Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Κύπρος βίωσε το μνημόνιο και το κούρεμα των καταθέσεων, χωρίς να αναδειχθεί μια νέα πολιτική δύναμη αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα ή του Podemos στην Ισπανία. Πώς εξηγείται αυτή η διαφορά;
Με αφορμή το βιβλίο «Κυβερνολογικές της κρίσης: Ελλάδα-Ισπανία», το οποίο συνυπογράφει με τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή και τον Γιώργο Δημητρίου, ο Γιώργος Βενιζέλος, λέκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), μιλά στον Φιλελεύθερο για τις πολιτικές συνέπειες της κρίσης, τη σχέση των κομμάτων με τα κοινωνικά κινήματα και τα περιθώρια αλλαγής όταν οι δυνάμεις που αμφισβητούν τη λιτότητα αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση.

Η Κύπρος βίωσε το μνημόνιο, το κούρεμα καταθέσεων και βαθιά πολιτική απογοήτευση, χωρίς όμως να εμφανιστεί ένα κόμμα με τα χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ή του Podemos. Πώς θα επηρέαζε η κυπριακή εμπειρία τα συμπεράσματα του βιβλίου;
Σε μια παλαιότερη έρευνά μου προσπάθησα να απαντήσω γιατί η Κύπρος αποτέλεσε την εξαίρεση ως προς την άνοδο αντιμνημονιακών αφηγημάτων στην περίοδο της κρίσης. Κι αυτό παρόλο που τα δεδομένα μιλούσαν για μια πραγματική οικονομική κρίση, συνυφασμένη με μια κρίση αντιπροσώπευσης, ενώ σταδιακά εντεινόταν και η δυσφορία γύρω από τη διαφθορά. Συνθήκες που αλλού οδήγησαν στην άνοδο διάφορων μορφών «αντισυστημικού» ριζοσπαστισμού, ενάντια στο «κατεστημένο που κυβερνά διαδοχικά τόσα χρόνια».
Η κυπριακή περίπτωση επιβεβαιώνει μια κεντρική μας θέση. Η κρίση και η απογοήτευση δεν παράγουν αυτόματα αριστερό λαϊκισμό ή οποιαδήποτε μορφή δημοκρατικού ριζοσπαστισμού. Χρειάζεται ένας καινούργιος δρώντας που θα νοηματοδοτήσει τη συγκυρία, ικανός να κινητοποιήσει εκλογικά. Στην Κύπρο, τα «νέα κόμματα» που αναδύθηκαν ιδρύθηκαν από παλιούς, συστημικούς δρώντες, οι οποίοι αντί να αφουγκραστούν τον θυμό μιλούσαν για το Κυπριακό. Εκεί που θα μπορούσαν να αναδυθούν νέα αιτήματα, οι πολιτικοί μιλούσαν για παλιές θεματολογίες.
Όσον αφορά το επικοινωνιακό κομμάτι, οι έρευνες δείχνουν ότι τα κόμματα που έκλεισαν το κενό αντιπροσώπευσης άρθρωσαν ένα νέο αφήγημα, άλλαξαν το λεξιλόγιο και τη θεματολογία τους, ανανέωσαν την αισθητική τους και επαναπροσδιόρισαν το νόημα της πολιτικής.
Γιατί να ψηφίσει κάποιος σήμερα; Ένας νέος; Βλέπει μέλλον; Εμπιστεύεται την πολιτική; Βασικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία είναι η ακρίβεια και η στέγαση. Οι πολιτικοί μπορεί να μιλούν για αυτά, αλλά το ζήτημα είναι και το πώς μιλούν.
Δυστυχώς, στην Κύπρο το κενό αντιπροσώπευσης καλύφθηκε σταδιακά από τις αντιδραστικές, αντιφιλελεύθερες δυνάμεις για τις οποίες μιλάμε στο βιβλίο. Πρόκειται για την κανονικοποίηση ενός αντιδραστικού λόγου που εμφανίζεται, μάλιστα, ως υπεράσπιση της «δημοκρατίας».
