Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ κόσμος εκτός Ρωσίας που δεν γνώριζε πολλά για τη Wildberries τα προηγούμενα χρόνια, φρόντισε να μάθει φέτος και όχι για καλό λόγο: πάνω από 20 αποθήκες και κέντρα logistics του μεγάλου διαδικτυακού marketplace, βρέθηκαν στο στόχαστρο των ουκρανικών drones, στο πλαίσιο της 60ημερης επιχείρησης που ξεκίνησε ο Ζελένσκι στα μέσα του καλοκαιριού, για να προκαλέσει τριγμούς στη ρωσική οικονομία. Οι εικόνες που κυκλοφόρησαν κυρίως μέσω των Social media, με εγκαταστάσεις της Wildberries να έχουν τυλιχθεί στις φλόγες και να «πνίγονται» από τους μαύρους καπνούς, ήταν ενδεικτικές του μεγέθους των πληγμάτων.
Η Wildberries δεν είναι μια τυχαία εταιρεία για τη Ρωσία. Και πολύ περισσότερο, δεν είναι τυχαίος και ο άνθρωπος που χειρίζεται τις τύχες της. Πριν από δύο και πλέον δεκαετίες, το 2004, η Τατιάνα Κιμ, μια δασκάλα Αγγλικών, η οποία βρισκόταν σε άδεια μητρότητας και έψαχνε να «γεμίσει» τον ελεύθερο χρόνο της μέχρι τη γέννηση του παιδιού της, αποφάσισε να επενδύσει 700 δολάρια για να δημιουργήσει, από το διαμέρισμά της στη Μόσχα, μια επιχείρηση ηλεκτρονικού εμπορίου που απευθυνόταν σε ανθρώπους με περιορισμένο προϋπολογισμό και ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο για αγορές.
Σήμερα, 22 χρόνια μετά, η περί ου ο λόγος Wildberries θεωρείται η ρωσική εκδοχή της διάσημης Amazon. Πρόκειται για έναν ταχέως αναπτυσσόμενο διαδικτυακό κολοσσό, ο οποίος, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Forbes, κατέγραψε έσοδα ύψους 9 δισ. δολαρίων το 2024. Η Κιμ έχει γίνει, από την πλευρά της, η πλουσιότερη γυναίκα στη Ρωσία, με την περιουσία της να υπολογίζεται σήμερα στα 8,1 δισ. δολάρια.
Παρά τον αμύθητο πλούτο της, η 51χρονη επιχειρηματίας αποφεύγει τα φώτα της δημοσιότητας και φέρεται να διατηρεί έναν σχετικά λιτό τρόπο ζωής.
Από τα μαθήματα Αγγλικών στις κατ’ ιδίαν παραδόσεις ρούχων
Η Τατιάνα Κιμ γεννήθηκε το 1975 και μεγάλωσε στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας. Σπούδασε στο Κρατικό Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Κολόμνα.

Με τον πρώην σύζυγό της, επιχειρηματία του κλάδου της πληροφορικής, Βλαντισλάβ Μπακαλτσούκ, απέκτησαν επτά παιδιά. Το επεισοδιακό διαζύγιό τους οριστικοποιήθηκε το 2025, έπειτα από 22 χρόνια γάμου.
Η επιχείρηση της ξεκίνησε το 2004 ως ένα μικρό εγχείρημα μεταπώλησης ρούχων της γερμανικής εταιρείας Otto. Αρχικά έκανε παραγγελίες μέσω χονδρικής, σάρωνε τις φωτογραφίες των προϊόντων και τις αναρτούσε στην ιστοσελίδα της. Μάλιστα, η ίδια είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή της το 2018 ότι, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της εταιρείας, πραγματοποιούσε η ίδια προσωπικά τις παραδόσεις. «Στην αρχή τα έκανα όλα μόνη μου. Παραλάμβανα τα προϊόντα και τα μετέφερα στους πελάτες στην άλλη άκρη της Μόσχας, με το μετρό ή το λεωφορείο», είχε δηλώσει.
Καθώς η επιχείρηση μεγάλωνε, η Κιμ άρχισε να προσλαμβάνει διανομείς και να νοικιάζει χώρους για την αποθήκευση περισσότερων εμπορευμάτων, ενώ ένας γνωστός Ρώσος bodybuilder, ο Σεργκέι Ανουφρίεφ ήταν ένας από τους πρώτους χρηματοδότες της Wildberries, το 2006.
