Επίθεση κατά του πορίσματος της Αρχής Κατά της Διαφθοράς για το Κράτος Μαφία εξαπέλυσε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, υποστηρίζοντας ότι τα ευρήματά του βασίζονται σε «ισοζύγιο πιθανοτήτων» και όχι σε αποδείξεις πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ κατήγγειλε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, δημόσια διαπόμπευση και παράλειψη της Αρχής να του δώσει τη δυνατότητα να απαντήσει σε σειρά ισχυρισμών που οδήγησαν σε εισηγήσεις για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών αδικημάτων. Την ίδια ώρα ο κ. Αναστασιάδης ζήτησε τον άμεσο διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή, απορρίπτοντας τα ευρήματα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς που τον εμπλέκουν σε πιθανές πράξεις διαφθοράς και κάνοντας λόγο για αυθαίρετα συμπεράσματα, ελλιπή διερεύνηση και κλίμα «τοξικότητας» και «λαϊκών δικαστηρίων» σε βάρος του.

Αυτούσιες οι δηλώσεις του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας

Κυρίες και κύριοι, θα ήθελα προ της όποιας άλλης αναφοράς να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες για την εδώ παρουσία σας.

Η σημερινή διάσκεψη εκρίθη αναγκαία ύστερα από όσα ακολούθησαν την έκδοση του πορίσματος της Αρχής Κατά της Διαφθοράς.

Δυστυχώς και παρά τις επισημάνσεις της Αρχής (σελ. 7 και 8) πως:

(α) «Είναι σημαντικό και πρέπει να τονιστεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι το επίπεδο απόδειξης σε ερευνητικές διαδικασίες είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, σ’ αντίθεση με το αντίστοιχο που εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις που είναι απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας»

(β) Τόσο οι Λειτουργοί Επιθεώρησης όσο και η Αρχή, κατά την εξέταση της τελικής έκθεσης είχαν καθ’ όλα τα στάδια υπόψιν τους, τόσο το τεκμήριο της αθωότητας όσο και το γεγονός ότι τελικός κριτής για την ετυμηγορία του κατά πόσον κάποιος είναι ένοχος είναι το Δικαστήριο.

Παρά ταύτα και κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας που είναι συνταγματικά δικαίωμα κατοχυρωμένο, κάποιοι έστησαν λαϊκά δικαστήρια και καταδίκασαν ως ένοχους όσους με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων εκρίθησαν από την Αρχή Κατά της Διαφθοράς ότι ενδέχεται να εμπλέκονται σε πιθανά αδικήματα. Εξάλλου εδώ και χρόνια έχουν εκδώσει την ετυμηγορία τους. 

Δυστυχώς αυτό που καταγράφεται μετά την έκδοση του πορίσματος της Αρχής είναι η ένταση της τοξικότητας, η σπίλωση ονομάτων, η δολοφονία χαρακτήρων, ακόμα και η ηρωοποίηση του εφευρέτη της μυθοπλασίας για την Σάντη.

Κανένας από τους λαϊκούς δικαστές δεν θέλησε να αντιληφθεί πως οι ερευνώντες λειτουργοί και η Αρχή Κατά της Διαφθοράς απέρριψαν ως ψευδείς ή δεν αποδέχθηκαν τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς εις βάρος μου.

Και για να μην αοριστολογώ, θα περιοριστώ στους υπό διερεύνηση ισχυρισμούς που προβάλλονται στο «Κράτος Μαφία».

Κεφάλαιο 1: «Ο ολιγάρχης και το φέουδο του»

Ο ισχυρισμός για τον «Νόμο Ριμπολόβλεφ» που απεδίδετο στον Νίκο Αναστασιάδη που είχε κάνει συμφωνία με τον Ριμπολόβλεφ, που είχε και οικονομική πτυχή, κατέρρευσε αφού τον ψήφισε σχεδόν ομόφωνα η Βουλή, με μόνο δύο αρνητικές ψήφους, ύστερα από την στήριξη του συνόλου της συντεταγμένης πολιτείας, Κυβέρνηση, Κεντρική Τράπεζα, Σύνδεσμος Τραπεζών, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, ο ΣΕΛΚ, το ΚΕΒΕ, ο STEP, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας και όσοι κλήθηκαν να εκφέρουν απόψεις για την σχετική πρόταση Νόμου. Στα ίδια εξάλλου ευρήματα κατέληξαν και οι Ερευνώντες Λειτουργοί.

Υποκεφάλαιο: «Η ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης»

Δεν αναφέρεται σε εμπλοκή του τέως Προέδρου και ως εκ τούτου δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε σχόλια.

Υποκεφάλαιο: «Η σύλληψη της Ριμπολόβλεβα»

Το όλο αφήγημα αναφέρεται στη δήθεν γνώση και εμπλοκή του τέως Προέδρου στη σύλληψη της συζύγου του, Ριμπολόβλεβα.

Παρά ταύτα σε κανένα σημείο του βιβλίου ή της Έκθεσης της Αρχής δεν γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ενέργεια του τέως Προέδρου προς οποιαδήποτε αρχή ή όργανο που να υποδηλοί γνώση ή εμπλοκή του Αναστασιάδη στη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα.

Το σύνολο των ισχυρισμών στηρίζεται σε μηνύματα SMS που σύμφωνα με τα πορίσματα της Αρχής δεν μπορεί να τους δοθεί αποδεικτική αξία χωρίς την ύπαρξη άλλης υποστηρικτικής μαρτυρίας, επομένως όπως καταληκτικά αναφέρεται στην έκθεση, η στοιχειοθέτηση κάποιων ισχυρισμών του κ. Δρουσιώτη αποδυναμώνεται στο βαθμό που τα SMS αποτελούν τη μοναδική πηγή πληροφόρησης τόσο του ιδίου όσο και των Λειτουργών Επιθεώρησης.

Να σημειωθεί ότι η όλη μυθοπλασία αφορά ένα SMS πως ο Νο.1, που αυθαίρετα θεωρείται πως αφορά τον τέως Πρόεδρο, είπε στον συνομιλητή του, ότι «ελπίζω να μην επέμβει ο Γενικός Εισαγγελέας».

Πως η εσφαλμένη σύνδεση των γεγονότων οδηγεί σε λάθος ευρήματα.

