Η υπόθεση των καταγγελιών του Μακάριου Δρουσιώτη μας έκανε να χάσουμε τον ύπνο μας. Όχι επειδή δεν ήμασταν από χρόνια μαθημένοι με κορυφαία σκάνδαλα. Όχι επειδή δεν είχαμε μπουχτίσει από δαύτα. Ούτε επειδή η αηδία που διαχρονικά μας προκαλούν δεν μας έφερε προ πολλού στα όρια του εγκεφαλικού επεισοδίου. Αυτή τη φορά, όμως, προστίθεται κάτι νέο. Μια δήθεν αόρατη δύναμη, μια αδελφότητα, η οποία εμφανίζεται να «διοικεί» τη χώρα. Εξασφαλίζοντας τεράστιο οικονομικό όφελος. Αυτό, αν αποδειχθεί ότι ισχύει βεβαίως, είναι τρομακτικό. Γι’ αυτό απαιτείται εις βάθος έρευνα.
Διότι όταν εκτοξεύονται δημόσια καταγγελίες τέτοιου μεγέθους -για παιδεραστία, βιασμούς, δωροδοκίες, παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και ένα υποτιθέμενο υποχθόνιο δίκτυο εξουσίας- τότε σε ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του δεν χωρούν ούτε δισταγμοί ούτε θεσμικές εκπτώσεις. Η αντίδραση έπρεπε να είναι μία και ακαριαία: Αμέσως, εις βάθος ανεξάρτητη έρευνα. Μάλιστα, από ξένους ανακριτές.
Η στήλη διαφωνεί με τη διαδικασία όπως έχει επεξηγηθεί από την Κυβέρνηση. Ο λόγος είναι απλός και τον έχουμε εξηγήσει πλειστάκις. Το σύστημα έχει προ πολλού χάσει το τεκμήριο της εμπιστοσύνης.
Σε μια χώρα όπου το κράτος και οι Αρχές τυγχάνουν εμπιστοσύνης, ουδείς θα διαφωνούσε με τη διαδικασία την οποία πρόταξαν ο Πρόεδρος και ο υπουργός Δικαιοσύνης. Σε μια χώρα όπου οι θεσμοί λειτουργούν αψεγάδιαστα, η εσωτερική διερεύνηση θα ήταν αρκετή. Αλλά, δυστυχώς, δεν ζούμε σε τέτοια χώρα.
Ζούμε σε μια πραγματικότητα όπου η καχυποψία έχει κυριαρχήσει ως αποτέλεσμα διαχρονικών εμπειριών. Μια πραγματικότητα που, χρόνο με τον χρόνο, μοιάζει όλο και περισσότερο με ζούγκλα. Γεμάτη αγρίμια. Έτοιμα να κατασπαράξουν όποιον βρεθεί -δικαίως ή αδίκως- στο στόχαστρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλεγείσα διαδικασία δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Δεν απαντά στο βασικό ζητούμενο. Να πειστεί η κοινωνία ότι αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει συγκάλυψη. Ούτε σκιές. Ούτε κλείσιμο φακέλων για λόγους «δημοσίου συμφέροντος».
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της υπόθεσης. Πριν από οτιδήποτε άλλο, η έρευνα, που έπρεπε από την πρώτη στιγμή να είχε ξεκινήσει, οφείλει να απαντήσει σε ένα και μόνο ερώτημα: Τα επίμαχα μηνύματα, που επικαλείται ο Δρουσιώτης και ο δικηγόρος της «Σάντης» ή Κυριακής, είναι αυθεντικά ή όχι;
Αν δεν είναι, τότε πρόκειται για το κάζο του αιώνα. Για μια πρωτοφανή κατασκευή που στοχοποιεί πρόσωπα, θεσμούς και ολόκληρη τη χώρα. Αν είναι, τότε πρόκειται για το σκάνδαλο του αιώνα. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε δεν έχουμε απλώς πρόβλημα. Έχουμε πλήρη κατάρρευση.
Η στήλη δεν διστάζει να τοποθετηθεί ξεκάθαρα. Υπάρχει εμπιστοσύνη προς τον κ. Φυτιρή. Όμως, το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι θέμα ενός αξιωματούχου ή μιας υπηρεσίας. Το ζήτημα είναι βαθιά θεσμικό. Και δυστυχώς, δεν υπάρχει ανάλογη εμπιστοσύνη σε άλλους θεσμούς, που καλούνται σήμερα να διερευνήσουν το κουβάρι των καταγγελιών.
