Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΧειροπέδες σε 82χρονη γερουσιαστή των Δημοκρατικών πέρασαν οι Αρχές της Βιρτζίνια, στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο υπόθεσης διακίνησης ναρκωτικών. Η πολιτικός συνελήφθη σήμερα, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες που σχετίζονται με τη διακίνηση παράνομων ουσιών.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργού Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς, η 82χρονη Λουίζ Λούκας κατηγορείται για διακίνηση κάνναβης, καθώς η χρήση του ναρκωτικού αυτού για ψυχαγωγικούς σκοπούς δεν είναι ακόμη νόμιμη στη συγκεκριμένη Πολιτεία.
Η 82χρονη γερουσιαστής είναι συνιδιοκτήτρια καταστήματος κάνναβης
Τον περασμένο Μάιο η ομοσπονδιακή αστυνομία (FBI) ερεύνησε το γραφείο και ένα νόμιμο κατάστημα κάνναβης, του οποίου συνιδιοκτήτρια είναι η 82χρονη Λουίζ Λούκας.
«Σήμερα, όλο το βάρος του FBI, του υπουργείου Δικαιοσύνης και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης το έριξαν σε μια γιαγιά 82 ετών» σχολίασε στην πλατφόρμα Χ η ίδια η Λούκας, η οποία είναι από τους σφοδρότερους επικριτές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
«Δεν θα επιτρέψω να με εκφοβίσουν. Δεν θα υποκύψω στη βία» πρόσθεσε η Λούκας, η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επαναχάραξη του εκλογικού χάρτη της Βιρτζίνια, ώστε να ευνοεί τους Δημοκρατικούς, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Ο νέος χάρτης τελικά ακυρώθηκε από τις δικαστικές αρχές της Πολιτείας.
Υπό κράτηση οι δύο γιοι και ένας εγγονός της 82χρονης γερουσιαστού
Ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, ανακοίνωσαν σε συνέντευξη Τύπου ότι έθεσαν υπό κράτηση επτά άτομα, μεταξύ των οποίων είναι οι δύο γιοι και ένας εγγονός της γερουσιαστού.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η Λούκας και οι φερόμενοι συνεργοί της πλούτισαν από το παράνομο εμπόριο κάνναβης, χρησιμοποιώντας τη θέση της για να γλιτώσουν από τις διώξεις και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
«Δεν πρόκειται για πολιτικά αντίποινα» διαβεβαίωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης, πρώην προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, απαντώντας σε ερώτηση για πιθανά κομματικά κίνητρα πίσω από τη δίωξη. Η έρευνα είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2024, «πολύ πριν από την επανεκλογή του προέδρου Τραμπ», πρόσθεσε.