Πόσο χρόνο χρειάζεται για μια άδεια που αφορά τον κατασκευαστικό τομέα, τι βαθμολογία έχει κάθε χώρα, πόσες μέρες απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατασκευής, είναι ένα από τα πολλά ερωτήματα που απαντάει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Housing in the European Union: Market Developments, Underlying Drivers, and Policies».
Οι αναλυτές, αναφέρουν ότι είναι δύσκολο να συνοψιστούν και να συγκριθούν οι κανονισμοί χωροταξίας και δόμησης μεταξύ χωρών χρησιμοποιώντας ομοιόμορφα μέτρα. Ένας λόγος για αυτό, είναι ότι σε πολλές χώρες οι πολιτικές καθορίζονται σε υποεθνικό επίπεδο, γεγονός που καθιστά δύσκολη την παραγωγή εθνικής αξιολόγησης. Η Παγκόσμια Τράπεζα αναφέρει δείκτες για τους κανονισμούς κατασκευών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο, παρά το γεγονός ότι επικεντρώνονται στις επιχειρήσεις και όχι στα νοικοκυριά. Αυτά τα δεδομένα – από το 2020 – αποτελούνται από μια βαθμολογία για την επεξεργασία αδειών κατασκευής, ένα μέτρο του μέσου αριθμού ημερών που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατασκευής, το κόστος μεταβίβασης ακινήτου και ένα μέτρο της ποιότητας της διαχείρισης γης.
Οι χειρότερες βαθμολογίες που αφορούν τις άδειες κατασκευής επιτεύχθηκαν από την Τσεχία, την Κροατία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία. Ο μεγαλύτερος χρόνος για την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών κατασκευής ενός έργου (507 μέρες) αναφέρθηκε στην Κύπρο, ακολουθούμενη από τη Ρουμανία (260 μέρες), τη Σλοβακία (300 μέρες), τη Σλοβενία (247,5 μέρες) και την Τσεχία (246 μέρες). Ας δούμε τι γίνεται στις άλλες χώρες σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης. Στην Δανία (64 μέρες) και Φιλανδία (65 μέρες) ο χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών κατασκευής είναι ο μικρότερος, και ακολουθεί Λιθουανία 74 μέρες, Βουλγαρία 97 μέρες. Στην Γερμανία είναι 126 μέρες, στην Εσθονία 103 μέρες, Ιρλανδία 164 μέρες, Ελλάδα 180 μέρες, Ισπανία 147 μέρες, Γαλλία 213, Κροατία 146 μέρες, Λετονία 192 μέρες, Λουξεμβούργο 155 μέρες, Ολλανδία 161 μέρες, Αυστρία 222 μέρες, Πολωνία 137, Πορτογαλία 160, Σουηδία 117 μέρες.
Η πιο δαπανηρή μεταβίβαση ακινήτου επί της αξίας (transfer of property costs % of property value) καταγράφηκε στη Μάλτα (13,5%), ακολουθούμενη από το Βέλγιο (12,7%) και το Λουξεμβούργο (10,1%). Στην Κύπρο είναι 7,7%, στην Ελλάδα 4,8%, Βουλγαρία 2,8%, Δανία και Γερμανία 0,6%, Ισπανία 6,1%, Ιταλία 4,4%, Ολλανδία 6,1%, Αυστρία 4,6%, Πορτογαλία 7,3%, Ρουμανία 1,3%, Σλοβενία 2%, Φιλανδία 4%, Σουηδία 4,3%. Οι χαμηλότερες τιμές για την ποιότητα της διαχείρισης γης (δείκτης 0-30) καταγράφηκαν από την Ελλάδα (4,5) , ακολουθούμενη από τη Μάλτα (12,5) και τη Ρουμανία (17). Στην Κύπρο ο δείκτης είναι στο 23, στην Ιταλία 26,5, Λιθουανία 28,5, Αυστρία 23, Πορτογαλία 20.
Έκδοση αδειών
Στην έκθεση σημειώνεται, ότι η διαδικασία έκδοσης αδειών οικοδομής αποτελείται από πολλαπλά βήματα με σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η διαδικασία έκδοσης αδειών οικοδομής είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της κανονιστικής συμμόρφωσης στον κατασκευαστικό κλάδο. Συνήθως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της νομοθεσίας περί κτιρίων και περιλαμβάνει κανόνες επιβολής. «Σε αυτήν εμπλέκονται κεντρικές, περιφερειακές και τοπικές δημόσιες αρχές και πολυάριθμοι ιδιωτικοί φορείς. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο αιτών, ο κατασκευαστής και ο επιβλέπων το έργο κτιρίου. Η διαδικασία έκδοσης αδειών οικοδομής περιλαμβάνει πολλά βήματα, ξεκινώντας από την αίτηση και την έγκριση του σχεδίου και συνεχίζοντας με τις επιθεωρήσεις του εργοταξίου και την εποπτεία», αναφέρεται στην έκθεση. Σε όλες τις χώρες της ΕΕ, αναφέρεται στην έκθεση, ο αιτών πρέπει να καταβάλει τέλος για να λάβει άδεια οικοδομής. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη διακύμανση ως προς τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας του τέλους, η οποία μπορεί να βασίζεται στο κόστος κατασκευής, την επιφάνεια, την προβλεπόμενη χρήση του κτιρίου ή μπορεί να είναι ένα σταθερό τέλος.