Για παράδειγμα, το δίδυμο της Νομικής Υπηρεσίας, το οποίο έχει βρεθεί -δικαίως ή αδίκως- στο επίκεντρο και άλλων υποθέσεων που άφησαν πίσω τους σκιές. Και αυτές οι σκιές έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη. Κάθε φορά που ένα νέο σκάνδαλο αναφύεται, αναδύουν στην επιφάνεια τη βασανιστική καχυποψία.
Οι σκιές μπορεί να χαθούν μόνο με διαφάνεια. Αν λοιπόν, αγαπητέ κύριε Φυτιρή, στην πλάστιγγα τοποθετεί από τη μία η ανάγκη να στηριχθούν οι έντιμοι αστυνομικοί και από την άλλη η ανάγκη να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη της κοινωνίας μέσω άλλης διαδικασίας, αναμφίβολα η επιλογή είναι η κοινωνία.
Η πρώτη ανάγκη, να στηριχθούν οι έντιμοι στους διάφορους θεσμούς, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Πρέπει, όμως, να κτισθεί σιγά-σιγά. Η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται. Κερδίζεται. Με πράξεις, όχι με διαβεβαιώσεις.
Όχι, όμως, σε μια τέτοια κορυφαίας σημασίας υπόθεση όπως είναι οι ισχυρισμοί Δρουσιώτη. Είναι τόσο το βάρος του ενδεχόμενου σκανδάλου ώστε επιβάλλεται το πλήρες ξεκαθάρισμά του να συμπλεύσει με την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Είναι και μια ιστορία γεμάτη αντιφάσεις και ερωτήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Πώς γίνεται μια τόσο σοβαρή υπόθεση -που αφορά παιδεραστία και βιασμό ανήλικης- να κρατιέται για πέντε χρόνια εκτός Αρχών; Πώς γίνεται αυτή να ήταν η λανθασμένη επιλογή τόσο του καταγγέλλοντος, όσο και του δικηγόρου του θύματος;
Πώς γίνεται να παρουσιάζονται τόσες πολλές ιστορίες, συμπυκνωμένες σε ένα αφήγημα, που δυσκολεύεται να το παρακολουθήσει ακόμη και ο πιο καλόπιστος ακροατής; Από την άλλη, εύλογη είναι η απορία της κοινής γνώμης, αν είναι δυνατόν κάποιος να έκατσε και να κατασκεύασε εκατοντάδες μηνύματα; Αν ισχύει ο αριθμός που αναφέρθηκε, θα πρόκειται για μια επιχείρηση πλαστογράφησης πρωτοφανούς σε παγκόσμια κλίμακα.
Κάπου εδώ, όμως, υπεισέρχεται το πιο βασανιστικό ερώτημα απ’ όλα: Γιατί τώρα, κύριε Δρουσιώτη; Τα κρατούσες, όπως λες, για πέντε χρόνια. Γιατί δεν πήγες στις Αρχές; Και ακόμη πιο καίριο και βασανιστικό το επόμενο ερώτημα: Γιατί τα φέρνεις στο φως δύο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές και αφού στο μεταξύ ανακοίνωσες την υποψηφιότητά σου;
Μπορεί να έχεις απαντήσεις. Μπορεί να έχεις λόγους. Ωστόσο, οφείλεις να γνωρίζεις ότι έτσι όπως επέλεξες να το κάνεις, γεννάς καχυποψία για καιροσκοπικά κίνητρα. Και η καχυποψία είναι αμείλικτη. Δεν πλήττει μόνο το «σύστημα». Καταπίνει και τους αντισυστημικούς και όσους εμφανίζονται ως τέτοιοι. Δυστυχώς, έχεις και προηγούμενο. Έγραψες βιβλίο κατά του Αναστασιάδη, όταν έπαψες να απολαμβάνεις τα οφέλη στην αυλή του.
Εύλογα κάποιος θα θέσει το ερώτημα, ακόμη και αν ισχύουν τα καιροσκοπικά κίνητρα, πρέπει να πετάξουμε τις καταγγελίες στα σκουπίδια; Ασφαλώς όχι.
Αυτή η στήλη στάθηκε διαχρονικά υπέρ της πλήρους διερεύνησης κάθε σκανδάλου, όσο ψηλά κι αν φτάνει. Όμως, η δύναμη μιας καταγγελίας δεν κρίνεται μόνο από τη βαρύτητά της. Κρίνεται και από τη συνοχή της. Και εδώ, οι απορίες είναι πολλές.
Η ευθύνη πλέον δεν ανήκει ούτε στον καταγγέλλοντα ούτε στους καταγγελλόμενους. Ανήκει στο κράτος. Το οποίο οφείλει -επιτέλους- να ρίξει άπλετο φως. Όχι επιλεκτικό. Όχι φιλτραρισμένο. Απόλυτο!