Γιατί επιλέξατε να συγκρίνετε την Ελλάδα με την Ισπανία; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η σύγκριση;
Είναι και οι δύο σχετικά νέες δημοκρατίες, που γεννήθηκαν από τη μετάβαση μετά από δικτατορίες στη δεκαετία του 1970, τη χούντα στην Ελλάδα και τον φρανκισμό στην Ισπανία. Και οι δύο έζησαν την οικονομική κρίση, τη σκληρή λιτότητα, τα κινήματα των πλατειών το 2011 και, στη συνέχεια, την άνοδο ενός αριστερού λαϊκισμού που γεννήθηκε μέσα από αυτά τα κινήματα. Αυτό το κοινό υπόβαθρο μας επιτρέπει να δούμε την ίδια κυβερνολογική της κρίσης να εφαρμόζεται σε δύο διαφορετικές διαδρομές.
Η σύγκριση έχει όμως και τα όριά της, κι εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον. Ακόμη και η ίδια η κρίση ήταν διαφορετική, κατεξοχήν κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα, κυρίως κρίση των τραπεζών και της φούσκας των ακινήτων στην Ισπανία. Η Ελλάδα λειτούργησε ως πειραματόζωο, με σκληρότερη επιτροπεία και με κυρίαρχο άξονα την εθνική κυριαρχία απέναντι στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η Ισπανία είναι πολυεθνικό κράτος με ισχυρές περιφέρειες, όπου μπήκε στην εξίσωση το καταλανικό ζήτημα και η καθυστερημένη ανάδυση της ριζοσπαστικής δεξιάς, με το Vox.
Δεν λέμε ότι οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες. Μελετούμε πώς διαφέρουν, ποιες δομικές διαφορές οδήγησαν σε διαφορετικές εκβάσεις και ποιες στρατηγικές καρποφόρησαν. Η Ελλάδα κατέληξε στη ματαίωση των προσδοκιών. Η Ισπανία κατέληξε σε έναν σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό, που όμως ανέκοψε, τουλάχιστον για ένα διάστημα, τη θεσμοποίηση της ακροδεξιάς.
Τι σημαίνει ο όρος «κυβερνολογικές της κρίσης»;
Δανειζόμαστε τον όρο «κυβερνολογική» από τον Μισέλ Φουκώ για να περιγράψουμε μια συγκεκριμένη λογική διακυβέρνησης, έναν τρόπο άσκησης εξουσίας που οργανώνει τη διαγωγή κυβερνώντων και κυβερνωμένων και ρυθμίζει συμπεριφορές, σχέσεις εξουσίας και την ίδια τη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του. Το κρίσιμο είναι ότι, στην καρδιά της κρίσης (2010), η λογική της διακυβέρνησης δεν στηρίχθηκε μόνο στην πολιτική με τη στενή έννοια, στη λιτότητα, στις περικοπές και στις ιδιωτικοποιήσεις. Ήταν κατά βάση βιοπολιτική, παρενέβη στην ίδια την υποκειμενική ζωή.
Η επικοινωνιακή διάσταση ήταν σημαντική για τη νομιμοποίηση του αφηγήματος. Οι πολιτικές ελίτ και τα κυρίαρχα ΜΜΕ άρθρωσαν συστηματικά την «κρίση», επαναλαμβάνοντας διαρκώς τον όρο και πλαισιώνοντας με αυτόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Αυτή η κατασκευή, που ονομάζουμε «κρισεολογία», παρήγαγε άγχος, ανασφάλεια και, τελικά, υποταγή.
