Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑνταπόκριση από Βρυξέλλες
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου 2026, θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, καθώς θα ανανεωθούν και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Οι εκλογές διεξάγονται στα μέσα της προεδρικής θητείας και ενδέχεται να αλλάξουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.
Η πολιτική επιστήμονας του Πανεπιστημίου του Μάαστριχτ, δρ. Ρομπέρτα Χάαρ (Roberta Haar), και ο ιστορικός του London School of Economics (LSE), Πιρς Λάντλοου (Piers Ludlow), μίλησαν στο philenews για την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και για το πώς ενδέχεται να εξελιχθούν το επόμενο διάστημα.
Το Κογκρέσο, που αποτελείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, είναι το νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ. Ψηφίζει νόμους, εγκρίνει τις κρατικές δαπάνες και ασκεί έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία. Όταν τα δύο σώματα ελέγχονται από διαφορετικά κόμματα, γίνεται λόγος για διχασμένο Κογκρέσο.
Για την Ευρώπη, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μια νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια κινήσεων του Ντόναλντ Τραμπ και να συμβάλει στην αποκλιμάκωση της έντασης στις ολοένα και πιο τεταμένες διατλαντικές σχέσεις.
Μια συμμαχία που χάνει τις γνώριμες σταθερές της
Η Χάαρ επισημαίνει ότι «οι Ευρωπαίοι ανησυχούν ιδιαίτερα για τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Όπως εξηγεί, η ανησυχία δεν περιορίζεται στις διαφωνίες με τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση. Η Ευρώπη καλείται πλέον να αντιμετωπίσει και τις δικές της διαρθρωτικές αδυναμίες.
«Πιστεύω, ωστόσο, ότι οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες που πηγάζουν από τις δικές τους αδυναμίες». Υπό αυτή την έννοια, η προεδρία Τραμπ έχει επιταχύνει μια συζήτηση που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να καταλήξουν εδώ και χρόνια.
Ο Πιρς Λάντλοου συμμερίζεται την εκτίμηση της Χάαρ για την επιδείνωση των σχέσεων. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη σημερινή κατάσταση, απάντησε με ένα ελαφρύ γέλιο: «Θα έλεγα ότι είναι πολύ δύσκολες».
Όπως σημειώνει, η δυσφορία των Ευρωπαίων απέναντι στον Τραμπ γίνεται ολοένα και πιο έντονη.
«Έχει πλέον καταστεί σαφές ότι τόσο η ΕΕ ως σύνολο όσο και τα κράτη μέλη της αισθάνονται εξαιρετικά άβολα με τον Τραμπ».
«Τον θεωρούν απρόβλεπτο», προσθέτει.
Ο κ. Λάντλοου αναφέρεται σε μια σειρά από πηγές δυσαρέσκειας: Τη στάση του Τραμπ απέναντι στον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις κινήσεις του σχετικά με τη Γροιλανδία, τις εντάσεις γύρω από το ΝΑΤΟ, καθώς και τις σχέσεις στελεχών της κυβέρνησής του με ακροδεξιά πολιτικά κινήματα στην Ευρώπη, όπως η γερμανική Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).
Το αποτέλεσμα είναι μια διατλαντική σχέση στην οποία οι μακροχρόνιες πολιτικές και αμυντικές δεσμεύσεις αμφισβητούνται όλο και περισσότερο, την ώρα που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται από τη συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Τα όρια μιας πιθανής επιστροφής των Δημοκρατικών
Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι επιπτώσεις για την Ευρώπη ενδέχεται να εξαρτηθούν λιγότερο από το μέγεθος της νίκης τους και περισσότερο από το ποια σώματα θα καταφέρουν να ελέγξουν. Για τη δρα Χάαρ, η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Μια νίκη των Δημοκρατικών δεν σημαίνει απαραίτητα και ριζική αλλαγή στην προσέγγιση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ευρώπη.
Η Γερουσία έχει ιδιαίτερη σημασία στην εξωτερική πολιτική, καθώς εγκρίνει τον διορισμό ανώτερων διπλωματικών και αξιωματούχων εθνικής ασφάλειας, επικυρώνει διεθνείς συνθήκες και διαδραματίζει συνταγματικό ρόλο σε ζητήματα πολέμου.
Ωστόσο, όπως αναφέρει η δρ Χάαρ, «εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν και τις έξι έδρες της Γερουσίας που βρίσκονται υπό διεκδίκηση, τότε σίγουρα θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ». Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η ίδια αμφισβητεί το πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει η επιρροή τους, δεδομένης της προθυμίας του Τραμπ να ενεργεί ανεξάρτητα από το Κογκρέσο.
Ο Λάντλοου εμφανίζεται σαφώς λιγότερο αισιόδοξος ως προς το ενδεχόμενο ουσιαστικής αλλαγής στις διατλαντικές σχέσεις, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα.
«Ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν και τα δύο σώματα, ο Τραμπ πιθανότατα θα συνεχίσει να κυβερνά μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων», σημειώνει.
Παρότι το Κογκρέσο μπορεί να ψηφίζει νόμους, να ελέγχει τις κρατικές δαπάνες και να ασκεί εποπτεία στην εκτελεστική εξουσία, ο πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εξουσίες στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής και είναι ο ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεων.
