Η ανάκτηση και δήμευση κερδών, κεφαλαίου και περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελεί ένα πολύ δυνατό όπλο στη φαρέτρα των αρχών για την αποτροπή και καταπολέμηση του εγκλήματος, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφάλεια και την ευημερία σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά τους ενδελεχείς κανόνες που ισχύουν για την ανάκτηση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων, υπάρχουν ακόμη σημαντικά εμπόδια που εμποδίζουν τις αρχές από την άμεση και αποτελεσματική ανάκτηση, επιτρέποντας έτσι τη συνέχεια των εγκληματικών δραστηριοτήτων και αποτελούν αδυναμία στην καταπολέμηση του εγκλήματος.
Για αυτό το λόγο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε όπως ισχυροποιήσει το πλαίσιο που διέπει τη διαδικασία για να γίνει πιο αποτελεσματικό και να βοηθήσει ουσιαστικά τις αρχές. Με αυτή την ευκαιρία ανέλαβα τη διαπραγμάτευση εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για τη συγκεκριμένη γνωμοδότηση.
Μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις, είμαστε στην ευχάριστη θέση να βλέπουμε τις θέσεις μας να υιοθετούνται, όπως την ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων για χρήση από τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, προς όφελος έργων και προγραμμάτων για τους πολίτες.
Ακόμη, προσεγγίσαμε το θέμα των εγκληματικών ενεργειών που συσχετίζονται με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, και τα φρικτά αποτελέσματα της ρωσικής προκλητικότητας. Καταφέραμε να υιοθετήσουμε ότι τα έσοδα που προκύπτουν από την ανάκτηση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων εγκληματιών που δραστηριοποιούνται στις κατεχόμενες περιοχές της Ουκρανίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υποστηρίξουν έργα ανάπτυξης στην προσπάθεια ανοικοδόμησης της χώρας. Αυτό επεκτείνεται και σε εγκλήματα που σχετίζονται με τον πόλεμο.
Τα έσοδα από αυτή τη διαδικασία θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την δημιουργία υποδομών στη χώρα, αλλά και για αποζημιώσεις προς τα θύματα πολέμου. Αυτή η υποστήριξη στηρίζεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία με τρόπο που μπορεί να εφαρμοστεί πρακτικά και άμεσα, για την ανακούφιση των θυμάτων.
Ως πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας η επικράτεια αμφισβητείται από τη γειτονική χώρα της Τουρκίας, θεωρώ χρέος μου να στηρίζω θύματα πολέμου και κατοχής αφού στην ίδια θέση βρέθηκαν οι προηγούμενες γενιές που έζησαν την εισβολή στο νησί μας. Στην ίδια θέση βρίσκονται ακόμη και σήμερα οι πρόσφυγες και οι πληγέντες από την τουρκική εισβολή του 1974.
Για αυτό τον λόγο αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταδικάζουν και τιμωρούν τον εχθρικό εισβολέα μας βρίσκουν εθνικά σύμφωνους, αφού δημιουργούν τις προϋποθέσεις ισχυροποίησης και της δικής μας εθνικής θέσης, με την ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος κατοχής και εισβολής, με τα νέα δεδομένα όπως έχουν δημιουργηθεί από την ρωσική προκλητικότητα.
*Ευρωβουλεύτρια ΔΗΣΥ-ΕΛΚ.