Στο επίκεντρο βρέθηκε και το χρέος, όχι μόνο ως οικονομική σχέση αλλά ως σχέση εξουσίας. Ο οφειλέτης δεν χρωστά μόνο χρήματα, οφείλει να υπακούει σε κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του. Λειτούργησε ως ηθικός μηχανισμός, με τις βόρειες χώρες να λένε στις νότιες ότι έζησαν πάνω από τις δυνατότητές τους, ότι ήταν τεμπέληδες. Το πιο κρίσιμο είναι ότι τα ίδια τα υποκείμενα υιοθέτησαν την ενοχή, έμαθαν να θεωρούν τη λιτότητα δίκαιη και να πειθαρχούν μόνα τους. Εκεί βρίσκεται η πραγματική ισχύς του χρέους ως τεχνικής διακυβέρνησης, δεν επιβάλλεται μόνο με προφανείς τρόπους αλλά στηρίζεται στην αποδοχή του αφηγήματος από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Ο πληθυντικός, «κυβερνολογικές», είναι σκόπιμος. Η ηγεμονική, αυταρχική-νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική δεν ήταν η μόνη. Απέναντί της αναδύθηκε μια αντι-ηγεμονική λογική, ορατή στα κινήματα που αμφισβήτησαν τον νεοφιλελευθερισμό και οδήγησαν στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos. Το βιβλίο εξηγεί αυτή τη μετάβαση, από την αντι-ηγεμονική κυβερνολογική στη διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού με αριστερή απόχρωση.
Υποστηρίζετε ότι η οικονομική κρίση δεν αποτέλεσε απλώς μια προσωρινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά εξελίχθηκε σε μόνιμο τρόπο διακυβέρνησης. Πώς έγινε κανονικότητα η εξαίρεση;
Τα μνημόνια επιβλήθηκαν ως κατάσταση εξαίρεσης, με αναστολή κανόνων και δικαιωμάτων στο όνομα της ανάγκης, μέσα από πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, fast-track διαδικασίες και παράκαμψη του κοινοβουλίου. Η εξαίρεση όμως δεν έμεινε προσωρινή. Από τη μία κωδικοποιήθηκε, μέτρα που στην αρχή παραβίαζαν τη συνταγματική τάξη έγιναν πάγιοι νόμοι, στην Ισπανία κυριολεκτικά συνταγματική πρόνοια με την αναθεώρηση του άρθρου 135. Από την άλλη κανονικοποιήθηκε ρητορικά. Η διαρκής υπόσχεση της «εξόδου από την κρίση» και της «επιστροφής στην κανονικότητα» εμπέδωσε τη λιτότητα, αφού «κανονικότητα» δεν σήμαινε πια επιστροφή στο πριν, αλλά αποδοχή του μνημονιακού καθεστώτος ως τον μόνο τρόπο να υπάρχει αύριο.
Η κληρονομιά της φαίνεται σήμερα. Περιορισμοί άλλοτε αδιανόητοι, στο δικαίωμα να συγκεντρώνεσαι και να διαδηλώνεις, έγιναν δυνατοί χάρη στο προηγούμενο που άνοιξε η κρίση. Στην πανδημία, ξανά στο όνομα της έκτακτης ανάγκης, επιβλήθηκε η αστυνομική επιτήρηση της κοινωνίας. Δεν υποτιμώ την κρισιμότητα της στιγμής, υπογραμμίζω όμως την επανάληψη του ίδιου ακριβώς μηχανισμού. Και το φαινόμενο δεν είναι ούτε ισπανικό ούτε ελληνικό. Στην Κύπρο το είδαμε με τις προσπάθειες απαγόρευσης διαδηλώσεων και τις αντλίες νερού ενάντια σε πορεία κατά της διαφθοράς. Πλέον τίθενται υπό το μικροσκόπιο ακόμα και περιβαλλοντιστές ακτιβιστές.