Δυστυχώς και απολύτως εσφαλμένα οι Λειτουργοί Επιθεώρησης συνέδεσαν τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα με ένα άλλο SMS που ανεφέρετο σε δήθεν ενέργειες του κ. Ανδρέα Χατζήκυριακου για ένα ταξίδι μονής διαδρομής από Βρυξέλλες στην Αθήνα, καταλήγοντας στο ανυπόστατο συμπέρασμα ότι ο τέως Πρόεδρος ενδέχεται να διέπραξε το αδίκημα της «Εμπορίας Επηρεασμού (παραγρ. 71.13) αποδεχόμενος αθέμιτο πλεονέκτημα προκειμένου να ασκήσει ανάρμοστη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημοσίων λειτουργών.» Υπονοώντας παρέμβαση για πραγμάτωση της σύλληψης της κας Ριμπολόβλεβα.

Πιο συγκεκριμένα στη σελίδα 28 του πορίσματος αναφέρεται ότι «Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του τέως Προέδρου κ. Αναστασιάδη και του κ. Ριμπολόβλεφ, συμφωνία με την οποία ο κ. Ριμπολόβλεφ θα κάλυπτε το κόστος ιδιωτικής πτήσης του τέως Προέδρου από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα στις 21/3/2014, και ότι η συμφωνία αυτή διευκολύνθηκε από τον κ. Χατζήκυριακο».

Αυτό που διέφυγε από τους Λειτουργούς Επιθεώρησης και των μελών της Αρχής Κατά της Διαφθοράς είναι πως στο Υποκεφάλαιο «Ο ολιγάρχης ζητά εξηγήσεις», ο διερευνητικός συγγραφέας αναφέρει στη σελίδα 48 του βιβλίου «Κράτος Μαφία» πως «στις 6 Μαρτίου 2014 διευθετήθηκε κατεπείγουσα συνάντηση του Ριμπολόβλεφ με τον Αναστασιάδη στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου ο κ. Πρόεδρος θα πήγαινε για το συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος…. Εκεί συμφωνήθηκε ένα νέο σχέδιο δράσης το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει μέσα από τα μηνύματα που κατασχέθηκαν από το κινητό της Μπερσέντα».

Ενώ στη σελίδα 50 του ίδιου βιβλίου γράφει: «Στα οικονομικά ανταλλάγματα που εξασφάλισε ο Αναστασιάδης για τη νέα του συνεργασία….ήταν να πληρώνει ο ολιγάρχης τον λογαριασμό για να ταξιδεύει με ιδιωτικά τζετ.», για να συνεχίσει «Για αρχή θα ναυλωνόταν ένα τζετ για ένα ταξίδι του Αναστασιάδη μονής διαδρομής».

Στις 20 και 21 Μάρτιου ο Αναστασιάδης θα συμμετείχε σε σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες. Ο Χατζήκυριακος ενημέρωσε την Μπερσέντα ότι ο Πρόεδρος ήθελε να ταξιδέψει στις 21 Μαρτίου από Βρυξέλλες στην Αθήνα. Ακολούθως θα επέστρεφε στην Κύπρο με αεροπλάνο της γραμμής.»

Να σημειωθεί ότι το «σατανικό» σχέδιο σύλληψης της Ριμπολόβλεβα πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2014.

Συνεπώς το εύρημα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς πως ο τέως Πρόεδρος ενδέχεται να διέπραξε το αδίκημα της «εμπορίας επηρεασμού» αποδεχόμενος αθέμιτο πλεονέκτημα ανατρέπεται και καταρρέει αφού το υποτιθέμενο αθέμιτο πλεονέκτημα δεν συνδέεται με τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα αλλά κατά ψευδή ισχυρισμό για την εκτέλεση ενός νέου σχεδίου που «συμφωνήθηκε» μεταγενέστερα.

Κυρίες και κύριοι, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η Αρχή Κατά της Διαφθοράς δεν απεδέχθη και απέρριψε ως ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα πλείστα Κεφάλαια και Υποκεφάλαια του βιβλίου «Κράτος Μαφία», αποδεχόμενη τις τεκμηριωμένες απαντήσεις που δίδω στο βιβλίο μου «Ο Συκοφάντης», θα επικεντρώσω τις αναφορές μου στα πορίσματα της Αρχής, που στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ευρίσκουν ότι ενδεχομένως να διέπραξα πιθανά αδικήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Κεφάλαιο 2: The offshore President – Η αλήθεια για την Focus

Το αφήγημα του συγγραφέα είναι πως η εταιρεία Focus Maritime χρησιμοποιήθηκε ως όχημα μέσω του οποίου ο κ. Βγενόπουλος χρηματοδοτούσε πολιτικά κόμματα στην Κύπρο.

Πιο συγκεκριμένα αναφέρει πως η Focus κάλυψε τα έξοδα μεταφοράς στην Κύπρο ψηφοφόρων του εξωτερικού για τις προεδρικές εκλογές του 2008, με εισφορές που ανήρχοντο σε 1,5 εκατομμύριο ευρώ για το ΑΚΕΛ και 500,000 ευρώ για τον ΔΗΣΥ.

Σαν αποτέλεσμα της αρνητικής δημοσιότητας και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν το 2014 από τη δημοσιοποίηση των εισφορών, ο Γενικός Εισαγγελέας διέταξε έρευνες για να διαπιστωθεί αν διαπράχθηκαν και από ποιους ποινικά αδικήματα.

Ύστερα από την ολοκλήρωση των ερευνών, ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε, στις 27 Ιανουαρίου 2016, πως μετά τη μελέτη του φακέλου της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι τα στοιχεία δεν οδηγούν προς τη διάπραξη των οποιονδήποτε ποινικών αδικημάτων, αφού η οποία αδήλωτη χρηματοδότηση προς κόμματα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.

Ένας άλλος συκοφαντικός ισχυρισμός είναι πως ο Αναστασιάδης σφετερίστηκε συνολικά 550,000 ευρώ που προορίζονταν για τον ΔΗΣΥ προς κάλυψη των εξόδων για την τότε μεταφορά των ψηφοφόρων το 2008 και για τις ανάγκες των προεκλογικών εξόδων του ΔΗΣΥ για τις ευρωεκλογές του 2009.

Οι πιο πάνω κακοήθεις ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από τους Λειτουργούς Επιθεώρησης ως ψευδείς και ανυπόστατοι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Αρχής Κατά της Διαφθοράς.