Η επιρροή του Τραμπ πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ
Ο κ. Λάντλοου εστιάζει περισσότερο στις επιπτώσεις που έχει η πολιτική επιρροή του Τραμπ στο εσωτερικό της Ευρώπης. Αναγνωρίζει τις ιδεολογικές συνδέσεις μεταξύ του τραμπισμού και των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κινημάτων, ωστόσο επισημαίνει ότι δεν είναι ακόμη σαφές σε ποιο βαθμό αυτές μεταφράζονται σε εκλογική στήριξη.
Για τον ίδιο, η σχέση μεταξύ της αμερικανικής πολιτικής και των εκλογικών τάσεων στην Ευρώπη επηρεάζεται επίσης από τις οικονομικές εξελίξεις. Ως πιο άμεσο παράγοντα αναφέρει τον πόλεμο στο Ιράν και τις συνέπειές του για τους Ευρωπαίους πολίτες.
«Αυτό που είναι σαφέστερο είναι ο άμεσος αντίκτυπος που έχει ο πόλεμος στο Ιράν στην οικονομική κατάσταση των Ευρωπαίων πολιτών, επηρεάζοντας τις εκλογικές τους επιλογές και ωθώντας ορισμένους προς την ακροδεξιά ή, σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, προς την αριστερά».
Επομένως, διακρίνεται μια διαφορά ανάμεσα στην ιδεολογική επιρροή του πολιτικού κινήματος του Τραμπ και στις οικονομικές συνέπειες των διεθνών εξελίξεων υπό την κυβέρνησή του.
Και οι δύο παράγοντες, με διαφορετικούς τρόπους, διαμορφώνουν πλέον το πολιτικό σκηνικό στο εσωτερικό της Ευρώπης.
Στρατηγική αυτονομία: Η εκκρεμότητα της Ευρώπης
Πέρα από το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, και οι δύο συνομιλητές επανέρχονται σε ένα ερώτημα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην ευρωπαϊκή πολιτική: πώς μπορεί η Ευρώπη να προετοιμαστεί για μια Αμερική που ενδέχεται να μην προσφέρει πλέον το ίδιο επίπεδο εγγυήσεων ασφάλειας;
Για τη δρα Χάαρ, η απάντηση ξεκινά από την ανάγκη να ξεπεραστούν οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, υποστηρίζει, πρέπει να υπερβούν τις δυνάμεις που τους διχάζουν και να βρουν επιτέλους έναν κοινό δρόμο.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της προσπάθειας είναι η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αμυντικής δομής που θα περιορίσει την εξάρτηση της ηπείρου από την αμερικανική στρατιωτική στήριξη. Όπως επισημαίνει η Χάαρ, «δεν είναι λογικό 300 εκατομμύρια Αμερικανοί να πληρώνουν για την άμυνα 500 εκατομμυρίων Ευρωπαίων».
Παράλληλα, η στρατηγική αυτονομία, δηλαδή η δυνατότητα της Ευρώπης να ενεργεί ανεξάρτητα σε θέματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς η εμπιστοσύνη στη διατήρηση των αμερικανικών δεσμεύσεων εξασθενεί.
Ο Λάντλοου συμφωνεί ότι ο Τραμπ έδωσε ώθηση σε αυτή τη συζήτηση, διαχωρίζει όμως τη συζήτηση περί ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας από την πραγματική υλοποίησή της.
«Η ΕΕ έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει όσον αφορά τη λήψη ουσιαστικών μέτρων και την εφαρμογή της νομοθεσίας», σημειώνει.
Για τον Λάντλοου, η δυσκολία συνδέεται εν μέρει με την οικονομική κατάσταση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η ανάπτυξη ανεξάρτητων αμυντικών δυνατοτήτων απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους, την ώρα που αρκετά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν ήδη οικονομικές πιέσεις και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε πολλαπλές δημοσιονομικές υποχρεώσεις.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τη Γαλλία. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει «επανειλημμένα υποστηρίξει την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας», ωστόσο, σύμφωνα με τον Λάντλοου, η «δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας δυσχεραίνει την υλοποίηση αυτών των φιλοδοξιών».
Για τους δύο ακαδημαϊκούς, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ εντάσσονται σε μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για το μέλλον των σχέσεων της Ευρώπης με την Ουάσιγκτον. Μια νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στο Κογκρέσο, όμως κανείς από τους δύο δεν θεωρεί ότι αυτό εγγυάται μια ουσιαστική αλλαγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η δρ Χάαρ εστιάζει στην ανάγκη να ξεπεράσει η Ευρώπη τις εσωτερικές της διαιρέσεις και να δημιουργήσει μια πιο ανεξάρτητη αμυντική δομή. Ο Λάντλοου, από την πλευρά του, αμφισβητεί κατά πόσο η ήπειρος διαθέτει την οικονομική και πολιτική δυνατότητα να μετατρέψει τις φιλοδοξίες της για στρατηγική αυτονομία σε συγκεκριμένες πράξεις.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να αλλάξουν τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Τα ερωτήματα, όμως, που θέτουν για τις Βρυξέλλες —για την ασφάλεια, την πολιτική επιρροή και την εξάρτηση της Ευρώπης από τον σημαντικότερο διατλαντικό της σύμμαχο— δύσκολα θα εξαφανιστούν με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.