Συγκρατώ από την προχθεσινή ομιλία της Αννίτας Δημητρίου, αμέσως μετά την επανεκλογή της στην Προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων, την αναφορά της ότι «ως βουλευτές πρέπει να μειώσουμε τις αστοχίες, τους καβγάδες και τις άγονες αντιπαραθέσεις, να ενισχύσουμε την αξιοπιστία και το κύρος του θεσμού που πλήττεται από την ισοπέδωση και την εύκολη απαξίωση. Δεν ζητώ να συμφωνούμε σε όλα. Αυτό ούτε μπορεί να γίνει, ούτε είναι υγιές σε μια δημοκρατία. Ζητώ, όμως, να διαφωνούμε με επιχειρήματα, να αντιπαρατιθέμεθα με σεβασμό και να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε νομοσχέδιο, κάθε τροπολογία και κάθε απόφαση υπάρχουν άνθρωποι, οικογένειες, επιχειρήσεις, κοινότητες και πραγματικές ζωές».

Η Πρόεδρος της Βουλής έθεσε ουσιαστικά για συζήτηση το παλιό και πάντα σημερινό ζήτημα της ανοχής που είναι προσωπικό και βαθιά πολιτικό. Και, βέβαια, το πρόβλημα δεν είναι η ανοχή, αλλά η απουσία της ανοχής. Είναι η σκέψη και η συμπεριφορά πολιτικών και συμπολιτών που δηλώνουν απερίφραστα ότι δεν ανέχονται απόψεις και επιλογές ζωής διαφορετικές από τις δικές τους, αλλά και πολλών άλλων που διακηρύττουν με κάθε ευκαιρία τις υποτιθέμενες προοδευτικές αντιλήψεις τους, τις υποτιθέμενες δημοκρατικές τους πεποιθήσεις και την υποτιθέμενη εναντίωσή τους στις διακρίσεις σε βάρος μειοψηφιών ή ατόμων.

Σε αυτό τον τόπο από παλιά οι ανοιχτόμυαλοι δεν ανέχονταν και δεν ανέχονται τους στενόμυαλους, οι στενόμυαλοι τους ανοιχτόμυαλους, οι Έλληνες τους Τούρκους, οι Τούρκοι τους Έλληνες, οι αριστεροί τους δεξιούς, οι δεξιοί τους αριστερούς, οι μακαριακοί τους αντιμακαριακούς, οι αντιμακαριακοί τους μακαριακούς, αυτοί που είπαν «Ναι» στο σχέδιο Ανάν αυτούς που είπαν «Όχι» στο Ανάν, αυτοί που είπαν «Όχι» στο Ανάν, αυτούς που είπαν «Ναι», οι ελαμίτες τους ακελικούς, οι ακελικοί τους ελαμίτες – παρ’ όλο που αποδέχονται τις προσκλήσεις και συνυπάρχουν συχνά στα τηλεοπτικά πάνελ.

Κι, όμως, οι μεγάλες τραγωδίες που έπληξαν την Κύπρο προκλήθηκαν από την έλλειψη ανοχής και έχουμε το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή-κατοχή για να μας το θυμίζουν για πάντα. Η έλλειψη ανοχής είναι πηγή αποτυχίας στην προσωπική ζωή και βέβαια στον δημόσιο βίο, που στην περίπτωση της Κύπρου είναι βαθιά τραυματισμένος από τη μισαλλοδοξία και την ανικανότητα των πολιτικών για ανοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή της κοινωνίας και η εξέλιξη προς το καλύτερο θα προέλθει από την ανοχή και όχι από την απουσία της. Και, βέβαια, η ανοχή προϋποθέτει τη δέσμευση ότι ανέχεται τα πάντα, εκτός από τη βία, την τυραννία και τη δικτατορία, όποιο χρώμα κι αν έχει αυτήκόκκινο, μαύρο ή οτιδήποτε στο ανάμεσα.