθεση του φόνου του 45χρονου Γιάννη Αργυρού, ο οποίος διαπράχθηκε τα ξημερώματα της 4ης Μαΐου 2025, στο γκαράζ της πολυκατοικίας όπου διέμενε το θύμα. Ο 45χρονος είχε δεχθεί συνολικά 19 μαχαιριές σε διάφορα σημεία του σώματός του. Για την υπόθεση κατηγορείται 52χρονος, ο οποίος αρνείται την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης.

Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της τελευταίας μάρτυρος, η δικηγόρος του 52χρονου κατηγορουμένου, Έλενα Φράγκου, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι δεν θα καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιόν του, στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η δικηγόρος ανάφερε ότι ο πελάτης της θα ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Ακολούθως, οι δύο πλευρές ζήτησαν χρόνο για την προετοιμασία των τελικών αγορεύσεων. Η υπόθεση ορίστηκε στα μέσα Δεκέμβριου.

Πολύωρη αντεξέταση με αιχμές από την υπεράσπιση

Η κατάθεση της τελευταίας μάρτυρος, καθώς και η αντεξέτασή της από την υπεράσπιση, διήρκεσε πέραν των πέντε ωρών. Η 47χρονη είχε δώσει τρεις καταθέσεις στην Αστυνομία, ενώ ενώπιον του Κακουργιοδικείου ανέγνωσε τη δεύτερη, περιγράφοντας όσα συνέβησαν το επίμαχο βράδυ.

Στην κατάθεσή της αναφέρθηκε στη χρήση κοκαΐνης, τόσο στο όχημα στο οποίο επέβαιναν η ίδια, ο κατηγορούμενος και το θύμα, όσο και στην οικία του 45χρονου, όπου, όπως είπε, έκαναν και πάλι χρήση σκληρών ναρκωτικών. Παράλληλα, περιέγραψε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το θύμα, κάνοντας λόγο για άσεμνες πράξεις προς την ίδια και για πρόταση να συνευρεθούν σεξουαλικά και οι τρεις, την οποία, όπως είπε, αρνείτο.

Κατά την αντεξέτασή της από την κ. Φράγκου, η μάρτυρας ερωτηθείσα για την κατάσταση του θύματος, είπε ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, όπως και ο κατηγορούμενος. Η ίδια απάντησε ότι φοβήθηκε να ζητήσει βοήθεια.

«Δεν έχω χέρι στο φόνο»

Σε έντονο ύφος ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη μάρτυρα ότι η ίδια διέπραξε τον φόνο, υποστηρίζοντας ότι ήθελε να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από τη ζωή της, καθώς, όπως της υπέδειξε, την αηδίαζε. «Όχι, δεν είχα σχέση με τον φόνο. Επιμένω, όχι, δεν έχω χέρι στο φόνο», απάντησε η 47χρονη.

Ερωτηθείσα κατά πόσο μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο φόνος να διαπράχθηκε μετά τις 6 το πρωί, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Η υπεράσπιση επέμεινε, υποβάλλοντας ότι η μάρτυρας έδωσε δύο καταθέσεις και επέλεξε να αναγνώσει μόνο τη δεύτερη, με σκοπό να αποδώσει το φόνο στον κατηγορούμενο και να τον βγάλει από τη ζωή της. «Θα επαναλάβω και θα πω ότι δεν έχω χέρι στο φόνο. Το λέω με το χέρι στην καρδιά», απάντησε η 47χρονη.

Σε άλλο σημείο, ο συνήγορος τη ρώτησε κατά πόσο μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να ήρθαν οι δύο άνδρες στα χέρια, να πάλεψαν και αίμα του θύματος να μεταφέρθηκε στον κατηγορούμενο. «Δεν ήμουν εκεί για να ξέρω», απάντησε. Η υπεράσπιση τής υπέβαλε, επίσης, ότι δεν ήταν ο κατηγορούμενος εκείνος που σκότωσε το θύμα, ρωτώντας την κατά πόσο μπορούσε να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο. «Λέω ξανά και ξανά, δεν έχω σχέση με το φόνο», απάντησε σε έντονο ύφος η μάρτυρας, δηλώνοντας μονολεκτικά ότι συμφωνεί.

Όταν της υποβλήθηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς να πει όλη την αλήθεια και ότι μοναδικός σκοπός της κατάθεσής της ήταν να βοηθήσει την Αστυνομία, η μάρτυρας αντέδρασε, δηλώνοντας: «Όχι, δεν το επιτρέπω αυτό. Ήρθα για να πω όλη την αλήθεια, χωρίς φόβο».  