Σύμφωνα με την έκθεση, στις περισσότερες χώρες της ΕΕ υπάρχουν καθορισμένοι χρόνοι διαδικασίας κατά τους οποίους πρέπει να εκδοθεί η άδεια, που κυμαίνονται από 3 εβδομάδες στη Λιθουανία έως και 31 εβδομάδες στην Πορτογαλία. Σε ορισμένες χώρες (όπως η Κύπρος, η Δανία, η Λετονία, το Λουξεμβούργο, η Σλοβακία και η Σουηδία) δεν υπάρχει καθορισμένος χρόνος. «Εκτός από τους μεγάλους χρόνους επεξεργασίας, η διαδικασία αδειοδότησης σε ορισμένες χώρες επιβαρύνεται από πολύπλοκες απαιτήσεις τεκμηρίωσης, οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν περιττές καθυστερήσεις και διοικητικό φόρτο. Η αναθεώρηση αυτών των απαιτήσεων, με σκοπό την απλούστευση, θα μπορούσε να συμβάλει σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», αναφέρουν οι αναλυτές της έκθεσης.
Πως γίνεται η φορολογία των ακινήτων
Οι περιοδικοί φόροι επί των κατοικιών μπορούν να αποτελέσουν μια αποτελεσματική πηγή φορολογίας και να μειώσουν την κερδοσκοπική ζήτηση, αναφέρει η έκθεση. Οι περιοδικοί φόροι επί των ακινήτων μπορούν να αποτυπώσουν τα οικονομικά ενοίκια που συσσωρεύονται στους ιδιοκτήτες από την αύξηση των τιμών των κατοικιών, η οποία προκύπτει από την έλλειψη γης. Ενώ η περιοδική φορολογία ακινήτων εφαρμόζεται στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, δεν εφαρμόζεται σε έξι κράτη μέλη (Κύπρος, Εσθονία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιταλία, Μάλτα).
Διαφορετικοί συντελεστές σημειώνεται, ενδέχεται να ισχύουν για την κύρια κατοικία και άλλα είδη ακινήτων, όπως δευτερεύουσες κατοικίες ή κατοικίες που ανήκουν ως επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία. Οι περιοδικοί φόροι ακινήτων συνήθως αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο μερίδιο των φόρων ακινήτων και μια σημαντική πηγή εσόδων για τις τοπικές αυτοδιοικήσεις. Η απροθυμία των κυβερνήσεων να αυξήσουν τα έσοδα από τέτοιους φόρους οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: οι φόροι επί των κατοικιών είναι ιδιαίτερα ορατοί, η αξιολόγηση και η ενημέρωση της σχετικής φορολογικής βάσης είναι συχνά αμφιλεγόμενη και, δεδομένου ότι οι φόροι κατοικιών καταβάλλονται συχνά στις τοπικές αρχές, μια αύξηση μπορεί να απαιτεί εξισορρόπηση των εσόδων σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης. Επιπλέον, οι φόροι ακίνητης περιουσίας μπορούν να θεωρηθούν άδικοι, καθώς δεν σχετίζονται με την τρέχουσα ικανότητα πληρωμής του φορολογούμενου, γεγονός που τους καθιστά μη δημοφιλείς.
Φόρος για τα κενά ακίνητα, πρόκληση για την Ευρώπη
Ο φόρος χρησιμοποιείται επίσης για τη ρύθμιση των κενών ακινήτων, των οποίων ο πολλαπλασιασμός αποτελεί σημαντικό ζήτημα σε ορισμένες χώρες και πόλεις. Στην έκθεσης υποδεικνύεται ότι το ζήτημα των κενών ακινήτων αποτελεί σημαντική πρόκληση σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς εκτιμάται ότι περίπου ένα στα έξι ακίνητα παραμένουν κενά πανευρωπαϊκά. «Αυτό το ζήτημα είναι ιδιαίτερα έντονο σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Πορτογαλία, η Μάλτα, η Κύπρος και η Ουγγαρία. Ωστόσο, ένα υψηλό ποσοστό κενών ακινήτων μπορεί να βρεθεί και σε ορισμένες μεγάλες πόλεις με σημαντικές ελλείψεις στέγασης», αναφέρεται.
Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία δεν είναι εναρμονισμένα σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς ορισμένα κράτη θεωρούν τις δεύτερες κατοικίες ως κενές, ενώ άλλα όχι. Ο εντοπισμός των κενών ακινήτων, σύμφωνα με την έκθεση, δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά υπάρχουν διάφορες μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Αυτές περιλαμβάνουν την παρακολούθηση της χρήσης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (σημαντική και μακροπρόθεσμη μείωση της κατανάλωσης νερού, ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου), βάσεις δεδομένων ακινήτων (ακίνητα που διατίθενται προς πώληση για μεγάλο χρονικό διάστημα), δεδομένα ταχυδρομικών υπηρεσιών (μη παραδομένη αλληλογραφία). Ενώ η παρακολούθηση των κενών κατοικιών παραμένει καθήκον των τοπικών αρχών, έχουν υπάρξει περιπτώσεις που η παρακολούθηση αυτή πραγματοποιείται σε περιφερειακό επίπεδο, όπως στην περίπτωση της Βαλλονίας στο Βέλγιο. Στην έκθεση σημειώνεται ότι, η αποτελεσματική φορολόγηση των κενών κατοικιών, απαιτεί αυστηρή επιβολή δηλώσεων των ιδιοκτητών κατοικιών, με πρόστιμα για ψευδείς δηλώσεις, όπως καταδεικνύεται από διεθνείς εμπειρίες όπως αυτές του Βανκούβερ και της Μελβούρνης.