Σημειώνω την επισήμανση της ψυχολόγου Τίνας Παύλου κλινικής διευθύντριας της κλειστής θεραπευτικής κοινότητας απεξάρτησης «Αγία Σκέπη» ότι «έχει πέσει πολύ ο μέσος όρος ηλικίας έναρξης χρήσης ουσιών, ενώ φέτος για πρώτη φορά δεχτήκαμε στο πρόγραμμα για έφηβους χρήστες, ένα αγόρι 12 χρόνων που ήταν στη χρήση ουσιών για ένα χρόνο πριν τον γνωρίσουμε».

Ανέφερε ότι «το πρόγραμμα εφήβων φιλοξενεί σήμερα 19 έφηβους και έχει λίστα αναμονής 5 ατόμων, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε μόνιμη πλέον λίστα αναμονής, πράγμα εξαιρετικά οδυνηρό γιατί εμείς γνωρίζουμε καλά ότι στους χρόνιους χρήστες ουσιών, αυτό μπορεί να τους στοιχίσει την ίδια τους τη ζωή». 

Ιδιαίτερα για τη χρήση ουσιών από έφηβους, μου είπε η Τίνα Παύλου: «Ως άνθρωπος που προέρχομαι από την πρώτη γραμμή της κοινωνικής πρόνοιας, οφείλω να τονίσω ότι οι ρίζες του προβλήματος είναι εξαιρετικά βαθιές και το ζήτημα δεν πρόκειται να επιλυθεί ποτέ μόνο με κατασταλτικά ή αστυνομικά μέτρα. Ζούμε σε μια εποχή έντονης ψυχικής πίεσης και γενικευμένης αβεβαιότητας.

Οι νέοι σήμερα έρχονται αντιμέτωποι με έναν κόσμο ανταγωνιστικό, ενώ ταυτόχρονα νιώθουν βαθιά απομονωμένοι μέσα στην εικονική, ψηφιακή τους πραγματικότητα. Η χρήση ουσιών λειτουργεί συχνά ως ένας λανθασμένος, καταστροφικός μηχανισμός διαφυγής από το άγχος, τη μοναξιά ή το αίσθημα της αποτυχίας.

Επιπλέον, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης παρατηρείται μια επικίνδυνη υποβάθμιση της σοβαρότητας των ναρκωτικών, ενώ η πρόσβαση σε αυτά έχει γίνει τρομακτικά εύκολη και γρήγορη. Την ίδια στιγμή ο παραδοσιακός ρόλος της οικογένειας και του σχολείου ως αναχωμάτων έχει εξασθενήσει, ενώ η έλλειψη ελεύθερων χώρων δημιουργικής έκφρασης και υγιούς απασχόλησης σπρώχνει τα παιδιά σε σκοτεινές διαδρομές.

Η πρόληψη στην Κύπρο παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική. Απαιτούνται βιωματικά προγράμματα στα σχολεία από την πρώιμη παιδική ηλικία, καθοδήγηση και στήριξη των γονέων και πάνω απ’ όλα μια κοινωνία που δεν θα στιγματίζει ή θα περιθωριοποιεί τον χρήστη, αλλά θα επενδύει στην απεξάρτηση και την κοινωνική του επανένταξη».