Η απόφαση του ωρομίσθιου κυβερνητικού προσωπικού να κατέλθει αύριο Τετάρτη σε παγκύπρια 24ωρη απεργία καθιστά τη σημερινή μέρα ιδιαίτερα κρίσιμη.

Και αυτό καθώς δεν αποκλείεται να προκύψουν διαβουλεύσεις της τελευταίας στιγμής, για να αποφευχθεί η εκδήλωση διαμαρτυρίας. Άλλωστε, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θέμα αφορά πέραν των 9.000 εργαζομένων – κατά βάση χαμηλόμισθων – αναμένεται να δημιουργήσει προβλήματα στην κρατική μηχανή, στην περίπτωση υλοποίησης της 24ωρης απεργίας.

Όπως ανέφερε χθες ο Γενικός Γραμματέας της ΟΕΚΔΥ ΣΕΚ, Γιώργος Κωνσταντίνου, τα άτομα αυτά στελεχώνουν ζωτικές υπηρεσίες σε όλα τα Υπουργεία και Τμήματα, όπως το Τμήμα Δασών, την Πυροσβεστική, τους ναυαγοσώστες, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, την Πολιτική Άμυνα, τα Δημόσια Έργα και το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων.

Για να υπογραμμίσει ότι η απεργία θα είναι καθολική και αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του κράτους. Μάλιστα, προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που διαφανεί ότι η Κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται και δεν κατανοεί την δύσκολη οικονομική θέση των εργαζόμενων, τα μέτρα θα κλιμακωθούν. Ο ΓΓ της ΟΕΚΔΥ ΣΕΚ διευκρίνισε πως οι ωρομίσθιοι του Δημοσίου είναι το πιο χαμηλόμισθο προσωπικό του κράτους. «Οι μισθοί τους ξεκινούν από τον κατώτατο μισθό των 1.088 ευρώ, την ίδια ώρα όμως που ο ρόλος τους είναι ζωτικής σημασίας».

Ως βασική διαφορά μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους, δηλαδή τις ΟΕΚΔΥ ΣΕΚ, ΠΑΣΕΥ ΠΕΟ και ΔΕΕ ΚΔΟΚΩ ΔΕΟΚ, με την κυβερνητική πλευρά, είναι η ανανέωση της συλλογικής σύμβασης, η οποία έληξε στο τέλος του 2024. Η νέα σύμβαση θα αφορά τα έτη 2025-2026-2027. Οι συντεχνίες διεκδικούν μεταξύ άλλων μισθολογικές αυξήσεις 2% για το 2025, 3% για το 2026 και 3% για το 2027.

Όπως αναφέρεται από την πλευρά των συνδικαλιστικών οργανώσεων, η συγκεκριμένη κατηγορία εργαζόμενων δεν έχει λάβει γενικές αυξήσεις από το 2009, ενώ ακόμα και την περίοδο 2017-2018 οπότε είχαν παραχωρηθεί γενικές αυξήσεις στο δημόσιο, ορισμένοι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης κατηγορίας, δεν τις είχαν λάβει.

Οι συντεχνίες επιρρίπτουν ευθύνες στο Υπουργείο Οικονομικών για κωλυσιεργία στο διάλογο, με τον κ. Κωνσταντίνου να επισημαίνει ότι «τα αιτήματα των εργαζομένων έχουν υποβληθεί από το 2025 και το Υπουργείο Οικονομικών καθυστερεί να μας πει τι αποδέχεται και τι όχι. Δεν μας έχει δώσει καμία πρόταση μέχρι σήμερα ώστε να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε σε μια λογική διευθέτηση, η οποία θα βελτιώνει και τους μισθούς των εργαζομένων, οι οποίοι έχουν να πάρουν αύξηση τα τελευταία 17 χρόνια», σημείωσε σχετικά.

Προσέθεσε, ότι οι εργαζόμενοι αυτοί είχαν υποστεί τις αποκοπές του μνημονίου, τη στέρηση προσαυξήσεων και άλλων ωφελημάτων, με κάποια από αυτά τα μέτρα να ισχύουν μέχρι σήμερα. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μηδενικές αυξήσεις ή αυξήσεις που δεν θα βελτιώσουν τους μισθούς των εργαζομένων οι οποίοι σήμερα δυσκολεύονται να επιβιώσουν» κατέληξε.