Ιδιαίτερα κρίσιμες χαρακτηρίζονται οι επόμενες δυο μέρες για τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης στην κυβερνητική μηχανή. Και αυτό γιατί μεθαύριο Τετάρτη έχει προγραμματιστεί παγκύπρια 24ωρη απεργία από το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό. Πρόκειται για ένα ζήτημα, το οποίο εκκρεμεί από το τέλος του 2024, οπότε και είχε λήξει η συλλογική σύμβαση των εργαζομένων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπογραφεί ακόμη η νέα συλλογική σύμβαση, η οποία αφορά τα έτη 2025 – 2027, τη στιγμή που ήδη βρισκόμαστε στο 2026.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ΟΕΚΔΥ ΣΕΚ, ΠΑΣΕΥ ΠΕΟ και ΔΕΕ ΚΔΟΚΩ ΔΕΟΚ, οι οποίες εκπροσωπούν το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό, σε κοινή τους ανακοίνωση, είχαν καλέσει την κυβέρνηση να παραχωρήσει αυξήσεις στους χαμηλόμισθους εργαζόμενους της. Αλλιώς, σε περίπτωση που δεν προχωρήσει η όλη διαδικασία, προειδοποίησαν ότι τα απεργιακά μέτρα θα κλιμακωθούν.

Το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό απαριθμεί 7.500 εργαζόμενους σε όλα τα υπουργεία και κυβερνητικά τμήματα και 1.700 περίπου στο Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ). Όπως προκύπτει, το συγκεκριμένο ζήτημα αφορά πέραν των 9.000 εργαζομένων. Σύμφωνα με τα όσα έχουν προγραμματιστεί, στο πλαίσιο της απεργίας, το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό θα πραγματοποιήσει συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 10:00 π.μ. της Τετάρτης έξω από το Υπουργείο Οικονομικών και θα ακολουθήσει πορεία προς το Προεδρικό Μέγαρο.

Διευκρινίζεται ότι η συγκεκριμένη διαφορά, δεν αφορά στους εργαζόμενους της δημόσιας υπηρεσίας, εξού και δεν συμμετέχει η ΠΑΣΥΔΥ στη διαδικασία, αλλά το ωρομίσθιο προσωπικό της κυβέρνησης, όπως είναι για παράδειγμα οι μέσσιντζερ, καθαριστές, κηπουροί και άλλοι. Γι’ αυτό και οι συντεχνίες διεκδικούν μισθολογικές αυξήσεις για τους εν λόγω εργαζόμενους, οι οποίοι, όπως αναφέρουν και στην κοινή τους ανακοίνωση, είναι οι πλέον χαμηλόμισθοι στον δημόσιο τομέα.

«Ο μισθός πολλών ωρομισθίων βρίσκεται στο ύψος του κατώτατου μισθού στην Κύπρο και δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης τους», ανέφεραν χαρακτηριστικά. Συμπληρώνοντας ότι «η βελτίωση των μισθών και των λοιπών ωφελημάτων είναι κρίσιμης σημασίας».

Όσον αφορά τώρα στο κομμάτι της εργατικής διαφοράς, οι εργαζόμενοι, μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων διεκδικούν μεταξύ άλλων μισθολογικές αυξήσεις 2% για το 2025, 3% για το 2026 και 3% για το 2027. Πέραν αυτών, οι συντεχνίες έχουν βάλει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αιτήματα όπως πληρωμή γονικής άδειας και συμπλήρωση του μισθού από τον εργοδότη, αύξηση κατά μια μέρα των ετήσιων αδειών σε όλες τις βαθμίδες, ένταξη των εργαζομένων αορίστου χρόνου στα Ταμεία Προνοίας, καθώς και ιατροφαρμακευτική κάλυψη από τον εργοδότη, για υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από το ΓεΣΥ.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις κατηγορούν το Υπουργείο Οικονομικών ότι καθυστερεί την όλη διαδικασία, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση, όπως υποστηρίζουν. «Είναι η πρώτη φορά από την ίδρυση της Δημοκρατίας, που χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, καθυστερεί η διαδικασία ανανέωσης της συλλογικής σύμβασης ώστε να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία», προσθέτουν.

Ωστόσο, οι πληροφορίες από την πλευρά του Υπουργείου Οικονομικών και της Μικτής Επιτροπής Προσωπικού, αναφέρουν ότι ο λόγος της καθυστέρησης έγκειται στο γεγονός ότι το ύψος των αιτημάτων των εργαζομένων συνεπάγεται με υψηλό κόστος για τα κυβερνητικά ταμεία, κάτι ασφαλώς που αποτελεί αγκάθι για την ανανέωση της συλλογικής σύμβασης.