Επιβεβαιώνοντας εκτιμήσεις – και φόβους – ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σήμερα ότι «μελετά» την πώληση F-35 στην Τουρκία.
Τι έχουμε μπροστά μας, λοιπόν; Αποφάσισε ξαφνικά ο Ντόναλντ Τραμπ να αλλάξει συμμάχους και να στραφεί προς την Τουρκία του Ερντογάν;
Η εύκολη απάντηση είναι ναι. Η πιθανότερα ορθή είναι όχι. Ή, τουλάχιστον, όχι ακριβώς. Το Κογκρέσο, οι CAATSA και τα άλλα εμπόδια παραμένουν άλλωστε. Δεν αποφασίζει απλά ο Τραμπ για τα F-35. Και υπάρχουν και πολλά άλλα σημεία που πρέπει να δούμε.
Πρώτον, η κίνηση δεν είναι ξαφνική. Η επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον-Άγκυρας είχε ήδη αρχίσει καιρό πριν. Από το 2025 ο Ερντογάν μιλούσε ανοιχτά για επιστροφή στο πρόγραμμα. Τώρα, οι διμερείς τους σχέσεις είναι στο καλύτερο σημείο των τελευταίων ετών.
Δεύτερον, ο Τραμπ έχει επενδύσει στην προσωπική σχέση με τον Ερντογάν, ενώ η Άγκυρα απέκτησε εκ νέου αυξημένη χρησιμότητα σε πολλά μέτωπα και επιχειρεί να την εξαργυρώσει με άρση των αμυντικών περιορισμών.
Ο Τραμπ δεν θέλει μια Μέση Ανατολή όπου οι ΗΠΑ θα πολεμούν διαρκώς για την τάξη. Θέλει να χρησιμοποιεί την αμερικανική ισχύ για να δημιουργεί συμφωνίες και μετά να μεταφέρει ευθύνη στους ισχυρούς περιφερειακούς παίκτες, αποκομίζοντας το όφελος.
Υπό αυτό το πρίσμα, Ιράν, Λίβανος και Τουρκία δεν είναι άσχετες ιστορίες. Μετά τον πόλεμο, η Ουάσιγκτον πέρασε σε διαπραγμάτευση με την Τεχεράνη. Το ίδιο πλαίσιο επεκτάθηκε στον Λίβανο, όπου η κατάπαυση των εχθροπραξιών συνδέθηκε με την αμερικανοϊρανική διαδικασία.
Η απαίτηση του Ισραήλ για αποκοπή του Λιβάνου από την Τεχεράνη ικανοποιήθηκε, όπως επιθυμούσε και η Βηρυτός.
Η Τουρκία, λοιπόν, μπορεί να είναι το επόμενο κεφάλαιο: όχι επειδή ο Τραμπ «αγάπησε» τον Ερντογάν, αλλά επειδή βλέπει έναν μεγάλο στρατό, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, επιρροή από τη Συρία ως τον Καύκασο και περιφερειακή χρησιμότητα, όταν οι ΗΠΑ ζητούν από τους συμμάχους τους μεγαλύτερο βάρος.
Αν αυτό ισχύει, για την Τουρκία θα φανεί.
Για Ελλάδα και την Κύπρο οι εξελίξεις δεν είναι ευχάριστες. Το κρίσιμο, όμως, είναι το εφικτό να ξεχωρίζει από το ευκταίο.
Η Ελλάδα έχει επενδύσει στον ρόλο του σταθερού αμερικανικού πυλώνα στην Ανατολική Μεσόγειο και στα F-35 ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Εάν η Τουρκία επιστρέψει στο πρόγραμμα και στον αμερικανικό σχεδιασμό, η Αθήνα δεν χάνει τις συμμαχίες της· χάνει την υπόθεση ότι η απομάκρυνση της Άγκυρας από τη Δύση της προσφέρει μόνιμο πλεονέκτημα.
Άλλωστε η Τουρκία δεν θέλει αυτή τη στιγμή να επιστρέψει σε άλλες εποχές. Άλλοι είναι οι σχεδιασμοί της και έχει πληρώσει κόστος για αυτούς. Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει.