Στο βιβλίο υποστηρίζετε ότι η κρίση του νεοφιλελευθερισμού δεν οδήγησε στο τέλος του, αλλά στην αυταρχική του στροφή. Πώς το τεκμηριώνετε αυτό;
Είναι ανοιχτή συζήτηση αν πέθανε ο νεοφιλελευθερισμός ή αν μετασχηματίστηκε. Κατά μία έννοια τελείωσε ο νεοφιλελευθερισμός όπως τον ξέραμε. Αυτό όμως που ακολούθησε δεν ήταν το τέλος του αλλά ο μετασχηματισμός, η ριζοσπαστικοποίηση, η αυταρχικοποίησή του. Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό, όχι για να προστατεύσει την κοινωνία, αλλά για να θωρακίσει την αγορά απέναντι στη δημοκρατία και τη λαϊκή βούληση. Διέσωσε τράπεζες και αντιμετώπισε την οικονομική πολιτική ως κάτι καθαρά τεχνοκρατικό, μακριά από τον έλεγχο των πολιτών.
Η αυταρχική του λογική, κρυμμένη επί χρόνια πίσω από την ανάπτυξη και τη σιωπηρή συναίνεση, έγινε η ανοιχτή, δεδηλωμένη μέθοδος διακυβέρνησης. Το υποτίθεται «φιλελεύθερο» εγχείρημα πάντοτε στηριζόταν σε έναν μηχανισμό πρόθυμο να παρακάμψει τη λαϊκή βούληση στο όνομα της οικονομίας.
Το τεκμήριο είναι εμπειρικό. Κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρθηκαν σε μη εκλεγμένους μηχανισμούς, κυρίως στην ΕΕ, την ΕΚΤ και την τρόικα, που επέβαλαν τη λιτότητα πάνω από κοινοβούλια και εκλογικές εντολές.
Αυτά δεν ήταν μονόδρομος αλλά πολιτικές επιλογές, που σήμερα έχουν επιπτώσεις. Στην Ελλάδα, τα σκάνδαλα με τις υποκλοπές (Predator). Οι Τραμπ, Ορμπάν και Μιλέι εκφράζουν ακριβώς αυτή την αυταρχική στροφή εντός των φιλελεύθερων δημοκρατιών.
Ποιον ρόλο διαδραμάτισαν τα ΜΜΕ και οι τεχνοκράτες στην παρουσίαση πολιτικών επιλογών ως οικονομικών μονόδρομων, για τους οποίους υποτίθεται ότι δεν υπήρχε εναλλακτική;
Στο βιβλίο εστιάζουμε ιδιαίτερα στις επικοινωνιακές τακτικές της περιόδου, γιατί ο λόγος των ΜΜΕ είναι ισχυρό εργαλείο. Κατασκευάζει την αφήγηση και νομιμοποιεί το «δεν υπάρχει εναλλακτική». Μέσα από τη διαρκή «κρισεολογία», με τον εκφοβισμό ότι η Ελλάδα θα γινόταν «Βενεζουέλα» ή «Κούβα» και η Ισπανία Ελλάδα, κάθε εναλλακτική εμφανιζόταν ανεύθυνη ή επικίνδυνη, ενώ έγκυρη θεωρούνταν μόνο η φωνή του «ειδικού».
Οι τεχνοκράτες δίνουν σε αυτό το κύρος της «αντικειμενικότητας». Μεταφράζουν πολιτικές επιλογές σε ουδέτερα τεχνικά δεδομένα («το λένε τα νούμερα», «το απαιτούν οι αγορές») και προσφέρουν την «επιστημονική» ετυμηγορία. Έτσι η λιτότητα παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα και όχι ως απόφαση.
Μαζί, ΜΜΕ και τεχνοκράτες έκλεισαν το πεδίο των δυνατοτήτων. Κι ο ίδιος μηχανισμός δεν σταμάτησε με τη λιτότητα. Μετά το 2018 αναποδογύρισε στο αφήγημα του «success story», πουλώντας την ίδια τάξη πραγμάτων ως δικαίωση.