Το 2020 δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ο τότε σύζυγος της Κιμ είχε εισπράξει 5 εκατ. δολάρια από την πώληση μετοχών εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, γεγονός που προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η επιχειρηματίας δημιούργησε την περιουσία της αποκλειστικά με δικές της δυνάμεις. Εκπρόσωποι της Wildberries είχαν υποστηρίξει ότι τα συγκεκριμένα χρήματα δεν διοχετεύθηκαν στην εταιρεία.
Πώς εκμεταλλεύτηκε τις κρίσεις για να φτιάξει την «Amazon της Ρωσίας»
Η ιδρύτρια της Wildberries βρέθηκε αντιμέτωπη με τρεις οικονομικές κρίσεις από τότε που ξεκίνησε την επιχείρηση, το 2004. Δεν τα έβαψε, όμως, μαύρα, και κατάφερε να κάνει καθεμία από αυτές να αφήσει την εταιρεία της ισχυρότερη, βοηθώντας την να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ηλεκτρονικό κατάστημα της χώρας. «Δόξα τω Θεώ για τις κρίσεις, μας έκαναν να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να λειτουργούμε διαφορετικά» είχε πει χαρακτηριστικά.
Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης του 2008, αγόρασε τα πλεονάζοντα αποθέματα διεθνών εταιρειών μόδας και τα πούλησε στις Ρωσίδες, οι οποίες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας της. Όταν το ρούβλι κατέρρευσε το 2014, η Wildberries ενέταξε περισσότερους εγχώριους παραγωγούς και δημιούργησε μια πλατφόρμα στην οποία παρακρατούσε προμήθεια από τις πωλήσεις και χρέωνε τους πωλητές για την αποθήκευση και τη διανομή των προϊόντων τους. Με αυτόν τον τρόπο διεύρυνε θεαματικά την ποικιλία των διαθέσιμων ειδών.
Αργότερα, όταν στη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, οι καταναλωτές στράφηκαν μαζικά στις ηλεκτρονικές αγορές, οι πωλήσεις της εταιρείας σχεδόν διπλασιάστηκαν το 2020, φτάνοντας τα 437 δισ. ρούβλια, ή περίπου 5,9 δισ. δολάρια. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε την Κιμ να επιταχύνει το σχέδιό της για ανάθεση μέρους των υπηρεσιών logistics σε εξωτερικούς συνεργάτες.
Ακριβώς αυτό το σπριντ χάρισε στη Wildberries το 14% της ρωσικής αγοράς ηλεκτρονικού εμπορίου, ποσοστό διπλάσιο από εκείνο του πλησιέστερου ανταγωνιστή της, ενώ στην πορεία κατάφερε να ξεπεράσει μεγάλους «παίκτες», όπως η κινεζική Alibaba και ο ρωσικός τεχνολογικός κολοσσός Yandex, για να κερδίσει, έτσι, το προσωνύμιο «Amazon της Ρωσίας».
Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πωλητές και άνοιγμα στη Δύση
Το 2024, η Wildberries άγγιζε ολοένα και περισσότερες κορυφές, καταγράφοντας εκτιμώμενα έσοδα ύψους 9 δισ. δολαρίων. Μέχρι το 2026, η πλατφόρμα είχε ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο πωλητές, σύμφωνα με τη μητρική εταιρεία RWB, οι οποίοι διαθέτουν ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από ρούχα και ηλεκτρονικές συσκευές μέχρι οικιακά είδη.
Η εταιρεία άρχισε να δραστηριοποιείται δειλά – δειλά στο Ισραήλ, την Πολωνία και τη Σλοβακία το 2019, ενώ στη συνέχεια, το 2021, επεκτάθηκε στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία. Έτσι βρέθηκε για πρώτη φορά σε άμεσο ανταγωνισμό με την Amazon, η οποία δεν δραστηριοποιείται στη Ρωσία. Τότε, σε μια χαρακτηριστική της δήλωση, έδειξε πως είχε κατανοήσει πλήρως τις μεγάλες διαφορές με τον αμερικανικό κολοσσό ηλεκτρονικού εμποιρίου και τον δρόμο που είχε ακόμα να διανύσει. Συγκεκριμένα, είχε πει πως έμεινε έκπληκτη όταν ανακάλυψε ότι η εταιρεία καλλυντικών L’Oréal, ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές της, πραγματοποιούσε μέσω της Amazon πωλήσεις 400 φορές μεγαλύτερες από εκείνες που κατέγραφε στη Wildberries. Έκτοτε, η διαφορά περιορίστηκε στις 70 φορές, κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, αποτελούσε θετικό σημάδι για την επέκταση της εταιρείας στο εξωτερικό. «Γνώριζα ότι λειτουργούμε σε διαφορετική κλίμακα, αλλά όταν είδα αυτούς τους αριθμούς, κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε κανείς».
