Άλλη μια σοβαρή γεωπολιτική συζήτηση μετατράπηκε σε ιδεολογικό debate.
Εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και την πρωτοφανή στήριξη της Κύπρου από την Ελλάδα και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, αυτό που αναδείχθηκε περισσότερο ήταν οι ερμηνείες: γιατί έστειλε τη βοήθεια η Ελλάδα;
Για να προστατεύσει την Κύπρο ή για να θωρακίσει τις βρετανικές βάσεις; Δυστυχώς τα απωθημένα έχουν ελαφρύ ύπνο και πετάγονται όρθια με τον παραμικρό θόρυβο.
Θα περίμενε κανείς ότι σε μια κατεχόμενη χώρα που βρίσκεται γεωγραφικά στο κέντρο μιας εξαιρετικά ασταθούς περιοχής και υπό τη διαρκή απειλή της Τουρκίας, η συζήτηση θα γινόταν με όρους στρατηγικής.
Πώς θα διασφαλίσουμε μόνιμη ομπρέλα ασφαλείας; Είναι πρόθυμη η παρούσα ελλαδική κυβέρνηση να αναλάβει αυτό το ρόλο; Τι σημαίνει η ανταπόκριση άλλων ευρωπαϊκών κρατών – και ιδιαίτερα της Γαλλίας;
Ποιο είναι το μέλλον των βρετανικών βάσεων; Ποιες ευκαιρίες παρουσιάζονται μέσα στο πλέγμα συμμαχιών της Δύσης. Τέτοια πράγματα.
Αντί γι’ αυτό, η κουβέντα κατέληξε -ξανά- σε ιδεολογικό δημοψήφισμα. Ορισμένοι, άδραξαν την ευκαιρία για να χλευάσουν το αίσθημα ασφάλειας που εκφράστηκε σε διάφορους τόνους -ναι, και με παρωχημένους συναισθηματισμούς- στην παρουσία των ελληνικών φρεγατών και F-16.
Κι άλλοι μάς πήραν χρόνια πίσω στην εποχή που ο Δημήτρης Χριστόφιας αποκαλούσε υποτιμητικά την Ελλάδα «ξιπετσισμένο κουρκουτά».
Η άμεση αντίδραση της Ελλάδας σ’ αυτή την κρίση είχε μεγάλη σημασία. Δημιούργησε σε πραγματικό χρόνο ένα πλέγμα ασφάλειας γύρω από την Κύπρο και λειτούργησε ως καταλύτης, ανοίγοντας τον δρόμο για την ενεργοποίηση και άλλων ευρωπαϊκών κρατών και δημιουργώντας ένα ευρύτερο σχήμα αποτροπής.
Με απλά λόγια: η ασφάλεια της Κύπρου μετατράπηκε, έστω και προσωρινά, σε ευρωπαϊκή υπόθεση. Πότε ήταν η τελευταία φορά που αισθανθήκαμε ασφάλεια σε αυτό τον τόπο;
Εδώ και δεκαετίες, η άμυνα της Κύπρου αντιμετωπίστηκε είτε ως θέμα που θα λυθεί μαζί με το Κυπριακό, είτε ως ζήτημα που δεν πρέπει να τοποθετείται σε προτεραιότητα για να μη θεωρηθεί «πρόκληση» και «έλλειψη καλής θέλησης».
Το αποτέλεσμα ήταν μια στρατηγική αμηχανία και μια παγωμάρα, με κόστος σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και στο τραπέζι των συνομιλιών για το Κυπριακό. Σήμερα, μάς δίνεται μια ευκαιρία για επαναξιολόγηση του δείκτη κινδύνου για την Κύπρο.
Σημασία έχει να υπερβούμε τη συγκυρία ενός γειτονικού πολέμου και να εστιάσουμε στην ανάγκη για μια κοινή αμυντική δύναμη αποτροπής, με την Ελλάδα πρωτίστως και με ευρωπαϊκές συμμαχίες, η οποία θα αντιμετωπίζει με επάρκεια τη μόνιμη και διαρκή τουρκική απειλή. Γιατί όταν τελειώσει αυτός ο πόλεμος η πραγματικότητα δεν θα αλλάξει.
Η Κύπρος θα εξακολουθήσει να βρίσκεται υπό κατοχή και η Ελλάδα υπό τη διαρκή απειλή της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια οικοδόμοι μια σταθερή στρατηγική παρουσία στην περιοχή, από τη Συρία μέχρι τη Λιβύη και από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνουμε ταμπουρωμένοι στο «μικροί κι αδύναμοι» ή θα εξετάσουμε σοβαρά πού μπορεί να μας οδηγήσει αυτό το momentum.
Ελεύθερα, 15.03.2026