Η σχέση με τον κατηγορούμενο και όσα προηγήθηκαν του φόνου

Κατά την κατάθεσή της, η 47χρονη αναφέρθηκε στη σχέση που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο μέχρι τα Χριστούγεννα του 2024. Όπως υποστήριξε, εκείνος την απειλούσε συνεχώς, λέγοντάς της, μεταξύ άλλων, ότι θα έκανε κακό στα αδέλφια της. Μίλησε, επίσης, για τη στάση του κατηγορουμένου απέναντι στο θύμα, αναφέροντας ότι ήταν ενοχλημένος και δυσαρεστημένος με τη συμπεριφορά του. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος τη ζήλευε πολύ και δεν ήθελε να μιλά με άλλους άνδρες.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, μετά την παραμονή τους στην οικία του θύματος, οι τρεις τους κατέβηκαν στο γκαράζ. Εκεί, όπως είπε, οι δύο άνδρες έκαναν χρήση κοκαΐνης, ενώ η ίδια έκανε κοκαΐνη με μπουκάλι. Υποστήριξε, επίσης, ότι το θύμα συνέχιζε να προβαίνει σε άσεμνες πράξεις προς το μέρος της, προσπαθώντας να την πείσει να αποδεχθεί την πρότασή του.

Σε κάποια στιγμή, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο κατηγορούμενος τής ζήτησε να πάρει το όχημά του και να πάει μια βόλτα. Η ίδια τον ρώτησε γιατί να μην πάνε και οι τρεις μαζί, ωστόσο, εκείνος επέμενε να φύγει μόνη της. Όπως κατέθεσε, στη συνέχεια τής έδωσε 40 ευρώ και της ζήτησε να αγοράσει κοκαΐνη. Η ίδια υποστήριξε ότι το θύμα, λόγω της κατάστασής του, δεν αντιλήφθηκε πως ο κατηγορούμενος ήθελε να την απομακρύνει από το γκαράζ.

Η μάρτυρας ανέφερε, ακόμη, ότι είχε υποψιαστεί πως ο κατηγορούμενος ήθελε να κάνει κακό στο θύμα, καθώς, όπως είπε, στο παρελθόν τής είχε εκφράσει τέτοια πρόθεση, επειδή ζήλευε ότι είχε σχέση μαζί του στο παρελθόν.

Επέστρεψε στο γκαράζ και είδε αίματα στο χέρι του

Περιγράφοντας όσα ακολούθησαν, η 47χρονη ανέφερε ότι, έπειτα από επιμονή του κατηγορουμένου, έφυγε με το όχημά του. Όπως είπε, εκείνος άνοιξε λίγο με το τηλεχειριστήριο το ρολό του γκαράζ και η ίδια βγήκε από κάτω, αφού σύρθηκε στο έδαφος.

Στη συνέχεια μετέβη σε περιοχή της Λεμεσού, όπου, σύμφωνα με την κατάθεσή της, αγόρασε κοκαΐνη. Όταν επέστρεψε και επιχείρησε να κατέβει τη ράμπα προς το γκαράζ, είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται από το μέρος της. Όπως περιέγραψε, όταν εκείνος την πλησίασε, παρατήρησε ότι είχε πιτσιλιές στο χέρι του που έμοιαζαν με αίμα, ενώ ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο κατηγορούμενος τής ζήτησε να φύγουν αμέσως και να πάνε να αγοράσουν κοκαΐνη. «Άρχισα να τον ρωτώ πού είναι ο Γιάννος και δεν μου απαντούσε. Μου έλεγε να φύγουμε. Κατάλαβα ότι κάτι τού έκανε. Ήθελα να πάω κάτω, στο γκαράζ, αλλά δεν με άφηνε και επέμενε να φύγουμε».

«Εμασιέρωσα τον, εμασιέρωσά τον»

Η μάρτυρας περιέγραψε, επίσης, όσα συνέβησαν αφού εγκατέλειψαν το σημείο του φόνου. Όπως κατέθεσε, ο κατηγορούμενος την οδήγησε σε περιοχή όπου αγόρασε κοκαΐνη για δική του χρήση και στη συνέχεια την πήρε στο σπίτι της. Σύμφωνα με την ίδια, είχε το τσαντάκι του πάνω του συνεχώς και ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος.

Περιέγραψε, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος βγήκε από τον αυτοκινητόδρομο, οδηγούσε ζιγκ ζαγκ και έκανε διάφορα τηλεφωνήματα. Σε κάποια στιγμή, όπως είπε η μάρτυρας, έβγαλε από το τσαντάκι του ένα μαύρο τσιακούι, το τοποθέτησε στο ταμπλό του αυτοκινήτου και της είπε: «Να σου πω τζιαι κάτι. Εμασιέρωσα τον, εμασιέρωσά τον».

Όταν εκείνη τον ρώτησε ποιον εννοούσε εκείνος απάντησε ότι «εμασιέρωσαν τον ταχυδρόμο». Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, εξηγώντας ότι τότε βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, ήταν ιδιαίτερα σοκαρισμένη. Είπε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος την ζήλευε παθολογικά, της μιλούσε άσχημα και την εξύβριζε, ενώ δεν ήθελε να επικοινωνεί με άλλους άνδρες. Όπως κατέθεσε, τον φοβόταν εξαιτίας των απειλών που, σύμφωνα με την ίδια, δεχόταν από εκείνον.