Τα επόμενα χρόνια διεύρυνε ακόμη περισσότερο την παρουσία της, αποκτώντας δραστηριότητα, μεταξύ άλλων, στην Αρμενία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν, την Κίνα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η συγχώνευση με τη Russ Group και η διαμάχη με τον σύζυγό της μέσω… Καντίροφ
Η επιχειρηματική αυτοκρατορία της Κιμ συνέχισε να μετασχηματίζεται μετά τη μεγάλη συγχώνευση του 2024. Εκείνη τη χρονιά, η Wildberries ένωσε τις δυνάμεις της με την εταιρεία υπαίθριας διαφήμισης Russ Group, δημιουργώντας το κοινό σχήμα RWB, γνωστό και ως Wildberries & Russ. Εκείνη η κίνηση είχε προκαλέσει ενδοοικογενειακά «κραξίματα» με τον τότε σύζυγό της, τα οποία, μάλιστα, γιγαντώθηκαν μετά τη δημοσιοποίησή τους από τον γνωστό και μη εξαιρετέο ηγέτη της Τσετσενίας, Ραμζάν Καντίροφ. Ο τελευταίος, σε μια βιντεοσκοπημένη του δήλωση στο Telegram, έχοντας δίπλα τον φίλο του, Βλαντισλάβ Μπακαλτσούκ, έκανε λόγο «σοβαρά προβλήματα τόσο στην οικογένεια όσο και στην οικογενειακή επιχείρηση», σε ένα βίντεο που συγκέντρωσε περισσότερες από μισό εκατομμύριο προβολές.
Ο Μπακαλτσούκ, από την πλευρά του και ως κάτοχος του 1% της εταιρείας, κατηγόρησε τη σύζυγό του πως «συνεργαζόταν επιχειρηματικά με μια άγνωστη εταιρεία υπό το πρόσχημα μιας συγχώνευσης, η οποία θα περιόριζε την επιχείρηση και θα έβλαπτε τα περιουσιακά της στοιχεία», για να την υποχρεώσει να απαντήσει μέσω ανάρτησης στα social media, με την οποία απέρριπτε τις κατηγορίες, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα πως είχε βάλει μπροστά τις διαδικασίες διαζυγίου!
Για τον σάλο που είχε προκύψει εκείνη την περίοδο, είχε τοποθετηθεί και το Κρεμλίνο, με τον εκπρόσωπο του Πούτιν, Ντμίτρι Πεσκόφ να λέει ότι το κράτος «δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να εμπλακεί σε οικογενειακές και ιδιαίτερα σε επιχειρηματικές σχέσεις».
Το αιματηρό επεισόδιο έξω από τα κεντρικά της Wildberries
Αυτό, όμως, δεν ήταν το μοναδικό «επεισόδιο» ανάμεσα στους δύο πρώην συζύγους με αφορμή τη συγχώνευση. Τον Σεπτέμβριο του 2024 ο Μπακαλτσούκ κατηγορήθηκε για φόνο μετά από αιματηρή ένοπλη συμπλοκή έξω από τα κεντρικά γραφεία της Wildberries στη Μόσχα. Δύο άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και άλλοι πέντε είχαν τραυματιστεί, μεταξύ των οποίων δύο αστυνομικοί, με την Κιμ, σε ανάρτησή της στο Telegram, να κατηγορεί τον σύζυγό της ότι επιχείρησε να καταλάβει τα γραφεία της εταιρείας, τα οποία βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο.
Εκείνος υποστήριξε, από την πλευρά του, ότι πήγε στα γραφεία της Wildberries για προγραμματισμένες διαπραγματεύσεις, όμως εμποδίστηκε από τους υπαλλήλους ασφαλείας και άλλους «αγνώστους», οι οποίοι «προκάλεσαν ένοπλη σύγκρουση». Τελικά, αφού κρατήθηκε για 48 ώρες, απαλλάχθηκε των κατηγοριών και έμεινε ελεύθερος.
Σήμερα, η Κιμ κατέχει το 100% της Wildberries LLC (πήρε δικαστικά και το 1% που ανήκε στον Μπακαλτσούκ), η οποία με τη σειρά της ελέγχει το 65% της ενοποιημένης RWB.
Τον Δεκέμβριο του 2025, η RWB εξαγόρασε τη ρωσική αλυσίδα καλλυντικών Rive Gauche. Τον Ιούλιο του 2026 απέκτησε επίσης το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών του ρωσικού διαδικτυακού φαρμακείου Eapteka, στο πλαίσιο του σχεδίου της για την ανάπτυξη του τομέα υγείας και τη διεύρυνση της πρόσβασης των Ρώσων καταναλωτών σε προϊόντα υγείας.
