Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Μετά τη χρηματοοικονομική κρίση, τα δεδομένα για τον τραπεζικό τομέα έχουν αλλάξει σημαντικά. Παρά τους σχετικά ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια και τις προσπάθειες των τραπεζών, τα ΜΕΔ δεν έχουν μειωθεί σε βαθμό που να μην δημιουργεί ανησυχία. Το μεγαλύτερο μέρος της  μείωσης, δυστυχώς, δεν οφείλεται σε οργανικές αναδιαρθρώσεις, που είναι ο πιο επιθυμητός τρόπος για μείωση, αλλά σε ανταλλαγή δάνειων με ακίνητα που δημιουργούν άλλα σοβαρά προβλήματα (συσσώρευση ακίνητων στους ισολογισμούς των τραπεζών) ή λόγω πωλήσεων πακέτων δανείων, που επίσης δημιουργούν άλλα προβλήματα. Ίσως τα ΜΕΔ δεν ήταν εξ υπαρχής βιώσιμα και δεν αφήνουν περιθώριο για βιώσιμες αναδιαρθρώσεις ή δανειολήπτες που θα μπορούσαν να αποπληρώσουν.
Η διαχείριση των ΜΕΔ συνεχίζει να παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση για τις τράπεζες και για την Κύπρο γενικότερα. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν από τη Βουλή τον Ιούλιο του 2018 και αργότερα (Σχέδιο Εστία, αφερεγγυότητα, διαδικασία για εκποιήσεις), πρέπει να αξιοποιηθούν, ώστε να επιτευχθεί περαιτέρω μείωση για το συμφέρον της οικονομίας. Οι κινήσεις για αλλαγή στις νομοθεσίες δεν εξυπηρετούν το συμφέρον της Κύπρου. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός αναμένει δείγματα γραφής για τη μείωση των ΜΕΔ και οποιεσδήποτε χαλαρώσεις στο πλαίσιο εκποιήσεων θα οδηγήσει σε απόδοση μειωμένης αξίας στις εξασφαλίσεις με όλες τις συνέπειες, όπως έγινε με τον Συνεργατισμό. 
Άλλη εξίσου σημαντική πρόκληση είναι η χαμηλή κερδοφορία, που επηρεάζεται αρνητικά από διάφορους παράγοντες. Εκτός από την ανάγκη για αύξηση των προβλέψεων (που είναι συνυφασμένη με τα ΜΕΔ), η οποία απορροφά από τα λειτουργικά κέρδη, υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά.
Αυτή τη στιγμή τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια (net interest margins) έχουν μειωθεί αισθητά, λόγω των χαμηλών επιτοκίων, που σχετίζονται με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής. Μεταξύ των μέτρων νομισματικής πολιτικής είναι τα αρνητικά επιτόκια, που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εφαρμόζει  για καταθέσεις τραπεζών με τις Κεντρικές Τράπεζες. Στην ουσία, οι τράπεζες για τις καταθέσεις τους στην Κεντρική Τράπεζα πληρώνουν, εδώ και αρκετό καιρό 0,40%  
Την ίδια ώρα, παρά την οικονομική ανάκαμψη, η ζήτηση για δανεισμό είναι περιορισμένη (ίσως λόγω του πολύ ψηλού χρέους των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων) με εξαίρεση τα στεγαστικά δάνεια, ενώ τα κριτήρια έχουν γίνει πιο αυστηρά. Ο ανταγωνισμός οξύνεται για την πίτα των καλών δανείων, που είναι πολύ μικρότερη από προηγουμένως. Όλες οι τράπεζες κυνηγούν νέα δάνεια που θα τους αποφέρουν εισόδημα. Και εφόσον το επιτόκιο είναι σημαντικός παράγοντας για την απόφαση, υπάρχει ανταγωνισμός στα επιτόκια δανεισμού, με αποτέλεσμα την περαιτέρω συμπίεση τους.   
Οι καταθέσεις, παρά τις απώλειες και λόγω «κουρέματος» και λόγω φυγής κεφαλαίων (ρωσικές καταθέσεις κι άλλες), παρουσιάζουν αυξήσεις με αποτέλεσμα οι τράπεζες να έχουν υπερβάλλουσα ρευστότητα, που δυσκολεύονται να διοχετεύσουν επικερδώς. Ενώ το εποπτικό όριο είναι 100%, ο μέσος όρος του τραπεζικού συστήματος στην Κύπρο είναι πάνω από 300%.
Η διαχείριση της πλεονάζουσας ρευστότητας είναι μια άλλη μεγάλη πρόκληση για τον τραπεζικό τομέα. Με τα χαμηλά περιθώρια επιτοκίων, τον περιορισμένο δανεισμό, την πλεονασματική ρευστότητα, η κερδοφορία των τραπεζών, έχει επηρεαστεί αρνητικά. 
