Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση γύρω από την επικείμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, νιώθω την ανάγκη, ως ένας απλός πολίτης, φορολογούμενος και εισφορέας στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να καταθέσω έναν προβληματισμό κοινής λογικής.
Έναν προβληματισμό που αφορά κυρίως την ορολογία που χρησιμοποιούμε, η οποία καταλήγει να διαστρεβλώνει την ίδια την πραγματικότητα: την κακώς εννοούμενη πρακτική να ονομάζουμε τη μείωση της σύνταξης κατά 12% ως «πέναλτι».
Κοιτάζοντας ρεαλιστικά τα δεδομένα, οι περισσότερες αναλογιστικές μελέτες, οι εισηγήσεις των ειδικών και οι δημογραφικές τάσεις δείχνουν προς μία αναπόφευκτη κατεύθυνση: οδεύουμε σε ένα συνταξιοδοτικό μέλλον όπου το όριο αφυπηρέτησης θα «κλειδώσει» στα 67 έτη, με προοπτική να ανεβεί πιο ψηλά στο μέλλον. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει ή θα συμβεί στις πλείστες χώρες της ΕΕ.
Όμως, η ζωή δεν υπακούει πάντα στα μαθηματικά των ταμείων. Η δεκαετία των εξήντα είναι μια κρίσιμη καμπή. Δυστυχώς, είναι η περίοδος που για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα υγείας. Αλλά ακόμα και για όσους έχουν την ευλογία να παραμένουν υγιείς, δεν μπαίνουν όλοι σε αυτή τη δεκαετία με τον ίδιο ενθουσιασμό, τις ίδιες αντοχές ή την ίδια κράση, για να συνεχίσουν να δουλεύουν ακατάπαυστα για άλλα πέντε, επτά ή δέκα ακόμη χρόνια.
Σκεφτείτε τον άνθρωπο που βρίσκεται στην αγορά εργασίας, πολλές φορές σε βαριές ή ψυχοφθόρες δουλειές, από τα 17 ή τα 18 του χρόνια. Φτάνοντας στα 60, αυτός ο άνθρωπος μπορεί απλά να θέλει να «πνάσει». Να μην αντέχει άλλο την καθημερινή τριβή και να προτιμά απολύτως συνειδητά να αρκεστεί σε μια μικρότερη σύνταξη, προκειμένου να κερδίσει χρόνο και ηρεμία, να βοηθήσει τα παιδιά και τα εγγόνια του και να χαρεί τις μικρές / μεγάλες απολαύσεις της ζωής όσο στέκει καλά στα πόδια του.
Γιατί αυτό να λέγεται «πέναλτι»; Στο λεξιλόγιό μας, το πέναλτι είναι ποινή. Είναι τιμωρία για ένα σφάλμα. Το να αναγνωρίζεις τα όρια του σώματος και της ψυχολογίας σου δεν είναι σφάλμα για να τιμωρηθεί.
Αντί για «πέναλτι», η πολιτεία θα έπρεπε να θεσμοθετήσει και να ονομάσει αυτή τη δυνατότητα ως Δικαίωμα Συνταξιοδοτικής Ευελιξίας. Δεν πρόκειται για τιμωρία, αλλά για το Κόστος Επιλογής και ελέγχου της ποιότητας ζωής του καθενός, ανάλογα με το πώς νιώθει μπαίνοντας στην έκτη δεκαετία της ζωής του.
Από την άλλη πλευρά, η ευελιξία λειτουργεί αμφίδρομα. Υπάρχουν άνθρωποι που στα 60 και στα 65 νιώθουν μια δεύτερη νιότη. Άνθρωποι που έχουν ανάγκη, είτε ψυχολογική, είτε οικονομική, να δουλέψουν περισσότερο, να παραμείνουν ενεργοί και να κερδίσουν υψηλότερες απολαβές και μεγαλύτερη σύνταξη.
Οπότε, αντί να εγκλωβιζόμαστε σε όρους που δημιουργούν αίσθημα αδικίας, «αποκοπών» και ποινών, η πιο δίκαιη και σύγχρονη λύση είναι η θεσμοθέτηση ενός ανοιχτού «παραθύρου» συνταξιοδότησης μεταξύ 60 και 70 ετών. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ο καθένας θα πρέπει να μπορεί να συνταξιοδοτηθεί με τους αντίστοιχους όρους, βασισμένος στις δικές του, προσωπικές και μοναδικές συνθήκες ζωής.
Και αν κάποιοι βιαστούν να πουν ότι αυτά είναι ανεφάρμοστες θεωρίες, δεν έχουν παρά να κοιτάξουν πώς λειτουργεί το σύστημα στις Σκανδιναβικές χώρες. Εκεί, αυτό που εμείς θεωρούμε ουτοπία, είναι ήδη πράξη. Χώρες όπως η Σουηδία και η Νορβηγία δεν αντιμετωπίζουν τη μικρότερη σύνταξη ως ποινή, αλλά ως αναλογιστική συνέπεια της επιλογής του χρόνου αφυπηρέτησης.
Έχουν θεσμοθετήσει ένα ευρύ «παράθυρο» ηλικιών (πχ. Νορβηγία από τα 62 έως τα 75, με δικαίωμα επίσης να δραστηριοποιείται κάποιος σε καθεστώς μερικής απασχόλησης και μερικής σύνταξης). Η φιλοσοφία του συστήματος δεν είναι να τιμωρεί την πρόωρη αφυπηρέτηση αλλά να προσαρμόζει αναλογιστικά το ύψος της σύνταξης. Απλά υπολογίζει αναλογιστικά τις εισφορές σου: αν βγεις νωρίτερα η μηνιαία σύνταξη είναι μικρότερη, αν μείνεις περισσότερο αυξάνεται. Είναι αποκλειστικά θέμα προσωπικής επιλογής του εργαζομένου, χωρίς στίγμα και ενοχές.
* CFA
Οικονομικός Αναλυτής