Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Δρος Νίκου Καρφάκη*

Στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, η χρήση ρομπότ και εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στον χώρο της υγείας και της φροντίδας δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και οι σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού έχουν ωθήσει ιδιαίτερα την Ιαπωνία να αναζητήσει τεχνολογικές λύσεις για μια κοινωνία στην οποία ολοένα περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται φροντίδα και αναλογικά λιγότεροι είναι διαθέσιμοι να την προσφέρουν.

Ρομπότ χρησιμοποιούνται ή αναπτύσσονται για τη μετακίνηση ασθενών, την αποκατάσταση, την παρακολούθηση ηλικιωμένων αλλά ακόμη και για την παροχή συντροφιάς.

Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουμε αυτές τις εξελίξεις με τεχνοφοβία. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Núria Vallès-Peris και Miquel Domènech (2023), η τεχνολογία δεν αποτελεί το αντίθετο της φροντίδας.

Η φροντίδα ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με τη χρήση τεχνολογιών, από τα αναπηρικά αμαξίδια και τα ακουστικά βαρηκοΐας έως τα συστήματα τηλεφροντίδας. Ένα ρομπότ που βοηθά έναν νοσηλευτή να σηκώσει ή να μετακινήσει έναν ασθενή μπορεί να μειώσει σημαντικά τη σωματική καταπόνηση και τον κίνδυνο τραυματισμού.

Παράλληλα, συστήματα ΤΝ μπορούν να αναλύουν δεδομένα από αισθητήρες, εντοπίζοντας, για παράδειγμα, μια πτώση ή μια ασυνήθιστη αλλαγή στην καθημερινή δραστηριότητα ενός ηλικιωμένου και ειδοποιώντας εγκαίρως τους φροντιστές.

Υπό αυτή την έννοια, η αυτοματοποίηση μπορεί παραδόξως να οδηγήσει σε περισσότερη και όχι λιγότερη ανθρώπινη φροντίδα, απελευθερώνοντας πολύτιμο χρόνο για επικοινωνία, συναισθηματική υποστήριξη και ουσιαστική ανθρώπινη επαφή.

Κρίση φροντίδας

Ωστόσο, η συζήτηση γίνεται πιο σύνθετη εάν, αντί να αναρωτηθούμε απλώς τι μπορούν να κάνουν τα ρομπότ, εξετάσουμε γιατί δημιουργείται τόσο έντονη ανάγκη για την αυτοματοποίηση της φροντίδας. Όπως επισημαίνει η Mercer Gary (2021), η ανάπτυξη των ρομπότ φροντίδας (care robots) πρέπει να εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «κρίσης φροντίδας», η οποία δεν είναι απλώς δημογραφική ή τεχνολογική, αλλά συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες οργανώνουν και αποτιμούν την ίδια τη φροντίδα.

Η φροντίδα αποτελεί ιστορικά μια από τις πιο υποτιμημένες μορφές εργασίας. Ένα μεγάλο μέρος της παρέχεται από γυναίκες, συχνά με χαμηλές αμοιβές ή χωρίς αμοιβή μέσα στην οικογένεια, παρά το γεγονός ότι απαιτεί δεξιότητες, υπευθυνότητα, υπομονή και σημαντική συναισθηματική εργασία. Δημιουργείται έτσι ένα ενδιαφέρον παράδοξο: μια δραστηριότητα την οποία οι κοινωνίες θεωρούσαν για δεκαετίες σχεδόν αυτονόητη, αποκτά τεράστιο τεχνολογικό και επενδυτικό ενδιαφέρον όταν εμφανίζεται η δυνατότητα αυτοματοποίησής της.

Επομένως, δεν αρκεί να ρωτήσουμε εάν ένα ρομπότ μπορεί να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία. Πρέπει να εξετάσουμε ποιος ωφελείται από την αυτοματοποίησή της. Εάν η τεχνολογία μειώνει τη σωματική καταπόνηση των εργαζομένων και τους επιτρέπει να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στους ανθρώπους που φροντίζουν, τότε μπορεί πράγματι να βελτιώσει την ποιότητα της φροντίδας.

Εάν, αντίθετα, χρησιμοποιείται κυρίως για τη μείωση του προσωπικού και του εργασιακού κόστους ή για να επιτρέψει σε έναν εργαζόμενο να φροντίζει ολοένα περισσότερους ανθρώπους, τότε μπορεί να εντείνει τα προβλήματα που υποτίθεται ότι καλείται να επιλύσει.

Όπως υποστηρίζουν οι Vallès-Peris και Domènech, η ηθική συζήτηση για τα ρομπότ φροντίδας δεν μπορεί να περιορίζεται στις λειτουργίες που μπορούν να ανατεθούν με ασφάλεια σε μια μηχανή, αλλά πρέπει να εξετάζει και τον τρόπο με τον οποίο η αγορά και η τεχνολογική καινοτομία επηρεάζουν την ίδια την οργάνωση της φροντίδας.

Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για φροντίδα; Η μετακίνηση ενός ηλικιωμένου, η υπενθύμιση ενός φαρμάκου ή η καταγραφή μιας ένδειξης μπορούν σε σημαντικό βαθμό να αυτοματοποιηθούν.

Η φροντίδα όμως δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα καθηκόντων. Περιλαμβάνει την αναγνώριση του φόβου και της μοναξιάς, την εμπιστοσύνη, το άγγιγμα και την ανθρώπινη παρουσία. Τα σύγχρονα κοινωνικά ρομπότ (social robots) μπορούν να συνομιλούν, να ανταποκρίνονται σε ανθρώπινα ερεθίσματα και να δημιουργούν την αίσθηση συντροφικότητας, χωρίς όμως να βιώνουν ενδιαφέρον, συμπόνια ή συναισθηματική δέσμευση.

Ακόμη και εδώ, ωστόσο, οι εύκολες απαντήσεις είναι προβληματικές. Ένας ηλικιωμένος μπορεί να προτιμά τη βοήθεια μιας μηχανής σε ορισμένες ιδιαίτερα προσωπικές δραστηριότητες, διατηρώντας έτσι μεγαλύτερη αυτονομία, ιδιωτικότητα και ενδεχομένως αξιοπρέπεια. Ένα κοινωνικό ρομπότ μπορεί επίσης να περιορίσει πραγματικά το αίσθημα μοναξιάς. Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογική αντιμετώπιση της μοναξιάς δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην αποδοχή ως φυσιολογικών των κοινωνικών συνθηκών που την προκαλούν.

Υπό αυτό το πρίσμα, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «άνθρωπος ή ρομπότ;», αλλά τι είδους φροντίδα θέλουμε και ποιος θα ωφεληθεί από την αυτοματοποίησή της. Η ΤΝ και τα ρομπότ μπορούν να απαλλάξουν τους ανθρώπους από επίπονες και επαναλαμβανόμενες εργασίες, αλλά δεν πρέπει να αποτελέσουν υποκατάστατο της επένδυσης στους ίδιους τους ανθρώπους που παρέχουν φροντίδα. Γιατί, τελικά, το σημαντικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν τα ρομπότ μπορούν να μάθουν να φροντίζουν, αλλάεάν οι κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες που δημιουργούμε επιτρέπουν στους ίδιους τους ανθρώπους να συνεχίσουν να φροντίζουν.

* Λέκτορας Διοίκησης Επιχειρήσεων, Aegean College/University of Essex