Σάλος προκλήθηκε από την κυκλοφορία πρόσφατου βίντεο στο οποίο σε σχολική γιορτή για το τέλος της χρονιάς, σε Δημοτικό Σχολείο στους Αμπελόκηπους, στην Αθήνα, παιδιά ηλικίας γύρω στα δέκα απαγγέλουν στίχους από το ποίημα «Σε αυτή τη γη υπάρχει κάτι που αξίζει να το ζήσεις» του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, και στη συνέχεια φωνάζουν ρυθμικά το σύνθημα «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», ενώ πλαισιώνονται από δύο γυναίκες με μαντίλα που κρατούν παλαιστινιακές σημαίες.

Το θέμα σήκωσαν κυρίως ακροδεξιοί λογαριασμοί στα social media, με επικρατέστερο το σχόλιο «Ζητάνε Λευτεριά στην Παλαιστίνη και όχι Λευτεριά στη Βόρεια Ήπειρο ή στην Κύπρο».

Δεν νομίζω να διαφωνεί κανείς ότι τα παιδιά που συμμετείχαν στη γιορτή δεν καταλαβαίνουν πλήρως τόσο τους στίχους του ποιήματος (αξίζει να το ζήσεις […] μια γυναίκα που ανθίζει μετά τα σαράντα), ούτε την ιστορία του Μεσανατολικού.  Η ευλογοφανής ένσταση σε τέτοιες παρατηρήσεις είναι ότι έτσι κι αλλιώς τα παιδιά στις σχολικές γιορτές λένε πράγματα που δεν καταλαβαίνουν πλήρως, και ότι δεν έχουν όλοι οι ενήλικες πλήρη γνώση όλων των πτυχών του Μεσανατολικού, αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να παίρνουν θέση «υπέρ του δίκιου και των αδυνάτων».

Όλοι συμφωνούν ότι η αποστολή του δημοκρατικού σχολείου δεν είναι κάνει ιδεολογικό προσηλυτισμό. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι δείχνουν πιο ελαστικοί στην εφαρμογή αυτή της απόλυτης αρχής όταν το σχολείο εξυπηρετεί τα δικά τους ιδεολογικά πιστεύω.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο φιλοπαλαιστίνιος εκπαιδευτικός μπορεί θαυμάσια να υποστηρίξει ότι από τη στιγμή που το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι καθόλου αθώο ιδεολογικά, με ρητές και υπόρρητες  σαφείς θέσεις για το έθνος, τη θρησκεία, την οικονομία, τα φύλα, μπορεί και αυτός να κάνει την αντίστασή του. Και ότι αυτό είναι μάλιστα πολιτική και παιδαγωγική ευθύνη που υπαγορεύει η συνείδησή του (θα πετάξει και μια αναφορά στην κριτική παιδαγωγική του Βραζιλιάνου Paulo Freire).

Για να μπορέσουμε να βγάλουμε άκρη θα πρέπει να δούμε τη θέση του κάθε εμπλεκόμενου, και το πώς και πού λογοδοτεί κανονικά για τις αποφάσεις και τις πράξεις του. Όταν ο γονέας πηγαίνει το πρωί το παιδί του στο δημόσιο σχολείο, το παραδίνει στην φροντίδα του κράτους. Οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί που θα το προσέχουν και έχουν αναλάβει τη διδασκαλία του εργοδοτούνται από το Υπουργείο Παιδείας. Προφανώς είναι ξέχωρες προσωπικότητες με αυταξία, αλλά στο συγκεκριμένο πλαίσιο είναι και υπάλληλοι, επιτελούν ένα κοινωνικό ρόλο, με θεσμικές δυνατότητες και όρια.

Καλώς ή κακώς (κι όλα τα ολοκληρωτικά δόγματα θα έλεγαν κακώς), οι γονείς ενός παιδιού έχουν πολύ παραπάνω δικαιώματα από τους εκπαιδευτικούς (και σε επέκταση από το κράτος) πάνω στην ιδεολογική ανάπτυξη των παιδιών τους. Δεν με τρελαίνει η ιδέα της συμμετοχής παιδιών σε πολιτικές εκδηλώσεις, αλλά ως ένα λογικό σημείο το έχω κάνει κι εγώ ως γονέας.