Στο βιβλίο χρησιμοποιείτε την έννοια της «μεταδημοκρατίας». Μπορούν οι εκλογές να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι πολίτες ακούνε ότι οι σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις υπαγορεύονται από τις αγορές, τους πιστωτές ή τους ευρωπαϊκούς κανόνες;
Η μεταδημοκρατία περιγράφει ακριβώς αυτό. Το κέλυφος της δημοκρατίας παραμένει, εκλογές, κόμματα, κοινοβούλια, αλλά η ουσία αδειάζει, καθώς οι κρίσιμες αποφάσεις μετατοπίζονται στις αγορές και στους τεχνοκράτες. Η πολιτική συρρικνώνεται σε διαχείριση και ο πολίτης σε θεατή. Η απάντηση, λοιπόν, είναι όχι. Όταν το διακύβευμα έχει προαποφασιστεί, οι εκλογές γίνονται επιλογή ανάμεσα σε διαχειριστές του ίδιου προγράμματος, όχι ανάμεσα σε κατευθύνσεις.
Αυτό δεν είναι μονόδρομος όμως. Η ίδια κρίση που κατάργησε τις εκλογές, ταυτόχρονα επαναπολιτικοποίησε την κοινωνία. Τα κινήματα των πλατειών και η άνοδος του αριστερού λαϊκισμού ξαναέβαλαν πραγματικό διακύβευμα στο τραπέζι. Οι εκλογές ξαναποκτούν νόημα όχι αυτόματα, αλλά όταν αρθρώνεται μια πραγματική εναλλακτική με κινητοποίηση από τα κάτω.
Εννοείται πως η απάντηση στη μεταδημοκρατία δεν είναι πάντα προοδευτική. Η ίδια οργή ενάντια στο «κατεστημένο» και στους απρόσωπους μηχανισμούς μπορεί να τροφοδοτήσει και την ακροδεξιά, το είδαμε στην κρίση, το βλέπουμε και σήμερα.

Ποια παρακαταθήκη άφησαν οι κινητοποιήσεις στις πλατείες της Αθήνας το 2011; Κατάφεραν να αλλάξουν θεσμούς και πολιτικές πρακτικές ή η επιρροή τους εξανεμίστηκε όταν τελείωσαν οι διαδηλώσεις;
Θα ήταν λάθος να το κρίνουμε με μια ασπρόμαυρη λογική. Είναι αλήθεια ότι οι πλατείες δεν οδήγησαν σε μια διαρκή προοδευτική αλλαγή, ούτε τα κόμματα που γεννήθηκαν από αυτές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχαν επιρροή.
Η ουσιαστική παρακαταθήκη τους ήταν αλλού. Λειτούργησαν ως δημοκρατικά εργαστήρια, επαναπολιτικοποίησαν την κοινωνία και δοκίμασαν στην πράξη μια εναλλακτική κυβερνολογική, αντίθετη στη νεοφιλελεύθερη, με ανοιχτές συνελεύσεις, οριζοντιότητα, αυτοοργάνωση και αλληλεγγύη.
Στην Ισπανία, μάλιστα, αυτό το πνεύμα πέρασε και σε πιο θεσμικά πειράματα, τον δημοτισμό. Πλατφόρμες όπως η Barcelona en Comú έφεραν στην τοπική αυτοδιοίκηση τη συμμετοχική, φεμινιστική «πολιτική της φροντίδας», με το σύνθημα «μαθαίνουμε πράττοντας».
Πάνω απ’ όλα, οι πλατείες ανέδειξαν τα όρια του αριστερού ριζοσπαστισμού μέσα στο υπάρχον σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατο να υπάρξει ριζοσπαστική αλλαγή, σημαίνει ότι ο αριστερός ριζοσπαστισμός οφείλει να επανεφεύρει τον εαυτό του.
