Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η ιστορία της Φωτογραφίας είναι γεμάτη αρχεία που σώθηκαν σχεδόν από τύχη.

Ο Ευγένιος Ατγκέτ (Eugène Atget) ήταν Γάλλος που φωτογράφισε το παλιό Παρίσι για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Δρόμους, βιτρίνες, αυλές, πόρτες, πλανόδιους πωλητές και γενικότερα την ίδια την πόλη του. Πουλούσε τις φωτογραφίες του σε ζωγράφους και σε βιβλιοθήκες ως υλικό αναφοράς.

Δεν θεωρούσε τον εαυτό του καλλιτέχνη. Όταν πέθανε το 1927, το αρχείο του θα μπορούσε εύκολα να σκορπίσει. Μια νεαρή, σημαντική Αμερικανίδα φωτογράφος, η Μπέρενις Άμποτ (Berenice Abbott), που τον είχε γνωρίσει λίγο πριν πεθάνει, αγόρασε ένα μεγάλο μέρος του το 1928. Κράτησε τα αρνητικά, τύπωσε, εξέθεσε, δημοσίευσε.

Το 1930 κυκλοφόρησε στο Παρίσι το «Atget: Photographe de Paris», συμβάλλοντας στην ανάδειξη του έργου του. Σήμερα ο Ατγκέτ θεωρείται ένας από τους πατέρες της σύγχρονης φωτογραφίας. Χωρίς εκείνη, την Άμποτ, ίσως να μην ξέραμε καν το όνομά του ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιες φωτογραφίες του να βρίσκονταν σε ιδιωτικές συλλογές.

Η Βίβιαν Μάγιερ (Vivian Maier) ήταν νταντά για περίπου σαράντα χρόνια στο Σικάγο. Φωτογράφιζε τον δρόμο για δεκαετίες και δεν έδειξε σχεδόν σε κανένα τη δουλειά της. Το 2007 τα αρνητικά της βγήκαν σε δημοπρασία, επειδή δεν πληρωνόταν πια η αποθήκη όπου ήταν φυλαγμένα.

Τα αγόρασε ένας νεαρός, ο Τζον Μάλουφ (John Maloof), χωρίς να ξέρει τι αγόραζε. Έψαχνε παλιές φωτογραφίες του Σικάγου για ένα βιβλίο τοπικής Ιστορίας. Βρήκε περίπου τριάντα χιλιάδες αρνητικά, πολλά από αυτά φιλμ που η ίδια δεν είχε εμφανίσει ποτέ.

Η Μάγιερ πέθανε το 2009, λίγο πριν αρχίσει ο κόσμος να μαθαίνει το όνομά της. Δεν είδε ποτέ τη δουλειά της να αναγνωρίζεται.

Ο Τζον Μπερ (John Baer) φωτογράφισε τη μεταπολεμική Ευρώπη και την καθημερινή ζωή στη Νέα Υόρκη από το 1945 ως το 1954. Προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρετούσε  στην Ευρώπη. Εκεί, το 1945, απέκτησε μια φωτογραφική μηχανή από έναν Γερμανό αιχμάλωτο πολέμου.

Φωτογράφισε τους στρατιώτες του, την κατεστραμμένη Γερμανία και την Ευρώπη που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της. Μετά την επιστροφή του στις ΗΠΑ συνέχισε να φωτογραφίζει τη Νέα Υόρκη. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 απλώς σταμάτησε.

Έκλεισε αυτή τη ζωή σε κουτιά και πέθανε το 1994. Ο γιος του, Άντριου Μπερ (Andrew Baer), κληρονόμησε τα κουτιά και τα κουβαλούσε για χρόνια χωρίς να εξετάσει το περιεχόμενό τους. Τα άνοιξε την περίοδο της πανδημίας και βρήκε περίπου 4.000 αρνητικά και εκτυπώσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2026 κυκλοφόρησε το βιβλίο «John Baer: The Extraordinary Ordinary: A Memoir in Photographs, 1945–1954», με υλικό από αυτό το μέχρι πρόσφατα άγνωστο αρχείο.

Υπάρχει όμως και μια διαφορετική περίπτωση, όπου ο θεματοφύλακας είναι ο ίδιος ο φωτογράφος. Ο Μπρους Γκίλντεν (Bruce Gilden), όταν μετακόμισε από το σπίτι όπου ζούσε για 35 χρόνια στη Νέα Υόρκη, έβαλε χιλιάδες αρνητικά σε κουτιά και δεν τα άνοιξε για τρία χρόνια.

Όταν άρχισε να ξανακοιτάζει παλιές εκτυπώσεις στο στούντιό του στο Beacon, μαζί με έναν συνεργάτη του, ορισμένες τις θυμόταν και άλλες όχι. Αυτό τον οδήγησε να εξετάσει ξανά τα αρνητικά και τα contact sheets. Πέρασε σχεδόν ολόκληρο το καλοκαίρι του 2018 κοιτάζοντας περισσότερα από 2.000 ρολά φιλμ και ανακάλυψε εικόνες που, σε μεγάλο βαθμό, ήταν και για τον ίδιο καινούργιες.

Από τις χιλιάδες εικόνες επέλεξε περίπου εκατό, και τελικά οι 80 δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο «Lost and Found», που εκδόθηκε το 2019 από τις Εditions Xavier Barral. Έχει πει ότι, αν είχε πεθάνει, αυτή η δουλειά πιθανότατα δεν θα είχε δει ποτέ το φως, γιατί κανείς άλλος δεν είχε το δικό του βλέμμα και την υπομονή να περάσει μέσα από όλο αυτό το υλικό.

Έτσι, ακόμη και ο δημιουργός μπορεί να χάσει την πρόσβαση στη μνήμη της δουλειάς του. Όχι επειδή τα αρνητικά καταστράφηκαν, αλλά επειδή τα προσπέρασε.

