Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ πολυγραφότατος συγγραφέας που πέθανε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, στα 79 του, κουβαλούσε στα βιβλία του τις φτωχογειτονιές του Πειραιά, τους ανθρώπους της Αντίστασης, τον έρωτα και την απώλεια. Από τον «Άρη» μέχρι το «Ο άνεμος κουβάρι», έγραφε με το πείσμα εκείνου που ξέρει πόσα κινδυνεύουν να χαθούν – όχι μόνο διασώζοντάς τα, αλλά και εξυμνώντας τα.
Μια γρανίτα φράουλα. Από όλα όσα μπορεί να διαβάσει κανείς για τον Διονύση Χαριτόπουλο, επιστρέφω ακόμη σε αυτή τη μικρή -μικρή, αλλά τόσο χαρακτηριστική- λεπτομέρεια. Μια κουταλιά γρανίτα φράουλα την οποία έδινε στη Μαλβίνα Κάραλη στο νοσοκομείο, τους τελευταίους μήνες της ζωής της, επειδή της άρεσε και τη δρόσιζε. Λέγοντάς της ότι έγραφε το βιβλίο που της είχε υποσχεθεί – όχι, δεν το έγραφε ακόμη, της έλεγε ψέματα· θα το παραδεχόταν ο ίδιος, χρόνια αργότερα.
Σκέφτομαι: Τι μπορεί να χωρέσει σε μια τέτοια στιγμή; Η φροντίδα, ο φόβος, η αμηχανία μπροστά σε έναν άνθρωπο που φεύγει; Ή εκείνη η υπόσχεση που κρατάς ακόμη ανοιχτή, σα να υπάρχει (ακόμη) χρόνος; Σα να μπορείς, λέγοντάς την ξανά και ξανά, να τον παρατείνεις λίγο, όπως εκμυστηρευόταν, λίγα χρόνια μετά το θάνατό της, πως προσπάθησε να κάνει ο Διονύσης…
Το βιβλίο γράφτηκε τελικά – η Μαλβίνα δεν πρόλαβε να το διαβάσει. Και τώρα που πέθανε πια κι εκείνος, την προηγούμενη Πέμπτη, αυτή η μικρή ιστορία πονάει διπλά. Γιατί υπάρχουν συγγραφείς, όπως ήταν ο Διονύσης (επιτρέψτε μου τον ενικό, αλλά προσωπικοί λόγοι μού τον «επιβάλλουν») που τους πλησιάζεις διαβάζοντάς τους, ώσπου η απώλειά τους σε βρίσκει απροετοίμαστο. Κι ένας άνθρωπος -αυτός ο άνθρωπος- που σου «σύστησε» τόσους άλλους ανθρώπους γίνεται, με τον καιρό, και ο ίδιος ένας «δικός σου». Απ’ τους πιο δικούς σου.
Ο άνθρωπος πίσω από τη σιωπή
Γεννήθηκε το 1947 στον Πειραιά, με καταγωγή από τη Μάνη και την Ευρυτανία. Δούλεψε από μικρός στο λιμάνι και στα μηχανουργεία, σε μια Ελλάδα όπου η επιβίωση απαιτούσε πολύ περισσότερα από καλές προθέσεις. Εκείνο το παιδί γνώρισε νωρίς τον κόπο, τους ανθρώπους της δουλειάς, το στερημένο καθημερινό τους – αυτός ακριβώς ο κόσμος θα επέστρεφε αργότερα στις σελίδες του.
Οι σπουδές που επιχείρησε στην Αθήνα και στο Λονδίνο έμειναν ανολοκλήρωτες, όμως η βαθιά καλλιέργειά του χτίστηκε με την αναζήτηση και τη μελέτη, με την περιέργεια για όσα βρίσκονται πίσω από την πρώτη εικόνα. Πέρασε με επιτυχία από τη διαφήμιση και την εγκατέλειψε για τη συγγραφή – για να δοθεί ψυχή τε και σώματι, στην μεγάλη του αγάπη· μια απόφαση που σημαίνει χρόνο, συγκέντρωση και τη δύσκολη αποδοχή ότι θα μείνεις πολλές ώρες μόνος με αυτό που προσπαθείς να γράψεις.