Και βέβαια από αρκετά τρυφερή ηλικία τα παιδιά μου ήξεραν πάνω κάτω τις πολιτικές αξίες και ιδέες μου, πέρα από το ότι αυτό περνούσε αναγκαστικά μέσα από τον τρόπο που τους μιλούσα για την ιστορία και την κοινωνία. Κι εγώ ήξερα των γονιών μου. Δεν το βρίσκω εγκληματικό.

Επίσης, όταν ήμουν ο ίδιος μαθητής ήξερα πάνω κάτω και το πολιτικό προφίλ των περισσότερων δασκάλων και καθηγητών μου. Στη Δ’ Δημοτικού είχα έναν συμπαθέστατο νεαρό κομμουνιστή που μας έπαιζε με την κιθάρα Θεοδωράκη, και που στη συνέχεια έγινε συνδικαλιστής της ΔΑΣ, ενώ στην Ε’ έναν δεξιό που βασανιζόταν (και μας το είχε εξομολογηθεί) με την πασοκική αλλαγή του σχολικού κλίματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Τα ίδια και στο γυμνάσιο, με κορυφαίο τον καθηγητή Φυσικής που έκανε υπέροχο μάθημα, αλλά χάζευε όταν ξεκινούσε να μας υμνεί τα οικονομικά επιτεύγματα της Αλβανίας (υποστηρίζοντας ότι τα περί αντιθέτου ήταν δυτική προπαγάνδα) και τον παίρναμε στο ψιλό.

Δεν πάθαμε τίποτα κακό, το αντίθετο: η πολιτική στάση των εκπαιδευτικών έκανε την προσωπικότητά τους πιο ενδιαφέρουσα, ανάγλυφη και ανθρώπινη. Αυτό που κρατούσαμε τότε (και πιστεύω ότι κρατάνε κι οι μαθητές σήμερα) είναι το ποιος έκανε καλό μάθημα στο αντικείμενό του και ποιος ήταν παπατζής, άσχετος ή ψυχάκιας (είχε από όλα το μενού).

Άρα όλα καλά με τη γιορτή στο δημοτικό στους Αμπελόκηπους; Καμία σχέση. Παιδαγωγικά (και αισθητικά, αλλά αυτό είναι ο κανόνας δυστυχώς) ήταν απαράδεκτη. Άλλο να ξεφύγει μια πολιτική κουβέντα ανθρώπινα από έναν εκπαιδευτικό στην τάξη (που κι αυτό μπορεί να είναι προβληματικό και χρειάζεται προσοχή), και άλλο μια επίσημη σχολική γιορτή μπροστά σε γονείς με το μεγάλο συμβολικό της βάρος. Άλλο οι γενικές ανθρωπιστικές αξίες (Εκπαίδευση για την Ειρήνη) που προωθούνται από το αναλυτικό πρόγραμμα, και άλλο το κατηχητικό υπέρ συγκεκριμένης θέσης σε μια σύνθετη ανοιχτή σύγκρουση, με μεγάλες αποκλίσεις απόψεων στην κοινωνία των ενηλίκων.

Σας διαβεβαιώ ότι ακριβώς την ίδια προσέγγιση θα είχα απέναντι σε ένα υποθετικό σενάριο όπου ένα σχολείο θα αφιέρωνε μια αντίστοιχη γιορτή στην υποστήριξη του χειμαζόμενου ουκρανικού λαού. Όχι μόνο γιατί σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να ερχόταν σε άβολη θέση ένα παιδί ρωσικής καταγωγής (το οποίος αυτονόητα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως κάθε άλλο, ανεξάρτητα προφανώς από την κυβέρνηση της χώρας του, αλλά ακόμα κι από τις όποιες ιδέες των γονιών του), αλλά και γιατί στην εκπαίδευση, στο σχολείο, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη ενός ενδιάμεσου χώρου — ένα σχετικό καταφύγιο από τις συγκρούσεις, τις αντιφάσεις και τα μεγάλα προβλήματα αυτού του κόσμου.  

Ελεύθερα, 21.6.2026