Ο ίδιος αναρωτιέται πώς του ξέφυγε αυτή η δουλειά, αφού πάντα θεωρούσε τον εαυτό του καλό επιμελητή του έργου του. Και ένα αρχείο που δεν κοιτάζεται μπορεί, πρακτικά, να είναι ένα αρχείο που δεν υπάρχει.

Μια συνάδελφος. Ένας ξένος. Ένας απόγονος. Και, στην περίπτωση του Γκίλντεν, ο ίδιος ο φωτογράφος. Τέσσερις διαφορετικοί θεματοφύλακες. Το αρχείο σώζεται από τύχη, από την αγορά, από την οικογένεια ή από την επιστροφή του ίδιου του δημιουργού σε αυτό.

Και οι τέσσερις αυτές ιστορίες έχουν σήμερα φτάσει ως εμάς, αλλά για διαφορετικούς λόγους και μέσα από διαφορετικούς ανθρώπους. Η κύρια πηγή για τις απώλειες είναι οι προφορικές μαρτυρίες φωτογράφων, παλαιοπωλών και όσων αδειάζουν σπίτια, καθώς και οι δημοπρασίες στο διαδίκτυο. Και πόσα δεν βρέθηκαν από κανέναν;

Κι εδώ στην Κύπρο, από όσο γνωρίζω, μια οικογένεια δεν έχει το 2026 έναν ξεκάθαρο τρόπο να ρωτήσει πριν χαθεί ένα άγνωστο ή ιδιωτικό αρχείο. Χρειάζεται ένας τόπος όπου όποιος βρίσκει ένα αρχείο μπορεί να πει «βρήκα κάτι» πριν το πετάξει. Ένα φωτογραφικό αρχείο θέλει ανθρώπους που ξέρουν και αγαπούν και τη Φωτογραφία και την Ιστορία του τόπου, τεχνογνωσία και πάρα πολλούς πόρους.

Γι’ αυτό η διάσωση, η καταγραφή και η επιμέλεια μένουν πολλές φορές στην επιφάνεια. Τα ψηφιοποιημένα αρχεία συνοδεύονται συχνά από ελλιπείς, σκόρπιες ή και λανθασμένες πληροφορίες, γιατί πολλά από όσα δείχνει μια εικόνα έχουν χαθεί. Η αποθήκευση προηγείται της καταγραφής, και προκύπτει ένα αρχείο που υπάρχει αλλά είναι τελικά βουβό.

Ο σημερινός φωτογράφος δεν αφήνει μόνο κουτιά με αρνητικά, εμφανισμένα και μη, με διαφάνειες ή και με τυπωμένες φωτογραφίες. Αφήνει σκληρούς δίσκους, κάρτες μνήμης, ψηφιακούς λογαριασμούς που κλείνουν όταν σταματήσουν οι πληρωμές.

Ένα κουτί με φωτογραφίες ή αρνητικά, μπορεί έστω και τυχαία να βρεθεί σ’ ένα παζάρι σε σαράντα χρόνια. Ένας δίσκος που διαγράφεται ή πετιέται δεν αφήνει κανένα απτό ίχνος.

Ποιος είναι ο επόμενος θεματοφύλακας της κυπριακής Φωτογραφικής Ιστορίας και μνήμης; Η φύλαξη είναι ευθύνη που δεν χάνεται μόλις κάποιος πεθάνει. Περνά στον επόμενο, όποιος κι αν είναι. Κι εκείνος, όταν δεν έχει στοιχεία, δεν ξέρει τι να κάνει, πού να πάει, ποιον να ρωτήσει.

Ο καθένας αποκτά μια μικρή ή μεγάλη δύναμη πάνω σε ένα αρχείο. Το βάρος το κρίνει όποιος αγαπά τον δημιουργό και τη δουλειά του, αλλά κυρίως την ιστορία που θα αφήσει στους επόμενους.

Τελικά, όποιος επιμελείται το αρχείο ενός νεκρού φωτογράφου γίνεται συνδημιουργός του; Τι γίνεται δημόσιο; Τι γίνεται μουσείο; Τι γίνεται προσωπικό έργο τέχνης; Όποιος διασώζει ένα αρχείο αποφασίζει και τι θα δει ο κόσμος. Η απώλεια είναι το ένα μέρος του προβλήματος. Το άλλο είναι η ευθύνη που συνοδεύει τη διάσωση.

Ξέρω φωτογραφικά αρχεία που περιμένουν ακόμη κάποιον να τα δει, να ασχοληθεί μαζί τους και να τα αναγνωρίσει. Αν ο φωτογράφος είναι ο πρώτος θεματοφύλακας, ο επόμενος ίσως είναι κάποιος που ξέρει να κοιτάζει, ό,τι κι αν βλέπει. Γιατί το βλέμμα δεν είναι αθώο.

Ούτε το δικό μας, όταν κοιτάζουμε ένα κουτί με αρνητικά ή ένα σκληρό δίσκο με φωτογραφίες, και αποφασίζουμε τι αξίζει να διασωθεί και τι όχι.

Βιβλιογραφία

  • Atget, Eugène. Atget: Photographe de Paris. Paris: Henri Jonquières, 1930.
  • Maier, Vivian. Vivian Maier: Street Photographer. Επιµέλεια John Maloof. New York: powerHouse Books, 2011.
  • Gilden, Bruce. Lost and Found. Paris: Éditions Xavier Barral, 2019.
  • Baer, John. John Baer: The Extraordinary Ordinary: A Memoir in Photographs, 1945–1954. John Baer Archive, σε συνεργασία µε Paper Cinema Editions, 2026.

www.kouratzis.com

Ελεύθερα, 01.11.2026