Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ ιστορία Μικρασιατών προσφύγων που βρήκαν τη σωτηρία τους στην Κύπρο μέσα από αυθεντικές μαρτυρίες και αρχεία. Ο Χρύσανθος Χρυσάνθου φωτίζει την πορεία πίσω από τη δημιουργία του Α΄ Τόμου της μνημειώδους έκδοσης «Φωνές και μνήμες Μικρασίας και Κύπρου. Δεν σβήνουν, δεν λησμονούνται», στο οποίο υπογράφει την έρευνα, τη συγγραφή και την επιμέλεια, σε συντονισμό με τον Σταύρο Παπαγεωργίου.
Οι φωνές από το παρελθόν ήταν ο οδηγός μας. Φωνές, όχι κραυγές, φωνές που αφηγούνταν ιστορίες για τον πόνο του ξεριζωμένου από τον τόπο του, για την αδικία που δεν αποκαταστάθηκε, για τον εμπαιγμό, για τους ανθρώπους που έμειναν μετέωροι, χαμένοι στα σταυροδρόμια της ιστορίας και των όποιων ισχυρών διαφεντεύουν τη μοίρα του κόσμου.
Αρχικός μας στόχος ήταν να ετοιμάσουμε ένα βιβλίο για συγκεκριμένους Μικρασιάτες πρόσφυγες, εκείνους που είχαν έρθει στην Κύπρο από την πόλη Αλάγια, στις 18 Οκτωβρίου 1922, με ένα μικρό εμπορικό πλοίο. Αναζητούσαν σωτηρία από τις τουρκικές σφαγές κατά τη μικρασιατική καταστροφή.

Ανάμεσά τους ήταν μέλη της οικογένειας Τοσούνογλου, πρόγονοι της Άννας Τοσούνογλου – Χριστοφή, η οποία για να τιμήσει τη μνήμη των γονιών της, συνέστησε το Ίδρυμα «Αναστάσης και Ευφροσύνη Τοσούνογλου». Αποτάθηκε αρχικά στον σκηνοθέτη Σταύρο Παπαγεωργίου, που τυγχάνει εξάδελφός της (από την πλευρά της μητέρας της Ευφροσύνης Τσαγγάρη), ο οποίος ετοίμασε ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Μνήμη γλυκείας πατρίδας», με θέμα τις περιπέτειες του θείου του, Αναστάση Τοσούνογλου.
Αυτός κατοικούσε στην Αλάγια, την πόλη που βρίσκεται στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από την Κύπρο, περίπου στο ύψος του Ακάμα. Οι Τούρκοι τη λένε σήμερα Αλάνια.
Γεννημένος το 1902, ο Αναστάσης είχε μείνει ορφανός από πατέρα στα 12 του χρόνια και ρίχθηκε στη βιοπάλη. Όταν άρχισαν τα γεγονότα με τη μικρασιατική εκστρατεία, ο Αναστάσης Τοσούνογλου επιστρατεύτηκε από τους Τούρκους στα διαβόητα «τάγματα εργασίας». Στην πραγματικότητα ήταν τάγματα αργού θανάτου και εξόντωσης με τις στερήσεις, τις κακουχίες, την κακομεταχείριση. Αποδεκατίστηκε ο ελληνικός πληθυσμός στη Μικρά Ασία με αυτό τον τρόπο.
Ο Αναστάσης όμως κατάφερε να δραπετεύσει και μετά από πολλές περιπέτειες βρέθηκε στην Αθήνα, η οποία είχε γεμίσει με πρόσφυγες μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Έψαχνε για την οικογένειά του και, τύχη αγαθή, πληροφορήθηκε ότι η μητέρα, τα αδέλφια του, Παναγιώτης και Αργυρώ, καθώς και άλλοι συγγενείς του, βρισκόταν στην Κύπρο. Είχαν έρθει στοιβαγμένοι στο μικρό εμπορικό πλοίο μαζί με άλλους περίπου 500 Αλαγιώτες.
