Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Κάθε μέλος εταιρείας αναμένει ότι οι αξιωματούχοι της ενεργούν με επιμέλεια και καλή πίστη, προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος της, αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που μπορεί να τη ζημιώσει και να επηρεάσει δυσμενώς τις υποθέσεις της. Τυχόν αρνητική στάση μέλους της εταιρείας, ιδιαίτερα όταν εξαρτάται από μόνο δύο διευθυντές που κατέχουν ο καθένας τους το ήμισυ των μετοχών, μπορεί να δημιουργήσει αδιέξοδο ικανό να διαταράξει τη λειτουργία της και να την οδηγήσει σε διάλυση. Όπου οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών καθιστούν τη συμμετοχή τους στην εταιρεία αδύνατη, μπορούν να διορίσουν κατάλληλο πρόσωπο να τους αντικαθιστά στη διαχείριση των υποθέσεων της, διασφαλίζοντας τη συνέχιση των εργασιών και της ύπαρξης της εταιρείας προς όφελος τους. Η δυνατότητα σύγκλησης του διοικητικού συμβουλίου διασφαλίζεται με τη συμμετοχή περισσότερων των δύο μελών – συνεταίρων στην εταιρεία, ούτως ώστε να λαμβάνονται αποφάσεις ακόμη και στην περίπτωση διαφωνίας. Η ύπαρξη τρίτου διευθυντή ή μέτοχου που να δημιουργεί πλειοψηφία είναι προς όφελος της ίδιας της εταιρείας και των μελών της προς αποφυγή πιθανού αδιεξόδου. Όπου υποβάλλεται αίτηση στο Δικαστήριο από μέλος εταιρείας ως συνεισφορέας επειδή θεωρεί ότι είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, οφείλει να πείσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται σε θεραπεία είτε με την εκκαθάριση αυτής ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο και ότι στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θεραπείας είναι δίκαιο η εταιρεία να εκκαθαριστεί. Αν όμως το μέλος ενεργεί αδικαιολόγητα με το να ζητεί τη διάλυση της εταιρείας αντί άλλη θεραπεία, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει διάταγμα για εκκαθάριση. 

Στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μελών ως προς τον τρόπο διοίκησής της, την έκταση της διαφωνίας αυτής, την πηγή και τις συνέπειες της για τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Δικαστής κα Μ.Κ. Λοϊζου στην απόφαση της ημερ.10.5.2019, συστατικά στοιχεία στη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 211(στ) του Κεφ.113. Η ιδιαιτερότητα της εταιρικής αίτησης, αναφέρει, απαιτεί όπως η ακρόαση της γίνεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, με περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, η οποία πρέπει να επιτρέπεται με φειδώ και έχοντας κατά νου ότι μια αίτηση εκκαθάρισης δεν προσφέρεται για την έκδοση απόφασης επί των γενικότερων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στην έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εάν πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις του περί Εταιρειών Νόμου. Όπου η αίτηση εκκαθάρισης έχει ως νομική βάση μόνο το άρθρο 211(στ), που προνοεί ότι η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν τούτο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας, ο αιτητής οφείλει να έρθει με καθαρά χέρια, αφού αν κριθεί ότι το αδιέξοδο οφείλεται στον ίδιο, τότε η αίτηση του θα απορριφθεί. 

Το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση του, εξετάζοντας ενδιάμεση αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, έκρινε ότι απαιτείται η έκδοση σχετικού διατάγματος, αφού η κρίση επί της αξιοπιστίας των μερών είναι απαραίτητη ώστε να διαμορφώσει το Δικαστήριο άποψη ως προς τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς τους. Στην περίπτωση που τυχόν οι ισχυρισμοί παραμείνουν αναντίλεκτοι, θα εναποτίθεται στο Δικαστήριο το δύσκολο έργο της κρίσης επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων μόνο στη βάση των γραπτών ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να αποκομίσει εντύπωση από κάθε μάρτυρα δυνάμει της προφορικής του μαρτυρίας και δη της αντεξέτασης του. Όπως έχει νομολογηθεί, η διακριτική ευχέρεια ως προς την έγκριση ή απόρριψη αιτήματος για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο πρέπει να την ασκεί στη βάση εσωγενών και όχι εξωγενών της δίκης παραγόντων και πάντοτε με γνώμονα την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι μέσω της αντεξέτασης πρέπει να διαφαίνεται ότι θα αποκρυσταλλωθούν και θα διασαφηνιστούν τα επίδικα θέματα και όχι να συσκοτιστούν. Κατέληξε ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά διατάσσεται κατ’ εξαίρεση, μόνο όταν τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος είναι περιορισμένα, όταν εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαδικασίας και της δικαιοσύνης και όταν μέσα από αυτή υποβοηθείται το Δικαστήριο να εκδώσει την τελική του απόφαση, ικανοποιούμενο περί αυτής, κατά το νόμο και κατά συνείδηση, αναφερόμενο στους σχετικούς παράγοντες που τη δικαιολογούν. 

 
* Δικηγόρος στη Λάρνακα.