Μοναχικός και λιγόλογος: Έτσι περιέγραφε ο ίδιος τον νεότερο εαυτό του. Αυτή η κλειστότητά του, ωστόσο, αποκτά άλλο νόημα όταν κοιτάξει κανείς το έργο του. Στο «Εκ Πειραιώς», στους «Πειραιώτες», στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του, υπάρχει ένας κόσμος γεμάτος φωνές – άνθρωποι με σώμα, ανάγκες, επιθυμίες, αντιφάσεις· κι η σιωπή του Διονύση τόσο ηχηρή, ώστε να αφήνει πάντα χώρο για να ακουστούν. Από τη «Δανεικιά γραβάτα» του 1976, το «525 τάγμα πεζικού» και «Τα παιδιά της Χελιδόνας», έως το «Εγχειρίδιο βλακείας», τις «Πρόβες πολέμου» και τα θεατρικά του, η διαδρομή του Διονύση Χαριτόπουλου απλώθηκε σε διαφορετικά είδη.
Πενήντα χρόνια γραφής. Μισός αιώνας προσωπικού μόχθου, που τώρα καλούμαστε να ξανακοιτάξουμε. Όχι εν είδει μνημοσύνου – αλλά υπενθύμισης της σπουδαιότητας του ανδρός.
Τα βουνά που «περπάτησε»

«Όπου πήγε, πήγα», γράφει στον πρόλογο του «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων» – του πιο εμβληματικού του έργου. Η φράση έχει κάτι από την ξεροκεφαλιά του ανθρώπου (αιώνιος Πειραιώτης!) που πρέπει να δει μόνος του, να περπατήσει τον τόπο, να ακούσει τη μαρτυρία, να επιστρέψει με μια ακόμη ερώτηση. Άρχισε να ερευνά τη ζωή του Βελουχιώτη στις αρχές της δεκαετίας του 1970 – ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1997, ο δεύτερος το 2001· ανάμεσα στην αρχική αναζήτηση και στην έκδοση μεσολάβησε ένα τεράστιο κομμάτι ζωής.
Συνάντησε εκατοντάδες ανθρώπους, μελέτησε βιβλιογραφία και συγκέντρωσε μαρτυρίες από έναν κόσμο που γερνούσε και χανόταν. Στον πρόλογο του σπουδαίου αυτού έργου (επίτηδες δεν χρησιμοποιείται η λέξη «βιβλίο») περιγράφει πώς αναζητούσε άλλους παρόντες για να διασταυρώσει ένα περιστατικό. Είχε, για παράδειγμα, συναντήσει και ανθρώπους που διεκδικούσαν μια θέση δίπλα στον αρχηγό μεγαλύτερη από εκείνη που πραγματικά είχαν – όμως, εκείνος ήξερε πόσο εύκολα η ανάμνηση παρασύρεται από τον μύθο. Και πόση δουλειά χρειάζεται για να πλησιάσεις αυτό που συνέβη.
Ο θαυμασμός του Διονύση για τον Άρη είναι φανερός. Η οπτική του έχει πάθος και θέση, και ως τέτοια χρειάζεται να διαβάζεται, αν και η Ιστορία κρατά ανοιχτά τα δύσκολα ερωτήματά της, ακόμη και απέναντι στα πιο αγαπημένα πρόσωπα. Αλλά η συμβολή του Χαριτόπουλου παραμένει ουσιαστική: Συγκέντρωσε υλικό, συνέδεσε γεγονότα και πρόσωπα, έδωσε αφηγηματική πνοή σε μια εποχή που συχνά συζητάμε μέσα από έτοιμα συνθήματα. Και επέστρεψε αργότερα, με τους «Άτακτους», στους αγωνιστές γύρω από τον αρχηγό – γιατί γύρω από κάθε μεγάλο όνομα υπάρχουν άνθρωποι που κινδυνεύουν να μείνουν ανώνυμοι. Κι εκείνος συνέχισε να τους αναζητά. Εμμονικά, σχεδόν.