Παρά τα πιο πάνω, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν ότι προκύπτει ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος κατάχρησης εξουσίας. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 73.21: «Το εύρημα αυτό βασίζεται μεταξύ άλλων στη μαρτυρία ότι ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης Focus Maritime βρισκόταν σε εξέλιξη, ο κ. Αναστασιάδης συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπισθεί ποινικά αδικήματα.

Ενώ στην παράγραφο 73.22 του πορίσματος αναφέρεται πως: «Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης έκριναν ότι η παρέμβαση αυτή ενδέχεται να συνιστά ακατάλληλη άσκηση εκτελεστικής πίεσης προς τη Νομική Υπηρεσία, η οποία είναι συνταγματικά ανεξάρτητη και ότι μπορούσε να επηρεάσει την ακεραιότητα της έρευνας, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και το δημόσιο συμφέρον.

Για να καταλήξουν ότι με βάση τα πιο πάνω καταλογίζουν ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς στον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, για το ενδεχόμενο κακούργημα της κατάχρησης εξουσίας ως η παράγραφος 58 του πορίσματος, προσθέτοντας ότι η «μαρτυρία ότι ενδεχομένως να υπήρχε προσωπικό ή πολιτικό όφελος στο να σταματήσει μια έρευνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει πιθανή εμπλοκή του τέως Προέδρου στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για τον ΔΗΣΥ, γεγονός που συνιστά την ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ως κακούργημα.

Είναι με έκπληξη αλλά και ιδιαίτερη λύπη και πικρία που θα προχωρήσω στον σχολιασμό των πιο πάνω ευρημάτων.

Το πρώτο και σημαντικό που θα ήθελα να καταγράψω είναι πως ουδέποτε τέθηκε υπόψιν μου κατά την ενώπιον των Λειτουργών Επιθεώρησης κατάθεση ενός ανάλογου ισχυρισμού.

Συνεπώς, δεν είχα την ευκαιρία να αντικρούσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται αλλά και να αποτρέψω εσφαλμένα συμπεράσματα που καταγράφονται στην έκθεση της Αρχής.

Αναφερόμενος στα ευρήματα των Λειτουργών, θα ήθελα να παρατηρήσω τα ακόλουθα:

(α) Στη σελίδα 41 των Πορισμάτων της Αρχής αναφέρεται καταληκτικά: «Η μαρτυρία ότι ενδεχομένως να υπήρχε προσωπικό ή πολιτικό όφελος στο να σταματήσει μια έρευνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει πιθανή εμπλοκή του τέως Προέδρου στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για τον ΔΗΣΥ, συνιστά ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ως κακούργημα.»

Το πιο πάνω εύρημα έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα προγενέστερα ευρήματα της Αρχής σύμφωνα με τα οποία ο τέως Πρόεδρος δεν εκαρπώθει ούτε σεντ από τις εισφορές στον ΔΗΣΥ, αλλά το εξ ίσου σημαντικό πως ο τότε Γενικός Εισαγγελέας δεν διαπίστωσε τη διάπραξη των οποιονδήποτε αδικημάτων.

Συνεπώς ποιο ήταν το όφελος του Αναστασιάδη που αποτελεί προϋπόθεση για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του κακουργήματος;

Γιατί θα ζητούσε τον τερματισμό μιας ποινικής διερεύνησης, μήπως για να μην εντοπισθεί ενοχοποιητική μαρτυρία εις βάρος του για ανύπαρκτο ποινικό αδίκημα;

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας (σε βαθμό κακουργήματος) βασίζεται σε μαρτυρία που φέρει τον τέως Πρόεδρο να παρεμβαίνει προς τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας και ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπισθεί αδικήματα, θα ήθελα να σημειώσω τα ακόλουθα:

(α) Έχουν ήδη εκτεθεί οι λόγοι γιατί δεν υπήρχε το όποιο κίνητρο ώστε να παρέβει ο τέως Πρόεδρος.

(β) Την ευθύνη και εποπτεία των ερευνών έχει αποκλειστικά και μόνον ο Γενικός Εισαγγελέας, συνεπώς πως ήτο δυνατόν να εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια ο τέως Πρόεδρος για την πορεία των ερευνών, ζητώντας τον τερματισμό των ερευνών με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπιστεί ποινικά αδικήματα;

(γ) Γιατί ο κ. Κώστας Κληρίδης, που δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις με τον τέως Πρόεδρο, δεν κατήγγειλε κατά τον ουσιώδη χρόνο τις δήθεν αθέμητες παρεμβάσεις του;

Είναι πραγματικά πρωτόγνωρο αλλά και θλιβερό, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης να καταλήγουν σε ευρήματα, αποδίδοντας ενδεχόμενη κακουργηματική πράξη στον τέως Πρόεδρο χωρίς να του δώσουν το δικαίωμα να ακουστεί.

Το επόμενο προς αναφορά είναι το Υποκεφάλαιο που τιτλοφορείται «Μίζες από τις Τράπεζες».

Το όλο αφήγημα του υποκεφαλαίου άπτεται σωρείας αλληλοεμπλεκομένων θεμάτων, πλείστα των οποίων έχουν τεκμηριωμένα απαντηθεί στο βιβλίο μου «Ο Συκοφάντης», ενώ στα ίδια ευρήματα καταλήγουν και οι Λειτουργοί Επιθεώρησης.

Ισχυρισμός εναντίον τέως Προέδρου

Σύμφωνα με τα ευρήματα των Λειτουργών Επιθεώρησης, διαπιστώθηκαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι στα τέλη του 2011, πραγματοποιήθηκε συναλλαγή ύψους 250,000 ευρώ από την Λαϊκή Τράπεζα προς όφελος του κ. Αναστασιάδη, η οποία φέρεται να προοριζόταν ως οικονομική στήριξη για την προεκλογική του εκστρατεία του 2013 και παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως αμοιβή ή προμήθεια (παρ. 74.9)

Για να προσθέσουν ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που αξιολόγησαν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης, το ποσό των 250,000 ευρώ φέρεται να συμφωνήθηκε μεταξύ του Ανδρέα Βγενόπουλου και του κ. Αναστασιάδη. Κατά τον ίδιο ισχυρισμό, ο κ. Αναστασιάδης ζήτησε το ποσό να παρουσιαστεί ως αμοιβή ή προμήθεια, αξιοποιώντας την πρακτική της Λαϊκής Τράπεζας να καταβάλλει introducer fees.

Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για την εν λόγω πληρωμή χρησιμοποιήθηκαν δύο εικονικά τιμολόγια, ύψους €160,000 και €90,000, μέσω των οποίων η πληρωμή παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως introducer fees και διοχετεύτηκε σε υπεράκτια εταιρεία στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος.

Στη συνέχεια αναφέρεται ότι οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν ότι υπήρχαν στοιχεία που συνέδεαν τις εταιρείες Masterton International Corp. και Truro Investments Ltd με το δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες» και τους συνεργάτες του γραφείου.

Η διασύνδεση του ονόματος του τέως Προέδρου με τα όσα προαναφέρονται αποδίδεται στην παρ. 74.7, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Ενώ ο τέως Πρόεδρος και οι Συνεταίροι του στο δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες» ισχυρίζονταν ότι ο τέως Πρόεδρος είχε την ιδιότητα του «σιωπηλού συνεταίρου», εντούτοις από την ιδιωτική Συμφωνία Συνεταιρισμού, ημερομηνίας 9 Σεπτεμβρίου 2001, προκύπτει ότι ο ίδιος «φέρει την γενική ευθύνη εποπτείας των εργασιών του Συνεταιρισμού».

Καταληκτικά αναφέρεται ότι: «Ο κ. Νίκος Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του Βουλευτή και ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου του ΔΗΣΥ, καταχράστηκε την επιρροή που δυνατό να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα στη λήψη αποφάσεων και ενεργώντας ως πωλητής επιρροής επιδίωξε την παραπλανητική κατηγορία συναλλαγής με τη Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος αυτής.

Λαμβάνοντας τα σχετικά ποσά τα οποία αποτελούν παράτυπο πλεονέκτημα, ο κ. Νίκος Αναστασιάδης εμπλέκεται στην πιθανή διάπραξη τους αδικήματος της παθητικής εμπορίας επιρροής.

Στα όσα προαναφέρονται, θα ήθελα να επισημάνω τα ακόλουθα:

(α) Ουδέποτε ετέθει ενώπιον μου κατά την τριήμερη παρουσία μου ενώπιον των Λειτουργών Επιθεώρησης ένα ανάλογο θέμα ώστε να μου δοθεί η ευκαιρία να ακουστώ.

Θεωρώ αδιανόητο μια Αρχή να καταλήγει σε ευρήματα που διασύρουν δημοσίως πρόσωπα χωρίς να έχει ζητήσει προηγουμένως τις θέσεις τους προτού καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα.

(β) Το κατ’ ισχυρισμό αδίκημα στο οποίο καταλήγει η Αρχή είναι εκείνο της παθητικής εμπορίας επιρροής. Το εν λόγω αδίκημα προϋποθέτει την ύπαρξη παράτυπου πλεονεκτήματος. Ποιο είναι εν προκειμένω το παράτυπο πλεονέκτημα αν ιδιαίτερα ληφθεί υπόψιν ότι το κατ’ ισχυρισμό αδίκημα δεν αφορά την περίοδο που ασκούσε τα καθήκοντα Προέδρου;

(γ) Αυτό που δεν αναφέρεται στα ευρήματα της Αρχής είναι με τι ακριβώς αντάλλαξε ο υποψήφιος Πρόεδρος από την «πληρωμή» που δήθεν έλαβε από την Λαϊκή Τράπεζα;

(δ) Το εύρημα ότι ήμουν ενεργά αναμεμειγμένος στις εργασίες της δικηγορικής εταιρείας «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες» επειδή στην ιδιωτική Συμφωνία Συνεταιρισμού αναφέρεται στα πρώτα άρθρα ότι ο κ. Νίκος Αναστασιάδης «θα φέρει την γενική ευθύνη εποπτείας των εργασιών του Συνεταιρισμού» έρχεται σε αντίθεση με το μεταγενέστερο άρθρο στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι λόγω της ενεργού εμπλοκής του στα πολιτικά δρώμενα δεν θα έχει ενεργό συμμετοχή αλλά θα είναι «σιωπηλός εταίρος».

Η διάταξη που αναφέρεται στην εποπτεία των εργασιών της δικηγορικής εταιρείας δεν ήταν παρά η αναγνώριση της ιεραρχίας στον Συνεταιρισμό αφού κατείχα την πλειοψηφία των μετοχών αλλά και ήμουν ο κατά πολύ αρχαιότερος των συνεταίρων μου.

Αλήθεια πως μπορούσε να φέρω τη γενική ευθύνη εποπτείας των εργασιών του Συνεταιρισμού όταν από το 1997 που αναδείχθηκα Πρόεδρος του ΔΗΣΥ ανάλωνα το σύνολο του χρόνου μου στις κομματικές και βουλευτικές μου εργασίες;

Συνεπώς θεωρώ το εύρημα της Αρχής ως παντελώς αβάσιμο όπως αυθαίρετα και όσα μου αποδίδονται.

Στο Υποκεφάλαιο: «Τα διαβατήρια και τα τζετ» υποδιαιρείται σε δύο ενότητες, η πρώτη αφορά δημοσίευμα στις 14 Αυγούστου 2019 από την Δημοσιογραφική Πλατφόρμα Κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (OCCRP) με τίτλο “Bank Records Link President of Cyprus to Troika Laundromat”, ενώ η δεύτερη σε δημοσίευμα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ), ημερομηνίας 3 Οκτωβρίου 2021, με αφορμή την αποκάλυψη των “Pandora Papers”.

Όσον αφορά την πρώτη ενότητα με τους ισχυρισμούς της OCCRP, επιθυμώ να παραθέσω ως προοίμιο τα πραγματικά γεγονότα και εν συνεχεία να σχολιάσω τα ευρήματα των Λειτουργών Επιθεώρησης.

Στις 14 Αυγούστου 2019, η Δημοσιογραφική Πλατφόρμα Κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (OCCRP) δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Τα τραπεζικά αρχεία συνδέουν τον Πρόεδρο της Κύπρου με το Troika Laundromat» και ότι η δικηγορική εταιρεία «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι» είχε διευκολύνει τον Ρώσο Αλεξάντερ Αμπράμοφ στο ξέπλυμα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.

