Απορρίφθηκε η έφεση εργοδότριας εταιρείας και επικυρώθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο έκρινε ως παράνομο τον τερματισμό της απασχόλησης εργαζομένου. Επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €5.607,54 για 18 εβδομάδες, €2.492,24 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης για οκτώ εβδομάδες, με νόμιμο τόκο, καθώς και €1.700 δικηγορικά έξοδα.

Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην απόφαση, η υπόθεση αφορούσε την απόλυση εργαζομένου το 2016. Η εταιρεία υποστήριξε ότι ο εργαζόμενος είχε υποπέσει σε επανειλημμένα παραπτώματα κατά την απασχόλησή του, με αποκορύφωμα περιστατικό κατά το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, εντοπίστηκε να κοιμάται κατά τη διάρκεια της εργασίας του.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της εργοδοτικής πλευράς, ο διευθυντής λειτουργίας της εταιρείας ισχυρίστηκε ότι βρήκε τον εργαζόμενο να κοιμάται βαθιά σε καρέκλα στο εργαστήριο, παρέμεινε για περίπου δέκα λεπτά χωρίς να γίνει αντιληπτός και στη συνέχεια ενημέρωσε τη διεύθυνση της εταιρείας. Ακολούθως, αποφασίστηκε να κινηθεί η διαδικασία τερματισμού της απασχόλησης λόγω σοβαρού παραπτώματος.

Ο εργαζόμενος υποστήριξε ότι εργαζόταν στον υπολογιστή

Ο εργαζόμενος αρνήθηκε ότι κοιμόταν. Υποστήριξε ότι την ώρα του περιστατικού εργαζόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναζητώντας τεχνικό σχεδιάγραμμα για επισκευή μηχανής καφέ και ότι αντιλήφθηκε την παρουσία του διευθυντή πίσω του για λίγα λεπτά, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε παρατήρηση εκείνη τη στιγμή. Όταν αργότερα ενημερώθηκε ότι κατηγορείται πως κοιμόταν, αρνήθηκε τον ισχυρισμό.

Η πρωτόδικη διαδικασία διεξήχθη με γραπτές δηλώσεις των μαρτύρων, χωρίς αντεξέταση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο εκδοχές ήταν αντικρουόμενες, όμως η μαρτυρία του εργαζομένου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, αφού δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση, ενώ διαπίστωσε ότι η εργοδότρια εταιρεία δεν προσκόμισε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της.

Το Δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό πως ο εργαζόμενος κοιμόταν, δεν εξετάστηκαν οι συνθήκες του περιστατικού, ούτε εάν επρόκειτο για ηθελημένη πράξη ή για περιστατικό χωρίς πρόθεση, ούτε παρουσιάστηκαν στοιχεία για τις συνέπειες που είχε ή μπορούσε να έχει η συμπεριφορά αυτή στην επιχείρηση.

Παράλληλα, έλαβε υπόψη ότι προηγούμενος τερματισμός της απασχόλησης του ίδιου εργαζομένου είχε ανακληθεί κατόπιν δήλωσης της εργοδότριας εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι δεν είχε υπάρξει διακοπή της εργασιακής σχέσης.

Η εργοδότρια εταιρεία υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η εκδοχή του εργαζομένου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, ότι λανθασμένα έλαβε υπόψη στοιχεία προηγούμενης δικαστικής διαδικασίας και ότι δεν υπήρχε βάση για να θεωρηθεί αδικαιολόγητος ο τερματισμός της απασχόλησης.

Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τους κανόνες απόδειξης, αφού η εργοδότρια εταιρεία, η οποία έφερε το βάρος της απόδειξης, δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της. Παράλληλα, έκρινε ότι ορθά λήφθηκε υπόψη η προηγούμενη δήλωση της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία ο παλαιότερος τερματισμός της απασχόλησης θεωρούνταν ως μη γενόμενος, γεγονός που επηρέαζε τον υπολογισμό της συνολικής υπηρεσίας του εργαζομένου.

Καταλήγοντας, το Εφετείο επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε υπέρ του εργαζομένου έξοδα της έφεσης ύψους €1.900 πλέον ΦΠΑ, όπου αυτός οφείλεται.