Η Μαλβίνα, όπως την ακούμε ακόμη
Στο «Ο άνεμος κουβάρι», που πρωτοκυκλοφόρησε το 2005, η απόσταση μικραίνει επικίνδυνα. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος γράφει για έναν άνθρωπο που αγάπησε, με τον οποίο υπήρξε παντρεμένος και του οποίου την απουσία πρέπει πλέον να αντέξει. Οι αυθεντικές επιστολές της Μαλβίνας καταλαμβάνουν, άλλωστε, μεγάλο μέρος του βιβλίου – εκεί βρίσκεται η ουσία αυτής της σχέσης για τον αναγνώστη: Στη δυνατότητα να ακούσει τη δική της φωνή, με την ορμή και την ευαλωτότητά της· να συναντήσει, μέσα στις λέξεις, μια γυναίκα που επιθυμεί, φοβάται, περιμένει.
Όλη αυτή η ευφυΐα, όλη αυτή η δημόσια αυτοπεποίθηση… Κι όμως, η ανάγκη για μια απάντηση από τον άνθρωπό της παραμένει τόσο απλή. «Θέλω ένα σημάδι ότι με σκέφτεται και μετά να κοιμηθώ έναν ήσυχο ύπνο», διαβάζουμε στο απόσπασμα του οπισθοφύλλου της πρώτης έκδοσης. Πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν γράψει αυτή τη φράση; Πόσοι ξέρουν τι σημαίνει να περιμένεις εκείνο το σημάδι, όσο γεμάτη κι αν δείχνει στους άλλους η ζωή σου;
Ο Χαριτόπουλος εξηγούσε ότι εκείνη ήθελε να γίνει ηρωίδα ενός βιβλίου και πως της το είχε υποσχεθεί. Μιλούσε, επίσης, για τις ενοχές «του επιζώντος», αναγνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να της είχε φερθεί καλύτερα. Σε αυτή την παραδοχή υπάρχει μια δύσκολη εντιμότητα: Όταν ο άλλος έχει φύγει, όσα θα ήθελες να διορθώσεις μένουν χωρίς αποδέκτη. Μένουν μέσα σου.
Αυτό που μπορεί η γραφή

Ξαναδιαβάζοντας μαζί, αυτές τις μέρες, χρόνια μετά την πρώτη τους ανάγνωση, αποσπάσματα από τον «Άρη» και το «Ο άνεμος κουβάρι», διακρίνω μια κοινή αγωνία κάτω από τις διαφορετικές ιστορίες: Να προλάβεις να κρατήσεις κάτι από τον άνθρωπο – τη φωνή του, μια χειρονομία, τις λέξεις που έλεγε όταν δεν γνώριζε ότι κάποτε θα τις αναζητούσαμε. Σαφώς, η γραφή δεν επιστρέφει κανέναν. Δεν διορθώνει όσα έγιναν, δεν εκπληρώνει εκ των υστέρων όλα όσα υποσχεθήκαμε. Μπορεί, όμως, να διατηρήσει μια παρουσία αρκετά ζωντανή ώστε ένας άγνωστος αναγνώστης, χρόνια μετά, να σταθεί και να συγκινηθεί. Για κάτι «δικό του».
Εκεί θα αναζητούσα σήμερα, δέκα μέρες μετά το θάνατό του, τη θέση του Χαριτόπουλου στα ελληνικά γράμματα: Στους ανθρώπους που μας άφησε να γνωρίσουμε, στις ζωές που πλησίασε με έρευνα, πάθος και μεγάλο προσωπικό κόστος. Και σε εκείνη τη γρανίτα φράουλα – σ’ αυτή τη μικρή φροντίδα, σε μια τόσο τρυφερή στιγμή, όπου όλα τα μεγάλα ήταν πλέον ανίσχυρα.
DOWNTOWN, 18.10.2026