Οι Βρετανοί δεν επέτρεψαν την αποβίβασή τους, γιατί δεν ήθελαν να επωμιστούν το βάρος της συντήρησής τους. Κύπριοι παράγοντες προέβησαν σε έντονα διαβήματα, αλλά οι Βρετανοί παρέμεναν ανένδοτοι και ζητούσαν την καταβολή υπέρογκου ποσού ως εγγύησης. Τότε οι Κύπριοι παράγοντες ανέλαβαν ειδική εκστρατεία για τους Αλαγιώτες πρόσφυγες. Συγκέντρωσαν το απαιτούμενο ποσό, καθώς επίσης τρόφιμα, ρουχισμό και άλλα είδη.
Τελικά οι Βρετανοί αναίρεσαν την απαγόρευση και οι πρόσφυγες Αλαγιώτες αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Δεκέλειας, για να περάσουν μερικές μέρες σε καραντίνα στο λοιμοκαθαρτήριο που λειτουργούσε εκεί. Πατώντας στη στεριά, γονάτιζαν και προσκυνούσαν τη γη της Κύπρου με δάκρυα στα μάτια.
Ήταν τουρκόφωνοι, αλλά χριστιανοί ορθόδοξοι ελληνικής καταγωγής. Από την έρευνά μας σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες της εποχής δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε αρνητικό δημοσίευμα για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην Ελλάδα, δεν χαρακτηρίζονταν ούτε ως τουρκόσποροι, ούτε παρείσακτοι και ανεπιθύμητοι. Ήταν αλλεπάλληλα τα δημοσιεύματα συμπόνιας, συμπαράστασης και προθυμίας για βοήθεια.
Μετά την έξοδό τους από το λοιμοκαθαρτήριο, οι Αλαγιώτες κατανεμήθηκαν για φιλοξενία σε διάφορες πόλεις και κοινότητες της Κύπρου. Οργανωμένα και συστηματικά οι Κύπριοι παρείχαν στους πρόσφυγες κάθε είδους βοήθεια. Υιοθέτησαν ορφανά και ασυνόδευτα παιδιά. Όσα ήταν σχολικής ηλικίας παραπέμφθηκαν σε σχολεία, έστω κι αν ήταν τουρκόφωνα.

Προέβησαν σε ενέργειες για την ίδρυση νυκτερινής σχολής, ώστε να μάθουν ελληνικά οι πρόσφυγες και να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην κυπριακή κοινωνία. Παρείχαν εργασία σε πρόσφυγες και προσφυγοπούλες, στις οποίες παραχώρησαν αργαλιούς.
Υπήρξαν βεβαίως και αρνητικά φαινόμενα με επιτήδειους που επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να απομυζήσουν κέρδη με κάθε τρόπο από τους πρόσφυγες. Ωστόσο, η γενική εικόνα ήταν και με το παραπάνω θετική, γιατί πραγματικά είχε κινητοποιηθεί όλος ο λαός της Κύπρου για να συμπαρασταθεί στους Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Αυτή ήταν η άκρη του νήματος, που πήραμε για να ξετυλίξουμε το κουβάρι που οδηγούσε από τη μια στην άλλη συγκινητική πτυχή αυτής της ιστορίας.
Αναμειγνύονταν με επιγαμίες και υιοθεσίες
Ακολουθήσαμε βήμα-βήμα τα αχνάρια της ιστορίας και τις φωνές που έφτασαν μέχρι σε μας μέσα από αρχειακό υλικό και φωτογραφίες, αλλά και από τις μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων νεότερων γενεών για τα όσα άκουσαν να αφηγούνται οι πρόγονοί τους.