Μελετάτε την πορεία των κοινωνικών κινημάτων όταν μετατρέπονται σε κόμματα και τελικά αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση. Τι αλλάζει σε αυτή τη μετάβαση; Χάνουν τη δυνατότητα να μετασχηματίσουν το σύστημα ή επιλέγουν την πολιτική τους επιβίωση έναντι των αρχικών τους στόχων;
Η ίδια η μετάβαση τα μεταμορφώνει από δύο μεριές ταυτόχρονα. Απ’ έξω, το βάρος των θεσμών και της αγοράς τα τραβάει προς τα μέσα, ο εκλογικός ανταγωνισμός, η λογική του κράτους, η πίεση των αγορών και των θεσμών, μια χρονικότητα που ανταμείβει τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση έναντι του μακροπρόθεσμου μετασχηματισμού. Κι από μέσα, η ίδια η επιτυχία γεννά επαγγελματικοποίηση, ανάγκη για στελέχη, προσαρμογή στη λογική των ΜΜΕ και αρχηγοκεντρισμό. Από οριζόντια κινήματα γίνονται ιεραρχικά κόμματα, κι ο λαϊκιστικός λόγος που τα ανέδειξε ξεθωριάζει.
Γι’ αυτό το δίλημμα ανάμεσα στο να χάνουν τη δυνατότητα και στο να επιλέγουν την επιβίωση είναι ψεύτικο. Στην πράξη τα δύο μπερδεύονται, και συχνά ούτε οι πρωταγωνιστές δεν μπορούν να ξεχωρίσουν πού τελειώνει ο καταναγκασμός και πού αρχίζει η επιλογή. Δεν είναι ούτε απλή προδοσία ούτε καθαρή αναγκαιότητα.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Για να αλλάξεις το σύστημα πρέπει να κατακτήσεις την εξουσία, αλλά η κατάκτησή της μέσα από τους υπάρχοντες θεσμούς σε αναδιαμορφώνει κατ’ εικόνα τους. Τη διαφορά την κάνει το αν το κόμμα διατηρεί μια ζωντανή δύναμη έξω από τους θεσμούς. Όταν αυτή ατονεί, η επιβίωση γίνεται αυτοσκοπός. Όταν παραμένει, μένει ανοιχτό ένα περιθώριο, όχι εγγύηση, για κάτι διαφορετικό.
Η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ήταν αναπόφευκτη λόγω της θέσης της Ελλάδας στην ευρωζώνη ή συνέβαλαν σε αυτήν οι επιλογές και η στρατηγική του ίδιου του κόμματος; Υπήρχε τότε κάποια ρεαλιστική εναλλακτική;
Υπήρχαν πραγματικοί, αντικειμενικοί καταναγκασμοί. Η θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη, η εξάρτηση από την ΕΚΤ και τις τράπεζες, η ασύμμετρη σχέση ισχύος. Αυτά ήταν υπαρκτά και δεν τα υποτιμούμε.
Συνέβαλαν όμως και οι ίδιες οι στρατηγικές επιλογές, αλλά και η απειρία του κόμματος. Η έλλειψη σχεδιασμού και έμπειρου προσωπικού, η απουσία σοβαρού σχεδίου Β, η υπερεκτίμηση της διαπραγματευτικής ισχύος, η έλλειψη ευρύτερων συμμαχιών σε διεθνές και λαϊκό επίπεδο, και η σταδιακή στροφή σε μια λογική καθαρής διαχείρισης.
Ρεαλιστική εναλλακτική με όρους μιας εύκολης, ανώδυνης ρήξης δεν υπήρχε. Το ουσιαστικό λάθος δεν ήταν τόσο η υπαναχώρηση καθαυτή, όσο η αδυναμία να στηριχτεί σε μια διαρκή κινητοποίηση από τα κάτω, πέρα από την εκλογική νίκη.
