Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ταξίδεψα πίσω στον χρόνο εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 όταν το Πολιτιστικό Κέντρο της Λαϊκής Τράπεζας ήταν στις δόξες του.

Θυμήθηκα τις εκδοτικές συνεργασίες για τα ιστορικά φωτογραφικά αρχεία μιας ομάδας γυναικών κυρίως, Μαρίνα Βρυωνίδου, Έλενα Μηνά, Κάτια Καννάουρου, Μάρσια Ντάλλας, Μαρίκα Ιωάννου, Ανδρέας Μαλέκος πρώτος και ο Ανδρέας Κούτας!

Οι κόσμοι των Μαγκοϊάν, Γκλάζνερ, Έντουαρτς, κάθε ένας να συνδέεται με τις στιγμές μιας πόλης, ενός κόσμου διαφορετικού και τόσο όμοιου. Πώς να ξεχάσω τη συνάντησή μου με την Ίρμα Γκλάζνερ, τις κουβέντες μας με τον Άβο Μαγκοϊάν για τη συλλογή του πατέρα του Χαϊγκάζ, ή ακόμα τις ασέληνες νύχτες και τα γέλια με τον Τίτο Κολώτα για την κοσμοπολίτικη Λεμεσό που τότε δεν είχε πύργους, αλλά κέφι και ψυχή.

Η φωτογραφική τέχνη είναι από τις πιο σημαντικές, γιατί εμπεριέχει και επαναφέρει στην επιφάνεια της ζωής συναισθήματα, μνήμες, σκέψεις, όψεις και απόψεις. Έχει τη δύναμη ν’ αποτυπώνει στιγμές ακυρώνοντας τον χρόνο.

Αυτά σκεφτόμουν μιλώντας για τρεις προσωπικότητες της μεγάλης μας ιστορίας. Τρία άτομα που έφτασαν ο καθένας για δικούς του λόγους στο νησί μας.

Ο Λουίτζι Πάλμα ντι Τσεσνόλα (Luigi Palma di Cesnola) ένας Ιταλός αριστοκράτης που έγινε ο Αμερικανός πρόξενος στη Λάρνακα στο τέλος της Τουρκοκρατίας, ο Γερμανός Μαξ Όνεφαλς- Ρίχτερ (Max Ohnefalsch Richter) έφθασε και αυτός στη Λάρνακα ως ανταποκριτής εφημερίδας για να καλύψει τα γεγονότα της απόκτησης του νησιού από τους Βρετανούς.

Τον τελευταίο συνόδευε η σύζυγός του Μάγδα, μια μορφωμένη Γερμανίδα, που έκανε σπουδές φωτογραφικής τέχνης.

Οι δυο αφιέρωσαν τη διαμονή τους στο νησί στην αναζήτηση αρχαιοτήτων και κατάφεραν με δόλιους τρόπους βέβαια, να εξάγουν από το νησί έναν απίστευτο σε αριθμό και κάλλος αρχαιολογικό πλούτο για να τον «προστατέψουν» από τους «αγροίκους» αυτόχθονες ιδιοκτήτες του, εκείνοι βέβαια ως αντιπρόσωποι του «πολιτισμένου» κόσμου.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, τα ευρήματα αγοράστηκαν από τα μεγάλα μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής. Ανάμεσα στους δύο άντρες υπήρχε ένας καλπάζων ανταγωνισμός καθότι και οι δυο είχαν ως πρότυπο έναν άλλο μεγάλο Γερμανό «αρχαιολόγο», τον Σλίμαν.

Κοινός παρονομαστής αμφοτέρων ήταν η εκμετάλλευση του υλικού πλούτου του νησιού προς ίδιον όφελος, η τεράστια ανάγκη τους να ενταχθούν στην τότε αρχαιολογική οικογένεια και οι προσπάθειες που κατέβαλαν και οι δυο για αμοιβαία αλληλοεξόντωση.

Σ’ αυτά να προσθέσω την ανειλικρίνεια και την αυτοπροβολή. Συνέβαλαν, περισσότερο ο Τσεσνόλα, στην ανάδειξη της αρχαίας Κύπρου με τρόπο ανάρμοστο που πρόσβαλε την κυπριακή αρχαιολογία για πολλά χρόνια.