Για να συνεχίσει πως, εταιρείες που ελέγχονται από την εν λόγω δικηγορική εταιρεία ήταν βαθιά εμπλεκόμενες με το πλυντήριο της Τρόικας, δηλαδή ένα δίκτυο εταιρειών-κελύφη που λειτουργούσε από το 2006-2013.

Ενώ σε δημοσίευμα της η εφημερίδα “Guardian” ανέφερε πως το «σύστημα αποτελείτο από ένα δίκτυο 70 υπεράκτιων εταιρειών-κελύφη, τις οποίες χρησιμοποιούσαν εκείνοι που τις έλεγχαν για να διακινήσουν δισεκατομμύρια δολάρια από τη Ρωσία σε δυτικές χώρες».

Έστω και αν στο άρθρο της OCCRP αναφέρετο ρητά ότι: «εκ των αναφερθέντων στο δημοσίευμα εγγράφων δεν υπάρχει ουδεμία απόδειξη πως το δικηγορικό γραφείο και/ή οι συνεργάτες του παραβίασαν κάποιο νόμο ή διέπραξαν κάποιο αδίκημα», η αντιπολίτευση αξιοποίησε το δημοσίευμα δημιουργώντας σάλο και αποδίδοντας βαρείς χαρακτηρισμούς στον τέως Πρόεδρο, χαρακτηρίζοντας το δημοσίευμα ως σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων.

Προ αυτού του αδικαιολόγητου και απαράδεκτου φαινομένου, μη γνωρίζοντας ότι η ΜΟΚΑΣ άρχισε αυτεπάγγελτα έρευνα, ζήτησα ως ήτο αναμενόμενο την διερεύνηση του δημοσιεύματος προκειμένου να φανεί αν διαπράχθηκαν τα οποιαδήποτε αδικήματα και από ποιους.

Ευρήματα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς

Αφού αναφέρεται στη δημόσια δήλωση του τέως Προέδρου, προβαίνει στην απαράδεκτη διαπίστωση πως: «Η χρήση του προεδρικού αξιώματος προς επηρεασμό ζητήματος που άπτεται άμεσα των προσωπικών συμφερόντων και συγκεκριμένα η υποκίνηση του πορίσματος της ΜΟΚΑΣ, υπό περιστάσεις οι οποίες αύξησαν ουσιαστικά την πίεση για ανάληψη επίσημης δράσης εκ μέρους των αρμόδιων Αρχών, εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση, ακατάλληλη χρήση πολιτικής εκτελεστικής επιρροής και κατάχρηση εξουσίας».

Ενώ στη συνέχεια των ευρημάτων ασκείται δριμεία κρητική κατά της κας Παπακυριακού με το εύρημα ότι: «Ως κεντρική εθνική μονάδα, η ΜΟΚΑΣ είχε καθήκον να διεξάγει ενεργά τη δική της έρευνα και να εξασφαλίσει αποδείξεις. Παρά ταύτα, αρκέστηκε στην αποδοχή των δοθεισών εξηγήσεων…..παρά την παρουσία ενοχοποιητικών στοιχείων που δικαιολόγησαν περαιτέρω ποινική έρευνα, η ΜΟΚΑΣ ισχυρίστηκε ότι δεν εντοπίστηκε εγκληματική συμπεριφορά.»

Το πιο αξιοσημείωτο όμως εύρημα καταγράφεται στην παράγραφο 75.17 όπου διαπιστώνεται ότι: «Ο Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος είχε την αποφασιστική αρμοδιότητα αναφορικά με την υιοθέτηση ή απόρριψη του πορίσματος της ΜΟΚΑΣ, συμφώνησε με αυτό.»

Καταληκτικά, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι η αυθαίρετη φύση αυτής της ενέργειας (η δημόσια δήλωση του τέως Προέδρου για έρευνα) δύναται να θεμελιώνει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για τη διάπραξη του πλημμελήματος της Κατάχρησης Εξουσίας ή της απόπειρας διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος.

Κυρίες και κύριοι, θεωρώ το ελάχιστο απαράδεκτο να θεωρείται η πρόσκληση για διερεύνηση ανάλογων ισχυρισμών, ως ενδεχόμενη διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας.

Στις παραγράφους 5 και 6 της ανακοίνωση της Αρχής, αναφέρεται το ακόλουθο:

Παράγραφος 5: «Επειδή είχε δοθεί δημοσιότητα στις πιο πάνω ενέργειες, ο τότε Πρόεδρος Αναστασιάδης, απέστειλε Επιστολή ημερ. 29/11/2022, υποβάλλοντας και αυτός με τη σειρά του αίτημα για διεξαγωγή αυτεπάγγελτης έρευνας από την Αρχή.»

Ενώ στην παράγραφο 6 αναφέρει «Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εξελίξεων, η Αρχή εφόσον της παρείχετο το δικαίωμα με βάση την κείμενη νομοθεσία, αποφάσισε τη διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας από την Αρχή.»

Μήπως ο Αναστασιάδης διέπραξε το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας επειδή ζήτησε να γίνει η παρούσα διερεύνηση από την Αρχή Κατά της Διαφθοράς;

Ποια η διαφορά της ΜΟΚΑΣ από την Αρχή; Αισθάνθηκαν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης και η Αρχή πίεση διότι ο Αναστασιάδης ζήτησε να τον διερευνήσουν;

Θεωρώ εντελώς παράλογο και αντινομικό, να θεωρείται ότι συνιστά κατάχρηση εξουσίας το να ζητά ένας Πρόεδρος να διερευνηθούν δημοσιεύματα που του αποδίδουν πράξεις διαφθοράς.

Και επειδή αφήνονται σαφή υπονοούμενα για πλημμελή και ενδεχομένως ευνοϊκή για τον Πρόεδρο έρευνα από την ΜΟΚΑΣ, γιατί δεν αποδίδουν τις ίδιες κατηγορίες και στον τότε Γενικό Εισαγγελέα που όπως αναφέρουν στην παράγραφο 75.17 της έκθεσης: «Ο Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος είχε την αποφασιστική αρμοδιότητα αναφορικά με την υιοθέτηση ή απόρριψη του πορίσματος της ΜΟΚΑΣ, συμφώνησε με αυτό.»