Καθόσον οι αφηγήσεις αφορούσαν και αρχαιολογικούς και θρησκευτικούς χώρους, φυσιολογικό επακόλουθο ήταν να οδηγηθούμε πολύ βαθιά στις κοινές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού τόσο στην Κύπρο, όσο και στα νότια παράλια της Μικράς καθώς και στη διάδοση του χριστιανισμού από τους ίδιους Αποστόλους, τους Μάρκο, Παύλο και Βαρνάβα. Και στη συνέχεια οθωμανοκρατία. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάσαμε τις μακραίωνες σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Μικράς Ασίας μέχρι και το 1922, οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές.
Δώσαμε έμφαση στη Σμύρνη, εννοείται, αλλά κυρίως στις πόλεις στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, την Αττάλεια, τη Μερσίνα, το Ανεμούριο, την Αλάγια, την πόλη καταγωγής της οικογένειας Τοσούνογλου, καθώς επίσης άλλων γνωστών οικογενειών Μικρασιατών προσφύγων που ρίζωσαν στην Κύπρο.
Η Αλάγια αποτέλεσε ενδεικτικό παράδειγμα της επιβίωσης του ελληνισμού στη Μικρά Ασία στις δύσκολες συνθήκες. Η πόλη έφερε την ονομασία Κορακήσιον στην αρχαιότητα, ενώ στα βυζαντινά χρόνια λεγόταν Καλόν Όρος, μέχρι που καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους το 1221.
Από την έρευνά μας προέκυψαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τη σχέση της Κύπρου ειδικά με την Αλάγια. Το 10% των Ελλήνων κατοίκων της Αλάγιας ήταν κυπριακής καταγωγής. Με τις υιοθεσίες και τις επιγαμίες αναμειγνύονταν οι πληθυσμοί Κύπρου και Μικράς Ασίας.
Πολλές φτωχές οικογένειες στην Κύπρο προτιμούσαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία σε πλούσιες οικογένειες Αλαγιωτών, παρά να τα βλέπουν να πεινούν, να δυστυχούν, να αποδεκατίζονται από μολυσματικές ασθένειες.
Αντίστοιχα πολλοί Αλαγιώτες κατοικούσαν μόνιμα ή προσωρινά στην Κύπρο. Έμποροι έρχονταν για συναλλαγές, αλλά μεγάλο ήταν και το κύμα των προσκυνητών. Ήταν ευσεβείς άνθρωποι. Μέσω της θρησκευτικής πίστης και παρόλο που είχαν ξεχάσει την ελληνική γλώσσα, διατηρούσαν την εθνική τους ταυτότητα. Σε αντίξοες συνθήκες. Και ευημερούσαν, μέχρι που συνέβη η ανείπωτη καταστροφή…

H ταυτότητα του βιβλίου

- Eρευνα – συγγραφή – επιμέλεια: Χρύσανθος Χρυσάνθου
- Συντονισμός: Σταύρος Παπαγεωργίου
- Χορηγός: Άννα Τοσούνογλου – Χριστοφή
- Σχεδιασμός: Αλεξία Στάικου
- Διόρθωση: Ειρήνη Μοδέστου
- Φωτογραφία εξωφύλλου: Η μικρασιατική πόλη Αλάγια απέναντι από την Κύπρο, περίπου στο ύψος του Ακάμα.
- Λευκωσία, Αίθουσα τελετών Πολιτιστικού Ιδρύματος Μονής Κύκκου «Αρχάγγελος», 5 Νοεμβρίου, 7.30μ.μ. Τελεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος «Αναστάσης και Ευφροσύνη Τοσούνογλου».
- Λεμεσός, Χαρουπόμυλοι, 22 Νοεμβρίου, 5μ.μ.
- Αθήνα, Σπίτι της Κύπρου, 26 Νοεμβρίου, 6μ.μ., Θα προβληθεί και το ντοκιμαντέρ «Μνήμη γλυκείας πατρίδας».
Για κρατήσεις: tetraktys@cytanet.com.cy ή 99694407
Ελεύθερα, 25.10.2026