Εντάσσονται και οι δυο στο γενικότερο κλίμα του κινήματος του Οριενταλισμού και της ενασχόλησης δυτικών διπλωματών, τραπεζιτών και άλλων με την επικερδέστατη αρχαιοκαπηλία, απότοκο της  ζήτησης των μεγάλων μουσείων.

Η δράση και των δυο άφησε μεν διάσπαρτες συλλογές μεγάλης αξίας, αλλά και τεράστια κενά.  

Δίπλα στην ανασκαφική δραστηριότητα του Μαξ Όνεφαλς- Ρίχτερ, η γυναίκα του Μάγδα διαμόρφωσε σιωπηλά κατά τη διάρκεια της διαμονής της από το 1894 μέχρι το 1895 μια δική της άποψη για το νησί, στρέφοντας το βλέμμα στους ανθρώπους και στην καθημερινότητά τους.

Πεπεισμένη για τις ελληνικές ρίζες του κυπριακού πολιτισμού συγκρίνει την αρχαιότητα με την εποχή που βιώνει, παρατηρεί, φωτογραφίζει, καταγράφει συνήθειες, ενδυμασίες, φαγητά, νοοτροπίες, εμπόριο, εργασίες, δοξασίες και μορφές κοινωνικής ζωής, σε μια εποχή κατά την οποία οι ευρωπαϊκές επιδράσεις άρχιζαν να μεταβάλλουν την παραδοσιακή κοινωνία του νησιού.

Καταγράφει τη σχέση με τους Τουρκοκύπριους, βλέπει και παρατηρεί συχνά ένα «πείσμα» που μας χαρακτηρίζει για οτιδήποτε νέο και διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε.

Το βιβλίο της, «Ελληνικά ήθη και έθιμα στην Κύπρο», που εκδόθηκε το 1913, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε την ιστορία μέσα από καθημερινές πράξεις: την προετοιμασία του φαγητού, την υποδοχή του ξένου, την εργασία, τη γιορτή και την πίστη. Η ιδιαίτερη αξία του βιβλίου βρίσκεται στην πυκνότητα της μαρτυρίας. Οι ερμηνείες της φέρουν τη σφραγίδα της εποχής της· οι παρατηρήσεις και οι εικόνες της διατηρούν πολύτιμες όψεις ενός αληθινού κόσμου.

Επειδή όμως και εμείς διανύουμε από τώρα έναν προεκλογικό σημειώνω αυτολεξεί από το κείμενο της Μάγδας στη σελίδα 145-6 του βιβλίου της:

Πριν λίγα χρόνια έγιναν στη Λευκωσία δημοτικές εκλογές. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων της Λευκωσίας δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει για να κατέλθει με ένα κοινό Έλληνα υποψήφιο και κατήλθε με δύο υποψηφίους, ενώ η μειοψηφία των Τούρκων της Λευκωσίας είχε μόνο έναν. Το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν να εκλεγεί ο Τούρκος, γιατί οι δυο αντιμαχόμενες ελληνικές παρατάξεις αλληλοεξοντώθηκαν.

Ο Τούρκος δήμαρχος – κατά τη διάρκεια της θητείας του- και σε όλες τις κοινοτικές υποθέσεις, έκλινε όπως ήταν φυσικό με το μέρος των Τούρκων, παρά μ’ αυτό των Ελλήνων. Το ίδιο είχε συμβεί και με την εκλογή του Κύπριου αρχιεπισκόπου.

Οι Έλληνες χριστιανοί του νησιού αντί να ενωθούν μεταξύ τους για δική τους σωτηρία, αποφάσισαν να χωριστούν σε δυο εχθρικές παρατάξεις: επέλεξαν να βλάψουν την κοινότητα και προτίμησαν να αφήσουν κενή για δέκα χρόνια την αρχιεπισκοπική έδρα…

Για να δείτε ότι 132 χρόνια μετά μπορεί να έχουμε αναπτύξεις, πύργους και επενδυτές, τα μυαλά μας όμως παραμένουν στάσιμα.

  • Φωτογραφία από το βιβλίο της Μάγδας Όνεφαλς- Ρίχτερ. Θα το βρείτε στην ελληνική και αγγλική γλώσσα στο πωλητήριο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου.

Ελεύθερα, 08.11.2026