Μήπως ο τέως Πρόεδρος άσκησε θεσμική πίεση και στον τότε Γενικό Εισαγγελέα;

Γιατί αφού ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας υιοθέτησε το αποτέλεσμα της έρευνας δεν κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας ή παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος;

Προτού αναφερθώ στην επόμενη ενότητα, θέλω να σημειώσω πως οι Λειτουργοί Επιθεώρησης ουδέποτε έθεσαν τα όποια ερωτήματα σχετικά με τα υπό διερεύνηση ενδεχόμενα αδικήματα, αποστερώντας μου το δικαίωμα να ακουστώ.

Στη δεύτερη ενότητα με αφορμή το δημοσίευμα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ) τον Οκτώβριο του 2021, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης ερεύνησαν τις πολιτογραφήσεις των κ.κ. Αλεξάντερ Αμπράμοφ και Λεονίντ Λεμπέτεφ, καταλήγοντας στα πλέον αυθαίρετα και ενάντια κάθε λογικής ευρήματα.

Δυστυχώς για πολλοστή φορά θα πρέπει να αναφέρω πως ούτε και στην παρούσα διερεύνηση ερωτήθηκα κατά την ενώπιον των Λειτουργών Επιθεώρησης παρουσία μου. 

Δεν ήταν επιθυμία μου να αποδώσω την όποια σκοπιμότητα, αλλά είναι εύλογα τα ερωτήματα που γεννιόνται γιατί στο σύνολο των όσων μου καταλογίζουν, μου αποστέρησαν το δικαίωμα να ακουστώ.

Κυρίες και κύριοι, τα ευρήματα της Αρχής συνοψίζονται στα ακόλουθα:

(α) Ο τέως Πρόεδρος το 2011, όντας βουλευτής και Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, κατείχε σημαντική πολιτική ισχύ και θεσμική πρόσβαση.

(β) Κατέχοντας πολιτική επιρροή και προνομιακή πρόσβαση συναντήθηκε με τον τότε Υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης του μακαριστού Δημήτρη Χριστόφια, με σκοπό την προώθηση της πολιτογράφησης του κ. Αλεξάντερ Αμπράμοφ και της συζύγου του.

(γ) Ότι η αίτηση της συζύγου του κ. Αμπράμοφ απορρίφθηκε με σημείωμα στο φάκελο της που ανέφερε: «το θέμα της γυναίκας να επιλυθεί».

(δ) 18 μόλις ημέρες μετά την απόρριψη της αίτησης της συζύγου του κ. Αμπράμοφ και συγκεκριμένα στις 4 Ιανουαρίου του 2011, το Υπουργικό Συμβούλιο, όχι του Νίκου Αναστασιάδη αλλά του μακαριστού Δημήτρη Χριστόφια, τροποποίησε τις σχετικές διατάξεις επιτρέποντας την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση των συζύγων και εξαρτωμένων του πολιτογραφηθέντος επενδυτή. Σαν αποτέλεσμα τούτου, η σύζυγος και τα δύο παιδιά του κ. Αμπράμοφ απέκτησαν την κυπριακή υπηκοότητα.

(ε) Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάποιες ισχυριζόμενες ελλείψεις ή και παρατυπίες στους φακέλους των πολιτογραφηθέντων μεταξύ των οποίων και εκείνης του Λεμπέτεφ, αποδίδοντας τις ευθύνες, όχι στους λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών ή στον ίδιο τον Υπουργό, που είχαν την ευθύνη ελέγχου και εφαρμογής του Νόμου, αλλά σε τρίτους.

Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν, στη βάση του βαθμού απόδειξης που εφαρμόζει η Αρχή, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που καταδεικνύουν τις πιο κάτω ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς από τον τέως Πρόεδρο και τους συνεταίρους στο Δικηγορικό Γραφείο.

Όσον αφορά τον τέως Πρόεδρο, του αποδίδεται: (α) η πιθανή διάπραξη της κατάχρησης εξουσίας ή διαζευκτικά η απόπειρα κατάχρησης εξουσίας  και (β) Εμπορία Επηρεασμού.

Ως προς την πιθανή διάπραξη κατάχρησης εξουσίας ως αιτιολογία προβάλλεται η συνάντηση με τον τότε Υπουργό Εσωτερικών, αφού εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως πολιτικού ηγέτη και βουλευτού άσκησε θεσμική πίεση στον Υπουργό, ενέργεια που καταδεικνύει κατάχρηση εξουσίας του αξιώματος του και προσπάθεια υποκίνησης και παράκαμψης της νόμιμης διαδικασίας.

Όσον αφορά την εμπορία επηρεασμού επαναλαμβάνεται ότι καταχράστηκε την επιρροή που δυνατόν να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα και ενεργώντας ως πωλητής επιρροής εξασφάλισε συνάντηση με τον Υπουργό Εσωτερικών προκειμένου να παρακάμψει τη συνήθη διαδικασία και να επηρεάσει την πορεία του φακέλου πολιτογράφησης.

Το εξ ίσου σημαντικό σχετικά με το εξεταζόμενο αδίκημα έχει σχέση με τη μη πολιτογράφηση της συζύγου του κ. Αμπράμοφ και την εντός 18 ημερών τροποποίηση της ισχύουσας προσέγγισης πολιτογράφησης συζύγων και τέκνων, δύναται να οδηγήσουν στο συμπέρασμα της αθέμιτης επιρροής από τον τέως Πρόεδρο!

Κυρίες και κύριοι, λυπούμαι ειλικρινά γιατί είμαι υποχρεωμένος να εγείρω κάποια σκληρά ερωτήματα προς όσους υιοθέτησαν ανάλογα ευρήματα.

(α) Είναι δυνατόν να προβάλλεται ο ισχυρισμός πως ένας βουλευτής και Πρόεδρος του κόμματος της αντιπολίτευσης να ζήτησε συνάντηση με έναν Υπουργό και ασκώντας την επιρροή του να του υπαγόρευσε να προχωρήσει σε παράνομη πολιτογράφηση επενδυτών;

(β) Είναι δυνατόν να υιοθετείται στα σοβαρά ο ισχυρισμός πως η απόφαση ενός Υπουργικού Συμβουλίου για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση της συζύγου και των τέκνων νέων επενδυτών να οφείλεται στην εμπορία επηρεασμού ή στην άσκηση θεσμικής πίεσης από τον Πρόεδρο του κόμματος της αντιπολίτευσης;

Από πότε και σε ποια χώρα η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την αντιπολίτευση και όχι την νόμιμα εκλελεγμένη κυβέρνηση;

(γ) Πως είναι δυνατόν να θεωρείται ύποπτος για πιθανή διάπραξη αδικημάτων ένας βουλευτής που δεν είχε εκτελεστική εξουσία και να μην περιλαμβάνονται στον κατάλογο υπόπτων, τόσο ο Υπουργός όσο και το Υπουργικό Συμβούλιο, που ασκούντες εξουσία αποφάσισαν τις φερόμενες ως παράνομες πράξεις;

Ύστερα από όσα έχουν προαναφερθεί , δεν θεωρώ πως χρειάζεται η περαιτέρω ανάπτυξη νομικών ή άλλων ερωτημάτων που εύλογα εγείρονται σαν αποτέλεσμα των εισηγήσεων της Αρχής.