Για εμάς το ζήτημα είναι βαθύτερο. Εκτός ΝΑΤΟ και με τουρκική κατοχή στο νησί, μια ενισχυμένη Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο βάρος στην Ουάσιγκτον ακριβώς όταν οι αμερικανοκυπριακές σχέσεις έχουν μεταμορφωθεί θεαματικά.
Γι’ αυτό η Λευκωσία δεν θεωρεί τη σημερινή πορεία μη αναστρέψιμη ούτε και μπορεί. Πρέπει να καθιστά διαρκώς την Κύπρο στρατηγικά αναγκαία: στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στην περιφερειακή σταθερότητα και σε πολλά άλλα.
Παραδόξως, εδώ αναδεικνύεται το αντίθετο από αυτό που θα πουν απολύτως προβλέψιμα κάποιοι ότι Λευκωσία και Αθήνα «απέτυχαν». Η σημερινή «δυσκολία» των εξελίξεων δείχνει περισσότερο από ποτέ όσο σωστή ήταν η προσέγγιση με τις ΗΠΑ.
Όχι γιατί οποιοσδήποτε σοβαρός άνθρωπος πίστευε ότι, ακόμη και με την Τουρκία «αποξενωμένη», η Κύπρος θα μετρούσε περισσότερο από την Άγκυρα, αλλά επειδή η άλλη επιλογή θα ήταν μια Λευκωσία μακριά από την Ουάσιγκτον —ίσως στην αγκαλιά αντιπάλων της, όπως υπαγορεύουν οι αγκυλώσεις μερικών.
Ποια θα ήταν, άραγε, η θέση της Κύπρου εάν δεν ήμασταν εδώ που είμαστε;
Και το Ισραήλ; Το Ισραήλ είναι περιφερειακή δύναμη και η Τουρκία αποφεύγει, πέραν των λεονταρισμών, να συγκρουστεί μαζί του. Η Ουάσιγκτον δεν θα το εγκατέλειπε για πολλούς λόγους. Και λόγω του σχεδιασμού της για την περιοχή. Η Τουρκία ούτε ήταν, ούτε είναι, ούτε μπορεί να γίνει σημαντικότερος και κυρίως πιο πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ από το Ισραήλ.
Τη «νέα» πορεία της Τουρκίας θα μπορούσε να ανατρέψει ακριβώς το θέμα «Ισραήλ». Πιο σωστά, οι τουρκικές επιδιώξεις που διαταράσσουν τους αμερικανικούς σχεδιασμούς και τις αναγκαίες ισορροπίες μαζί του και ευρύτερη στην περιοχή.
Απομένει να φανεί πόσα από όσα λέει και κάνει η Άγκυρα θεωρεί υλοποιήσιμα και πόσα είναι προβολή ισχύος, με τη συχνά βάσιμη ελπίδα ότι θα την εξαργυρώσει.
Όσα γίνονται, λοιπόν, δεν είναι ούτε στροφή ούτε μέρος της «τρέλας Τραμπ». Είναι ένας φιλόδοξος, απολύτως προσωποκεντρικός και συνεπώς τραμπικός σχεδιασμός επικοινωνιακά με πολλά κενά, που προς το παρόν λειτουργεί σίγουρα, μόνο στο σύμπαν του Αμερικανού Προέδρου.
Όσοι θεωρούν ότι εκείνος το διοικεί και όχι οι γύρω του και τα συμφέροντα της υπερδύναμης, υπεραπλουστεύουν τα πράγματα.
Όπως και εκείνοι που φαντάστηκαν ότι ξαφνικά μεγαλώσαμε εμείς —ή, καλύτερα, γιγαντωθήκαμε.
Ας μην ξεχνάμε πως το εφικτό δεν είναι ήττα. Είναι συνήθως το καλύτερο που μπορεί να πετύχει η λογική και η ψυχραιμία, σε συγκεκριμένες συνθήκες, όσο κι αν η φαντασία ενοχλείται.