Εφόσον τα έσοδα από τόκους έχουν μειωθεί σημαντικά, εγείρεται επείγουσα ανάγκη για περαιτέρω εξορθολογισμό των εξόδων και επέκταση των δραστηριοτήτων τους για τη δημιουργία πρόσθετων εσόδων (επέκταση της εισοδηματικής βάσης). 
Η συγκράτηση των δαπανών αποτελεί σημαντική πρόκληση. Οι λειτουργικές δαπάνες είναι πολύ δύσκολο να μειωθούν, εφόσον το μισθολόγιο, που απορροφά ένα μεγάλο μέρος των δαπανών (πέραν του 60% των εξόδων) είναι ανελαστικό. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και συνεργασία με τις συντεχνίες για το θέμα. Έχουν τεθεί ήδη ενώπιον της συντεχνίας οι θέσεις των τραπεζών και τα πρώτα σημάδια δείχνουν ότι διαφαίνονται δυσκολίες. Η συνεννόηση για ανανέωση των συμβάσεων που έχουν λήξει και γενικότερα η διαχείριση του εργατικού κόστους και των εργασιακών σχέσεων είναι μια πρόσθετη σημαντική πρόκληση. 
Με τις δυσκολίες που υπάρχουν για περιορισμό του κόστους, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί τη διέξοδο σε αυτή την προσπάθεια μέσω αύξησης της λειτουργικής αποτελεσματικότητας/παραγωγικότητας. Για το σκοπό αυτό οι επενδύσεις σε τεχνολογικά συστήματα  είναι πρωτεύουσας σημασίας. Όπως αναφέρει η Κεντρική Τράπεζα στην έκθεση της για την χρηματοοικονομική σταθερότητα, η μετάβαση των τραπεζών στην ψηφιακή εποχή δημιουργεί μεν προοπτικές, αλλά υπάρχουν και κίνδυνοι. Είναι γνωστό ότι αυτές οι διαρθρωτικές προκλήσεις  συνεπάγονται μεγάλες επενδύσεις, αλλαγές στις διαδικασίες και τον τρόπο εργασίας και βέβαια παίρνουν χρόνο να αποδώσουν. 
Σ’ όλα τα πιο πάνω να προσθέσω και τις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις των εποπτικών Αρχών. Είναι ένα κύμα συνεχώς αυξανόμενο που συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο κόστος για τις τράπεζες. Το κόστος για συμμόρφωση έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, όπως φαίνεται από τη σημαντική αύξηση του προσωπικού που ασχολείται με το θέμα και την ετοιμασία εποπτικών καταστάσεων, ενώ οι πιέσεις για αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος συνεπάγονται ανάλωση πόρων και πρόσθετο κόστος.
Η μειωμένη κερδοφορία επηρεάζει αρνητικά και την ικανότητα των τραπεζών να προσελκύσουν κεφάλαια για να στηρίξουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Η περίπτωση του Συνεργατισμού είναι ένα παράδειγμα που έδειξε τις μεγάλες δυσκολίες για εξεύρεση επενδυτών σε έτσι καταστάσεις. Να αναφέρω επίσης τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) που διενεργεί συχνά ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (ΕΕΜ) και τους επερχόμενους εποπτικούς ελέγχους. Οι τράπεζες οφείλουν να  ενισχύουν συνεχώς τα κεφάλαια τους, για να μην βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να τους υποδείξει ο Επόπτης κεφαλαιακές ανάγκες, ιδιαίτερα αν η προσπάθεια για μείωση των ΜΕΔ δεν καρποφορήσει.
Οι τράπεζες για να προσελκύσουν κεφάλαια πρέπει να καταστούν κερδοφόρες σε ικανοποιητικό βαθμό που να ανταμείβουν τους κάτοχους κεφαλαίου (τους μετόχους η κάτοχους ομολόγων). 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα είναι βασικό για υγιή οικονομία. Η προώθηση των επενδύσεων είναι κλειδί για την ανάπτυξη. Χωρίς δανεισμό οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δουλέψουν, επενδύσεις δεν μπορεί να γίνουν και η ανάπτυξη δεν προωθείται. Αν η οικονομία δεν αναπτύσσεται, οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και τα εισοδήματα επηρεάζονται. Η κατάσταση της οικονομίας και των τραπεζών είναι συγκοινωνούντα δοχεία. 
Εξωγενείς παράγοντες (Brexit, πιο χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στην Ευρώπη, εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας) συνεχίζουν να δημιουργούν αβεβαιότητα για τις προοπτικές της οικονομίας και δε θα πρέπει να χειροτερεύουμε την κατάσταση με δικές μας ενέργειες. Στις αποφάσεις των κομμάτων και της πολιτικής ηγεσίας πρέπει να μετρά το καλώς νοούμενο συμφέρον του τόπου, όχι η μικροπολιτική, οι κομματικές σκοπιμότητες και η εξυπηρέτηση πελατειακών σχέσεων. Από την κρίση έπρεπε να μάθουμε.  
 
* Οικονομολόγος.