Κυρίες και κύριοι, το τελευταίο που απομένει προς σχολιασμό είναι το Κεφάλαιο 3 που τιτλοφορείται «Η Σφηκοφωλιά».

Προτού αναφερθώ στην ευρήματα της Αρχής κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω πως ο ακριβής ισχυρισμός του διερευνητικού συγγραφέα ήταν πως στόχος του τέως Προέδρου ήταν, σε συνεργασία με ένα πολυκομματικό τραστ, να υφαρπάξει μια τεράστια σε έκταση Τουρκοκυπριακή γη, και πως αυτό αποτελούσε σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων.

Να σημειωθεί ακόμη ότι από το ίδιο αφήγημα κατηγορείται ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, κ. Κώστας Κληρίδης, ότι έδιδε κατά παραγγελία γνωματεύσεις για να κατευνάσει τον τέως Πρόεδρο, που όπως ο συγγραφέας ισχυρίζεται ήθελε την αποπομπή του.

Άξιο μνείας για την αξιοπιστία του συγγραφέα αποτελεί και το γεγονός ότι στη Β’ έκδοση του βιβλίου «Κράτος Μαφία» αφαίρεσε ολόκληρο το Κεφάλαιο 3 για να το επαναφέρει ύστερα από κριτική που δέχτηκε με νέα έκδοση.

Στα ευρήματα των Λειτουργών Επιθεώρησης, αφού απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του συγγραφέα καταγράφονται συνοπτικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση.

Σύμφωνα με τα ευρήματα των Λειτουργών, η κα Σούζαν Ντικράζ, υπήκοος Τουρκίας, διεκδικούσε την ιδιοκτησία ακίνητου έκτασης τριών και πλέον δεκαρίων στη Δρομολαξιά που ήτο εγγεγραμμένο στο Κτηματολόγιο ως Τουρκοκυπριακή περιουσία.

Θεωρώντας τον εαυτό της ως νόμιμη ιδιοκτήτρια υπέγραψε μακροχρόνια μίσθωση με ιδιωτική εταιρεία.

Η προσπάθεια της κυπριακής εταιρείας να εγγράψει τη Συμφωνία στο Κτηματολόγιο προσέκρουσε στην άρνηση τόσο του Κτηματολογίου όσο και του τότε Υπουργού Εσωτερικών μακαριστού Σωκράτη Χάσικου.

Μέσω των δικηγόρων και αξιωματούχων της εταιρείας ζητήθηκε η βοήθεια του τέως Προέδρου, θεωρώντας ότι εσφαλμένα το Κτηματολόγιο και ο Υπουργός απέρριψαν το αίτημα τους, αφού σύμφωνα με νομικές γνωματεύσεις το ακίνητο ήταν τουρκικό και όχι τουρκοκυπριακό.

Ο τέως Πρόεδρος, ανταποκρινόμενος στο αίτημα συγκάλεσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2013 ευρεία σύσκεψη, στην οποία μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο αποβιώσας πρώην Υπουργός Εσωτερικών μακαριστός Σωκράτης Χάσικος, ο τότε Υπουργός Μεταφορών μακαριστός Τάσος Μητσόπουλος, ο πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας κ. Ρίκκος Ερωτοκρίτου, εκπρόσωπος του Κτηματολογίου, της εταιρείας με τους δικηγόρους της και ο Βουλευτής κ. Γεώργιος Βαρνάβα.

Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν ότι, στην εν λόγω συνάντηση, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι ο τέως Πρόεδρος υποσχέθηκε ή έπραξε οτιδήποτε μεμπτό για την προώθηση του αιτήματος της ιδιωτικής εταιρείας.

Παρά ταύτα όπως αναφέρουν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης στις 4 Αυγούστου 2014, η κα Ντικράζ εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές κατά παράβαση του Κανονισμού της Πράσινης Γραμμής.

Όπως αναφέρουν κατέληξαν στο εύρημα ότι η παράνομη διέλευση της κα Ντικράζ και της συνοδείας της πραγματοποιήθηκε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, κατόπιν παρέμβασης/οδηγιών του τέως Πρόεδρου, ο οποίος όμως δεν είχε ανάλογη εξουσία.

Καταληκτικά, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης καταλογίζουν στον τέως Πρόεδρο κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας.

Και για να θεμελιώσουν την εισήγηση τους, αναφέρουν επί λέξει: «Παρά το γεγονός ότι, οι παρεμβάσεις του τέως Προέδρου φαίνεται να ήταν καλοπροαίρετες σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και δεν έγιναν προς αποκόμιση προσωπικού οφέλους, τέτοιες ενέργειες δεν ενέπιπταν εντός των καθηκόντων του Προέδρου.»

Και αφού αναφέρεται στα άρθρα του Συντάγματος που καθορίζουν τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας, καταλήγουν: «Επομένως, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης καταλογίζουν στον τέως Πρόεδρο, ενδεχόμενες ευθύνες για κατάχρηση εξουσίας ή διαζευκτικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η κατάχρηση εξουσίας δεν ολοκληρώθηκε, για απόπειρα κατάχρησης εξουσίας.

Κυρίες και κύριοι, διερωτώμαι αν αξίζει να σχολιάσω τα όσα μου καταλογίζουν. Παρά ταύτα θα πρέπει να επισημάνω πως:

(α) Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης ούτε στην παρούσα περίπτωση έκριναν ότι έπρεπε να ακουστώ.

(β) Ο ισχυρισμός ότι ο τέως Πρόεδρος παρενέβει ή έδωσε δήθεν οδηγίες για την παράνομη είσοδο της κας Ντικράζ στις ελεύθερες περιοχές είναι παντελώς αυθαίρετες και βασίζεται στο αφήγημα ενός συγγραφέα που θα έπρεπε με βάση τα ευρήματα των Λειτουργών να εκρίνετο αναξιόπιστος.