Στο βιβλίο παρουσιάζετε τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας ως ανάχωμα στην επιρροή της ακροδεξιάς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία κυριαρχεί πολιτικά, ενώ η προοδευτική αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη. Πώς εξηγείτε αυτή τη διαφορετική πορεία των δύο χωρών;
Καθοριστικές ήταν οι χρονικές συγκυρίες στις οποίες βρέθηκε η σοσιαλδημοκρατία στην εξουσία. Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ ήταν το κόμμα που υπέγραψε και ξεκίνησε τα μνημόνια, οπότε απαξιώθηκε ως συνυπεύθυνο και κατέρρευσε, από κυρίαρχο κόμμα εξουσίας σε μονοψήφια ποσοστά. Η απάντηση στην κρίση ήρθε τότε από τα αριστερά, αλλά δεν καρποφόρησε. Το υποτίθεται αντιμνημονιακό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ επέβαλε εκ νέου λιτότητα, με ποιοτικές διαφορές βεβαίως, αλλά λιτότητα και μνημόνια.
Στην Ισπανία η διαδρομή ήταν διαφορετική. Το PSOE συμμετείχε κι αυτό στην εφαρμογή λιτότητας με τον Θαπατέρο, αλλά επανήλθε στην εξουσία μετά από περίπου οκτώ χρόνια συντηρητικής, αυταρχικής, νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης της κεντροδεξιάς (Partido Popular), παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως απάντηση στην κρίση. Ανανέωσε την ταυτότητά του με τον Σάντσεθ, απορροφώντας στοιχεία τόσο από τα λαϊκά αιτήματα όσο κι από τον χώρο στα αριστερά του. Σημαντικό είναι ότι, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν βρέθηκε μόνο του στην εξουσία. Από το 2020 έχτισε συμμαχίες με κόμματα στα αριστερά του, τους Unidas Podemos κι έπειτα τη Sumar.
Δεν λέμε ότι αυτή η συμμαχία έφερε ριζοσπαστικά αποτελέσματα. Εφάρμοσε όμως κοινωνική πολιτική που είχε υλικές και συμβολικές διαστάσεις σε μια άγρια περίοδο ανισοτήτων, επισφάλειας και βίας. Επιπλέον, έφραξε, εν μέρει, τον δρόμο στην ακροδεξιά, τμήματα της οποίας στην Ελλάδα θριαμβεύουν πλέον μέσα στην ίδια τη διακυβέρνηση.
Έχει πράγματι η Ισπανία περιορίσει την επιρροή της ακροδεξιάς ή απλώς έχει κρατήσει το Vox εκτός κυβέρνησης, ενώ μέρος της ρητορικής και της ατζέντας του έχει ήδη περάσει στην κυρίαρχη πολιτική;
Ήταν μια επιτυχία που σήμερα φαίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Το Vox κρατήθηκε εκτός της κεντρικής κυβέρνησης, ενισχύεται όμως σε περιφερειακό επίπεδο. Τον Ιούλιο του 2026 τα δύο κόμματα σχημάτισαν περιφερειακή συγκυβέρνηση στην Ανδαλουσία, μια παραδοσιακά κεντροδεξιά περιοχή.
Αυτό δείχνει πώς η ατζέντα της ακροδεξιάς γίνεται mainstream. Το αφήγημα της «εθνικής προτεραιότητας», η προτεραιότητα των ντόπιων έναντι των μεταναστών στις δημόσιες παροχές, απορροφάται πλέον από την κυρίαρχη δεξιά στην Ισπανία, αλλού ακόμη κι από την κεντροαριστερά. Αυτό είναι, για μία ακόμη φορά, η κανονικοποίηση του λόγου της ριζοσπαστικής δεξιάς.
Στο ευρύτερο ερευνητικό σας έργο επισημαίνετε ότι ο λαϊκισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται αυτομάτως με τον αυταρχισμό. Τι διακρίνει έναν δημοκρατικό λαϊκισμό, που διευρύνει τη συμμετοχή, από έναν αυταρχικό λαϊκισμό;
Και οι δύο χτίζουν έναν «λαό» απέναντι σε μια «ελίτ», οπότε η μορφή από μόνη της δεν φτάνει για να τους ξεχωρίσει. Η διαφορά βρίσκεται στο πώς συγκροτούν το «εμείς».
