Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου, η οποία γίνεται από οποιονδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το δικαστήριο, το οποίο έχει ευρεία εξουσία, εκτός από το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως (α) το περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους ή (β) εάν το περιουσιακό στοιχείο υπόκειται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε εγγραφή ή επιβάρυνση να ακυρωθεί η εν λόγω εγγραφή ή επιβάρυνση και να επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη ή (γ) εάν το περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητη περιουσία, η ακύρωση της εγγραφής και επανεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη συνοδεύεται ταυτόχρονα με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επί της εν λόγω ακίνητης περιουσίας ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δικαστικής απόφασης – μέμο.
Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη:- (α) δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη ή (β) μετακίνηση ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Οι ενέργειες αυτές τεκμαίρονται μέχρι απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξάρτητα εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση, την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο αναφερόμενος πιστωτής. Η μόνη υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί σε αυτές τις περιπτώσεις από το κατηγορούμενο πρόσωπο είναι να αποδείξει ότι η εν λόγω πράξη έγινε προς συγγενικό πρόσωπο ή προς αγοραστή με καλή πίστη και χωρίς πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τον πιστωτή στην είσπραξη του οφειλόμενου σε αυτόν εξ αποφάσεως χρέους.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην Π.Ε.37/2013, ημερ. 2/7/2019, επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε τη μεταβίβαση μετοχών από μέρους του οφειλέτη προς τον γιο του, κρίνοντας ότι είχε γίνει δόλια με σκοπό να εμποδιστεί ο πιστωτής του να εκτελέσει την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε προς όφελός του, προσθέτοντας ότι η έκδοση διατάγματος για πώληση μετοχών ως τρόπος εκτέλεσης της απόφασης ήταν δυνατή. Τόνισε ότι μέσα στα πλαίσια της συνδυασμένης εφαρμογής των άρθρων 16, 14 και 19 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Νόμος αυτός παρείχε τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατάσχεσης και πώλησης μετοχών ήταν ορθή και ότι οι μετοχές συνιστούσαν κινητή περιουσία υποκείμενη σε μέτρα εκτέλεσης. Η εισήγηση του οφειλέτη ότι η μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας στον γιο του έγινε καλή τη πίστει για σκοπούς φοροαπαλλαγής δεν έγινε αποδεκτή, αλλά ήταν προϊόν δεύτερης σκέψης και κατασκευής άλλοθι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά θεώρησε ότι από τις συνδυασμένες πρόνοιες του άρθρου 3(1) και (2) του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, δεν απαιτείται η παράθεση λεπτομερειών δόλιας πρόθεσης, αλλά είναι ικανοποιητικό ο αιτητής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει τα συστατικά εκείνα στοιχεία του άρθρου 3(1), ότι η μεταβίβαση ή διάθεση της περιουσίας έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές. Κατέληξε ότι επρόκειτο περί δόλιας μεταβίβασης των μετοχών, οι οποίες μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαταγμάτων ακύρωσης, γι’ αυτό και προέβη στην έκδοση διατάγματος ακύρωσης της μεταβίβασης των μετοχών, επανεγγραφής τους στο όνομα του οφειλέτη, τον οποίο αποκατέστησε ως μέτοχο και πώλησής τους.