(γ) Ο τέως Πρόεδρος, οι παρεμβάσεις του οποίου θεωρήθηκαν και καλοπροαίρετες σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, χωρίς το όποιο προσωπικό όφελος, στιγματίζεται με την απόδοση ενδεχόμενης διάπραξης αδικημάτων διαφθοράς.

Αγαπητές φίλες και φίλοι, στα καταληκτικά σχόλια της Αρχής Κατά της Διαφθοράς αναφέρεται στην παράγραφο 80: «…..τονίζεται το γεγονός ότι άλλοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο βιβλίο και δεν περιέχονται στην παρούσα Ανακοίνωση, σημαίνει ότι αυτοί δεν έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται.»

Στην παράγραφο 30 της Έκθεσης της Αρχής γίνεται η ακόλουθη επισήμανση όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης: «Είναι σημαντικό και πρέπει να τονιστεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι, το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζεται σε ερευνητικές διαδικασίες όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, σ’ αντίθεση με το αντίστοιχο που εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις που είναι απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.»

Ύστερα από δύο και μισό χρόνια ερευνών, με κόστος 1,5 εκατομμύριο ευρώ, με την ακρόαση 150 προσώπων, με κατάθεση τεκμηρίων από 41 νομικά και κυβερνητικά τμήματα, ο συνολικός αριθμός των οποίων ανέρχεται στα 793, οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί του συγγραφέα που δεν περιέχονται στην παρούσα Ανακοίνωση, σημαίνει ότι αυτοί δεν έχουν αποδειχθεί ούτε στο ελάχιστο βαθμό που απαιτείται σε ερευνητικές διαδικασίες.

Συνεπώς αποτελούν ατεκμηρίωτους ή συκοφαντικούς ισχυρισμούς.

Ένα εξ ίσου σημαντικό που θα ήθελα να επισημάνω είναι η ακόλουθη αναφορά της Αρχής στην παράγραφο 2 της Έκθεσης, πιο συγκεκριμένα αναφέρεται πως: «Η αναφορά σε Κεφάλαια και σελίδες είναι με βάση την πρώτη και αρχική έκδοση του βιβλίου του 2022 και όχι στις μεταγενέστερες.»

Το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί οι Λειτουργοί Επιθεώρησης περιορίζονται στην αρχική έκδοση του βιβλίου όταν μέσα από το βιβλίο μου «Ο Συκοφάντης» καταγράφεται αφαίρεση ολόκληρου κεφαλαίου ή σωρεία ισχυρισμών που περιέχονται στην έκδοση του 2022.

Πόσο τούτο επέτρεψε η επηρέασε την κρίση των Λειτουργών για την αξιοπιστία του συγγραφέα ή την αλληλοσυγκρουόμενων κατά έκδοση ισχυρισμών του.

Αυτό που εύλογα εγείρει ερωτήματα είναι αν η Αρχή Κατά της Διαφθοράς διερεύνησε για να διαπιστώσει αν ο συγγραφέας του Κράτους Μαφία διέπραξε τα αδικήματα που προνοούνται στο άρθρο 22 του Περί της Αρχής Κατά της Διαφθοράς Νόμου.

Το άρθρο 22 ρητά προβλέπει πως: «Πρόσωπο, το οποίο εκ προθέσεως παρέχει στην Αρχή ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ή δεδομένα ή στοιχεία γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή ή ανακριβή ή για τα οποία έχει εύλογο λόγο να πιστεύει ότι δεν είναι ακριβή είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50,000 ή και στις δύο ποινές.»

Έφτασε θεωρώ η ώρα αν θέλουμε Κράτος Δικαίου ή να προστατέψουμε το Κράτος Δικαίου να πάρουμε μέτρα και για όσους το υποσκάπτουν με μυθοπλασίες, όπως αυτές καταγράφονται στο Κράτος Μαφία ή τις άλλες που αφορούν, ύστερα από έρευνες του ιδίου συγγραφέα, την υπόθεση Σάντη.

Τι επιτέλους θέλουμε Κράτος Δικαίου ή το Κράτος του διαδικτύου;

Κυρίες και κύριοι, στην παράγραφο 78 καταγράφεται άλλη μια σημαντική αναφορά, πιο συγκεκριμένα τονίζεται «Ότι στο σημείο αυτό….θεωρούμε ορθό, όπως για ακόμη μια φορά, υπενθυμίσουμε το τεκμήριο της αθωότητας και το γεγονός ότι μόνο αρμόδιο στο να αποφανθεί για την ενοχή κάποιου προσώπου είναι το Δικαστήριο.

Για να συνεχίσει στην παράγραφο 79: «Η επισήμανση αυτή γίνεται λόγω της τεράστιας δημοσιότητας που έλαβε η Έρευνα και λόγω του ότι η Αρχή διαπιστώνει την ύπαρξη ενός έντονου και κάποιες φορές τοξικού κλίματος.»

Οι ορθές αυτές επισημάνσεις πόσο συνάδουν με τις παραλήψεις της Αρχής να ακούσει τον υπό διερεύνηση, σε επτά περιπτώσεις όπου του αποδίδει μάλιστα και την πιθανή διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης ποινικών αδικημάτων;

Δεν αποδίδω κακή πίστη στους Λειτουργούς ή τα Μέλη της Αρχής, αλλά τους καταλογίζω έλλειψη της απαιτούμενης ισχυρής βούλησης να αντισταθούν στον λαϊκισμό, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι λαϊκοί δικαστές, οι δολοφόνοι χαρακτήρων και κακόβουλοι χρήστες του διαδικτύου.

Κυρίες και κύριοι, αυτό που αξιώ είναι τον άμεσο διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή και κατηγόρου, με ισχυρή προσωπικότητα και εγνωσμένου κύρους οι οποίοι σε τακτή προθεσμία θα ολοκληρώσουν το έργο τους ώστε το συντομότερο να λάμψει η πραγματική αλήθεια.

Ελπίζω με όσα ζητώ να μην αντιμετωπίσω νέα κατηγορία ότι ασκώ αθέμιτη πίεση ή διαπράττω το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας!

Σας ευχαριστώ.