Το σχέδιο για μια εναλλακτική στο SWIFT με τις ευλογίες του Πούτιν
Το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το διεθνές σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών SWIFT απέκλεισε επτά ρωσικές τράπεζες. Σε κοινή ανακοίνωσή τους, με την οποία καταδίκαζαν την εισβολή, τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέφεραν ότι το μέτρο θα διασφάλιζε πως οι συγκεκριμένες τράπεζες θα αποσυνδέονταν από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να δραστηριοποιούνται παγκοσμίως.
Όταν η Wildberries και η Russ Group ανακοίνωσαν τη συγχώνευσή τους, το 2024, μεταξύ των σχεδίων τους περιλαμβανόταν και η ανάπτυξη ενός εναλλακτικού διεθνούς συστήματος πληρωμών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Κιμ ανακοίνωσε πως οι δύο οντότητες θα συνεργαζόταν για τη δημιουργία μιας νέας ψηφιακής πλατφόρμας συναλλαγών, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εναλλακτική στο SWIFT. Την εποπτεία του σχεδίου ανέλαβε ο πρώην υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης της Ρωσίας, Μαξίμ Ορέσκιν, ο οποίος επελέγη προσωπικά για τον ρόλο αυτό από τον ίδιο τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Το 2026, και για να αποκτήσει η νέα πλατφόρμα πληρωμών την απαραίτητη τραπεζική υποδομή, η RWB ανακοίνωσε συνεργασία με τη VTB, τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ρωσίας, η οποία συμφώνησε να αποκτήσει αρχικά μερίδιο 5% στην WB Bank, την – υπό καθεστώς κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο – τράπεζα της Wildberries. Οι δύο εταιρείες ανέφεραν ότι στόχος τους είναι να συνδυάσουν την τραπεζική υποδομή της VTB με την τεχνολογία της RWB, δημιουργώντας ένα αυτόνομο εγχώριο και διεθνές χρηματοπιστωτικό δίκτυο.
Χαμηλό προφίλ και λιτός τρόπος ζωής
Παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες δισεκατομμυριούχους της Ρωσίας, η Κιμ διατηρεί χαμηλό προφίλ. Σε συνέντευξή της το 2018 είχε χαρακτηρίσει τον εαυτό της «εσωστρεφή».
Επιπλέον, σε αντίθεση με τις ρωσικές ελίτ που ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο με γιοτ μήκους 90 μέτρων, διαθέτουν ιδιωτικά αεροσκάφη με δερμάτινες επενδύσεις και μένουν σε πολυτελή ανάκτορα με 11 μπάνια, η Κιμ (ή και Μπάκαλτσουκ, καθώς χρησιμοποιεί και το επίθετο του πρώην συζύγου της) πετά στην οικονομική θέση, δεν είχε δικό της αυτοκίνητο μέχρι το 2019 και ζει σε σπίτι που νοικιάζει έξω από τη Μόσχα.
Όπως πολλοί Ρώσοι μεγιστάνες, ωστόσο, διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο της επιχείρησής της. Η Wildberries δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο, καθώς η ίδια τη διοικεί σε μεγάλο βαθμό μόνη της, ενώ δεν έχει αναζητήσει ποτέ εξωτερική χρηματοδότηση, απορρίπτοντας αρκετές προτάσεις από επίδοξους επενδυτές.
Οι επιθέσεις στις αποθήκες της Wildberries
Οι ουκρανικές επιθέσεις του φετινού καλοκαιριού έχουν καταστρέψει περίπου το ένα τρίτο των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων της Wildberries σε ολόκληρη τη Ρωσία. Τουλάχιστον 23 εγκαταστάσεις της εταιρείας έχουν πληγεί από ουκρανικά drones, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν εννέα εργαζόμενοι και να καταστραφούν εμπορεύματα αξίας 5,9 δισ. δολαρίων.
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι οι επιθέσεις εναντίον ρωσικών αποθηκών στοχεύουν κόμβους εφοδιαστικής αλυσίδας που «εμπλέκονται στην προμήθεια του ρωσικού στρατού με εξαρτήματα drones, εξοπλισμό πλοήγησης και άλλο υλικό».
Η Κιμ, από την πλευρά της, χαρακτήρισε τα πλήγματα «τρομοκρατικές επιθέσεις» σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα που δημοσιοποίησε τον Ιούλιο, ενώ ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιχείρησε, στην τοποθέτηση που έκανε περίπου ένα μήνα την πρώτη επίθεση που σημειώθηκε σε κέντρα logistics της εταιρείας, να υποβαθμίσει τις ζημιές.