Μέσα στον κόσμο υπάρχει θυμός, υπάρχει οργή, ακόμα και αγανάκτηση με τους πολιτικούς και τα κόμματα. Για ό,τι συμβαίνει τους φταίει το σύστημα. Και θέλουν να τιμωρήσουν αυτό το «καταραμένο σύστημα» στο οποίο φορτώνουν όλα τα κακώς έχοντα στην Κύπρο.
Σε 51 ημέρες, στις 24 Μαΐου, οι Κύπριοι θα πάνε στις κάλπες για να εκλέξουν τους 56 αντιπροσώπους τους στη Βουλή. Το δίλημμα σ’ αυτές τις εκλογές δεν είναι εάν θα κινηθούν δεξιά, αριστερά ή κέντρο. Ούτε και εάν θα στείλουν μήνυμα μένοντας σπίτι. Σ’ αυτές το δίλημμα -τουλάχιστον όπως καταγράφεται σήμερα- είναι το κατά πόσο θα τιμωρήσουν το κατεστημένο επιλέγοντας αυτούς που στρέφονται κατά του συστήματος.
Ο αντισυστημισμός εμφανίζεται ως η απάντηση στο κατεστημένο, ως κάτι το φρέσκο, ως η μόνη «αληθινή» επιλογή σε έναν κόσμο κομματικής σαπίλας. Είναι μια επιλογή που δεν φαίνεται επικίνδυνη, η οποία εν τέλει μπορεί και να είναι. Και είναι αυτό ακριβώς που θα πρέπει να προσέξει το εκλογικό σώμα στις 24 του Μάη.
Κατ’ αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι που συχνά δημιουργεί σύγχυση: αντιπολίτευση και αντισυστημικό κόμμα δεν είναι το ίδιο.
Η αντιπολίτευση αμφισβητεί το ποιος κυβερνά και δηλώνει έτοιμη να κυβερνήσει καλύτερα από τους εκάστοτε κυβερνώντες. Δεν αμφισβητεί το ίδιο το σύστημα και τους θεσμούς. Οι αντισυστημικοί αμφισβητούν το πώς και γιατί κυβερνάται ένας τόπος και στρέφονται εναντίον όλων των θεσμών. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όσες φορές οι αντισυστημικοί κατάφεραν να φτάσουν στην εξουσία δεν είχαν τον τρόπο να κυβερνήσουν.
Ο Cas Mudde ορίζει τον λαϊκισμό ως «λεπτή ιδεολογία» που χωρίζει την κοινωνία σε δύο αντίπαλες ομάδες: «ο καθαρός λαός» εναντίον «της διεφθαρμένης ελίτ». Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι τυχαίος: η ιδεολογία αυτή δεν έχει δικό της περιεχόμενο -κολλάει πάνω σε οποιαδήποτε άλλη, αριστερή ή δεξιά. Ο Jonathan Hopkin τεκμηριώνει ότι ο αντισυστημισμός ανθεί εκεί όπου το πολιτικό σύστημα αποτυγχάνει συστηματικά- και εμπειρικές έρευνες του 2023 δείχνουν ότι λαϊκιστικές κυβερνήσεις συνδέονται με βραδύτερη ανάπτυξη, αυξημένη γραφειοκρατική αστάθεια και χαμηλότερη δημοσιονομική διαφάνεια.
Πολλοί εμφανίζουν τον Σαρλ Ντε Γκολ ως ένα πρότυπο αντισυστημικής επιτυχίας, αλλά αυτό είναι λάθος. Ο Ντε Γκολ δεν ήθελε να γκρεμίσει το κράτος, αλλά να το ενισχύσει ακόμα περισσότερο. Γκρέμισε την Τέταρτη και έκτισε την Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία. Και αυτό τον διαφοροποιεί από τους σύγχρονους λαϊκιστές ή αντισυστημικούς. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκίνησε αμφισβητώντας το κεμαλικό κατεστημένο, εφάρμοσε μεταρρυθμίσεις, άνοιξε τις πύλες για διαπραγματεύσεις ένταξης στην ΕΕ. Και αφού εδραιώθηκε, έστρεψε τα αντισυστημικά εργαλεία που είχε στη διάθεσή του εναντίον των δικαστών, των μέσων ενημέρωσης και της κεμαλικής αντιπολίτευσης (που τους θεωρούσε μέρος του συστήματος). Ο Όρμπαν αποτελεί μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση αντισυστημικού αφηγήματος, ο οποίος από τη μια εισπράττει ευρωπαϊκά κεφάλαια ενώ την ίδια ώρα υπονομεύει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Το καλύτερο όμως μάθημα για κάποιον που θέλει να μελετήσει το όλο θέμα είναι η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Κέρδισε εκλογές με υπόσχεση ρήξης με το κατεστημένο, εμφανιζόμενος ως ο πολέμιος ενός σάπιου συστήματος. Οργάνωσε δημοψήφισμα για να λάβει λαϊκή εντολή και εν τέλει κατέληξε να υπογράφει ένα σκληρότερο μνημόνιο. Το κόστος που πλήρωσε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο οικονομικό αλλά και γεωπολιτικό.
Ερχόμαστε στην Κύπρο του σήμερα όπου έχουμε δύο βασικούς εκφραστές του αντισυστημισμού: Οδυσσέας Μιχαηλίδης και Φειδίας Παναγιώτου. Ο πρώτος εκμεταλλεύθηκε το σύστημα για να φτάσει ψηλά, αλλά σήμερα αυτοπροσδιορίζεται ως πολέμιος του ίδιου συστήματος το οποίο χρησιμοποιούσε για χρόνια. Ο δεύτερος, χωρίς πρόταση και χωρίς θέσεις, κατάφερε να εκλεγεί ευρωβουλευτής, θεωρήθηκε κι αυτός ως τιμωρός του συστήματος.
Κανείς δεν αμφισβητεί πως η απογοήτευση στον κόσμο είναι πραγματική. Οι αντισυστημικοί έρχονται, και στην περίπτωση της Κύπρου, να εκμεταλλευθούν αυτή την απογοήτευση.
Σε μια χώρα όμως με υπαρκτή την κατοχή και τον κίνδυνο επιβίωσης, με την ανάγκη για ευρωπαϊκές, περιφερειακές και διεθνείς συμμαχίες, μια ψήφος στον αντισυστημισμό δεν είναι απλώς μια ουδέτερη διαμαρτυρία. Είναι υπονόμευση των ίδιων των μηχανισμών μέσω των οποίων η Κύπρος διεκδικεί διεθνή στήριξη.
Η μπανανόφλουδα βρίσκεται ήδη στο έδαφος. Το ερώτημα είναι εάν στις 24 Μαΐου θα την πατήσουμε.