Ο δημοκρατικός λαϊκισμός το διευρύνει. Ενώνει διαφορετικά αιτήματα, αναγνωρίζει την πολυμορφία, κι ανοίγει τη συμμετοχή, επαναπολιτικοποιώντας τον κόσμο από τα κάτω. Το «εμείς» εδώ είναι ανοιχτό και μπορεί πάντα να διευρυνθεί.
Ο αυταρχικός λαϊκισμός κάνει το αντίθετο. Κλείνει το «εμείς» σε μια υποτιθέμενη «καθαρή», ομοιογενή ταυτότητα, το έθνος ή τη φυλή, και το ορίζει μέσα από τον αποκλεισμό των «άλλων». Με αυτή την έννοια, ίσως είναι πιο ακριβές να τον συνδέσουμε με τον εθνικισμό παρά με τον λαϊκισμό. Η ταύτισή του με τον λαϊκισμό οφείλεται κυρίως στην καχυποψία με την οποία οι σχολιαστές μιλούν για τον λαϊκισμό στον δημόσιο λόγο. Στρέφει την οργή προς τα κάτω, όχι προς την πραγματική εξουσία, κι ενισχύει τον αρχηγό και το κράτος.
Με μια φράση, ο πρώτος βαθαίνει τη δημοκρατία, ο δεύτερος τη συρρικνώνει. Είναι αμφίβολο, μάλιστα, αν ο αυταρχικός «λαϊκισμός» είναι καν λαϊκισμός.
Στο βιβλίο αναζητείτε νέες, δημοκρατικές και χειραφετητικές μορφές οργάνωσης. Πώς θα μπορούσαν να εκφραστούν στην πράξη σήμερα και να αποκτήσουν πολιτική επιρροή χωρίς να αφομοιωθούν τελικά από τους θεσμούς που επιδιώκουν να αλλάξουν;
Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή, υπάρχει όμως μια κατεύθυνση. Μιλάμε για μια διπλή στρατηγική, που δεν επιλέγει ανάμεσα στους θεσμούς και στην κοινωνία αλλά κινείται ταυτόχρονα και στα δύο. Παρέμβαση μέσα στους θεσμούς, και ταυτόχρονα μια ζωντανή δύναμη έξω από αυτούς, στα κοινά, στην αυτοδιαχείριση, στον δημοτισμό, στην πολιτική της φροντίδας, στα δίκτυα αλληλεγγύης.
Το κλειδί ενάντια στην αφομοίωση είναι ακριβώς αυτή η δεύτερη πλευρά, μια κοινωνική βάση που ελέγχει και πιέζει από τα κάτω, ώστε οι μορφές αυτές να μένουν ρευστές, ανανεώσιμες και υπό δημοκρατικό έλεγχο, με διαρκή αυτοκριτική και πειραματισμό.
Οι συγγραφείς
Ο Γιώργος Βενιζέλος είναι λέκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Θεωρίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Γιώργος Δημητρίου κατέχει διδακτορικό τίτλο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με αντικείμενο τη σύγχρονη πολιτική θεωρία, τη θεωρία του λόγου και τα νέα κοινωνικά κινήματα.
Παρουσιάσεις του βιβλίου
Λεμεσός: Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026, στις 18:30, στη Σχολή Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του ΤΕΠΑΚ. Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι τρεις συγγραφείς. Θα σχολιάσει η Βίκυ Τρίγκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ και κοσμήτειρα της Σχολής Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του ΤΕΠΑΚ.
Λευκωσία: Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026, στις 18:30, στο Καφενείο Πρόζακ, με τη συμμετοχή των συγγραφέων. Θα σχολιάσει η κοινωνική ανθρωπολόγος Τζιωρτζίνα Χρήστου.