Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη και γνωστή ακόμη και πριν από την κάθοδο του Επιτρόπου Βαρχέλι την Παρασκευή στην Κύπρο. Τα πρωτόκολλα της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού είναι σαφή. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ ως επιλογή στο τραπέζι.

Εδώ ακριβώς τίθεται και το ερώτημα κατά πόσον και γιατί κάποιοι έπαιξαν με τα συναισθήματα των κτηνοτρόφων. Η Κυβέρνηση, ίσως για να κερδίσει χρόνο στη διαχείριση των αντιδράσεων, και τα κόμματα, για να πουλήσουν ψεύτικες υποσχέσεις, θεωρώντας πως με τον λαϊκισμό μπορεί να κερδίσουν ψήφους. Με τον λαϊκισμό, όμως, κερδίζουν μόνο οι λαϊκιστές, γι’ αυτό και πρόκειται για μια μάχη εξαρχής χαμένη. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν το αντιλαμβάνονται όλοι, και κάποιοι στα κομματικά επιτελεία θεωρούν πως, πουλώντας φρούδες ελπίδες στον κόσμο, μπορούν να κερδίζουν πόντους. Καταγκρεμίζονται, όμως, μαζί με την πολιτική αξιοπιστία τους και, δυστυχώς, ο λογαριασμός έρχεται βαρύς για όλους.

Αυτά ως γενική παρατήρηση, διότι τις τελευταίες μέρες ζούμε το θέατρο του παραλόγου σε μια πολιτική σκηνή όπου, δυστυχώς, οι πρωταγωνιστές —κυβερνώντες και κομματάρχες— αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Οι κρίσεις απαιτούν ηγέτες που να μπορούν να σταθούν ανάχωμα στον λαϊκισμό, στο ξεπούλημα ελπίδας και στα συνθήματα κενού περιεχομένου, τα οποία, δυστυχώς, ευδοκιμούν στην εποχή της παντοκρατορίας των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.

Η κρίση της πανδημίας των ετών 2020-2021, όπως και προηγουμένως η οικονομική κρίση, είναι ένα παράδειγμα του ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε «δημοψήφισμα» δημοφιλίας, αλλά κρίνονται με βάση την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Λάθη ασφαλώς έγιναν και τότε. Εκείνο όμως που μένει, στο τέλος της ημέρας, είναι το συνολικό αποτέλεσμα. Και για όσους θέλουν να το δουν χωρίς παρωπίδες, το αποτέλεσμα αυτό, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν αρνητικό, διότι οι κρίσεις ξεπεράστηκαν και ο τόπος γύρισε, σε μεγάλο βαθμό, σελίδα.

Η κρίση του αφθώδους πυρετού θα μπορούσε να μην είχε σήμερα τις διαστάσεις που πλέον έχει λάβει. Οι ευθύνες, αρχικά, των τεχνοκρατών του Υπουργείου Γεωργίας είναι ασήκωτες. Τα κατεστημένα που υπάρχουν στη Δημόσια Υπηρεσία και η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που χαρακτηρίζει, σε πολλές περιπτώσεις, τις κρατικές υπηρεσίες αποτελούν έναν βραχνά που εγκλωβίζει ένα ολόκληρο κράτος στην αναποτελεσματικότητα. Δυστυχώς, όχι σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά σε πάρα πολλές, η Δημόσια Υπηρεσία λειτουργεί ως κράτος εν κράτει.

Καμία κυβέρνηση, κανένα κόμμα και κανένας πολιτικός δεν είχε το θάρρος και την τόλμη να συγκρουστεί με αυτά τα κατεστημένα. Το έχουμε σημειώσει πολλές φορές πως στο Δημόσιο υπάρχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι και φιλότιμοι κρατικοί λειτουργοί. Δυστυχώς, όμως, αφομοιώνονται από το ίδιο το σύστημα. Εν κατακλείδι, στην περίπτωση του αφθώδους πυρετού, εάν κάποιοι έκαναν τη δουλειά τους σωστά, δεν θα φτάναμε εδώ.

Εδώ, όμως, τίθεται και το θέμα των πολιτικών ευθυνών. Η Μαρία Παναγιώτου δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Και δεν είναι μόνο το θέμα του αφθώδους πυρετού. Είναι και το Υδατικό, ήταν και το θέμα των πυρκαγιών. Κανείς δεν αναμένει από την Υπουργό να πάρει τη μάνικα και να σβήνει φωτιές ή να εμβολιάζει αγελάδες και πρόβατα και να διενεργεί ελέγχους σε φάρμες. Ούτε να κάνει δεήσεις στην Αγία Ειρήνη για να βρέξει και να γεμίσουν τα φράγματα. Απαιτείται, όμως, να έχει τη στοιχειώδη ικανότητα να αντιληφθεί ότι η διοίκηση ενός Υπουργείου απαιτεί ικανότητες και πολιτικό όραμα. Χρειάζεται στρατηγική για την επίλυση προβλημάτων και κρίσεων.

Ο πολιτικός προϊστάμενος ενός Υπουργείου είναι εκείνος που θα αναζητήσει και θα απαιτήσει την υλοποίηση πολιτικών που θα βγάζουν τη χώρα από τα αδιέξοδα. Θα έχει την ικανότητα να φιλτράρει όσα οι λειτουργοί του υπουργείου του πλασάρουν ως δεδομένα. Για να το κάνει, όμως, αυτό ένα άτομο, θα πρέπει να διαθέτει είτε τις ικανότητες είτε την εμπειρία. Και σήμερα, στο Υπουργείο Γεωργίας, δεν υπάρχει ούτε η πολιτική ικανότητα ούτε η εμπειρία διαχείρισης τόσο σοβαρών ζητημάτων. Είναι απλά τα πράγματα. Εάν, λοιπόν, η Μαρία Παναγιώτου δεν μπορεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα για να παραιτηθεί από μόνη της, εδώ είναι που ξεκινά η ευθύνη του Προέδρου Χριστοδουλίδη για να την παύσει…