«Η μουσική εκφράζει αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί κι αυτό για το οποίο είναι αδύνατο να μείνει κανείς σιωπηλός.» Το συγκεκριμένο απόφθεγμα του Βίκτωρος Ουγκώ υποδέχεται τον επισκέπτη στην οικοσελίδα του επίσημου ιστοχώρου του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή και μαέστρου της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν. Από το «βαρύ» βιογραφικό του και μόνο ο Γερμανός φαντάζει επιλογή ουσίας και εντυπώσεων για το ΔΣ του Ιδρύματος, ικανή να κατευνάσει τον κουρνιαχτό της θορυβώδους απομάκρυνσης του Άλκη Μπαλτά πριν μερικούς μήνες. Με τα καλά και τα στραβά του, ο πολύπειρος Έλληνας αρχιμουσικός οδήγησε εκ του ασφαλούς το σύνολο για μια εξαετία, οδηγώντας το ουσιαστικά στην καλλιτεχνική του «ενηλικίωση».

Το επιχείρημα ότι ο κύκλος του είχε κλείσει έπρεπε να στηριχτεί με το σοβαρότερο επιχείρημα ότι ένας νέος είναι απαραίτητο να ανοίξει. Και γι’ αυτό έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος. Για καλή τύχη του οργανισμού, στην προκήρυξη ανταποκρίθηκαν αρκετοί σοβαροί διεκδικητές από τους οποίους ξεχώρισε αμέσως η περίπτωση Μπάχμαν, που στο τέλος της διαδικασίας πήρε και τη δουλειά. Σ’ αυτό το στάδιο μοιάζει με ευλογία που μια τέτοια περίπτωση «θαμπώθηκε» από την προοπτική της ταπεινής Κύπρου.

Εντάξει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κολοβό και ταλαιπωρημένο –από τις ίδιές του τις αντιφάσεις και παθογένειες– κρατίδιό μας δεν παύει να είναι ένα πληρέστατο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και η ΣΟΚ είναι η κρατική του ορχήστρα που, αργά αλλά σταθερά, κάνει βήματα προόδου. Εντούτοις, σαφώς και 30 χρόνια πορείας είναι απειροελάχιστα όταν μιλάμε για μια μικρή, μεσογειακή χώρα, πολιτικά άβουλη και υπογόνιμη στα θέματα του πολιτισμού, για να τοποθετηθεί σε μια αξιοπρεπή θέση στο διεθνές ευρετήριο συμφωνικών συνόλων κλασικής μουσικής. Ειδικότερα, όταν πρέπει να ανταγωνιστεί εκατοντάδες σύνολα με μακρά παράδοση, χρήμα, επαγγελματισμό και τεχνογνωσία ανά το παγκόσμιο.

Ο Γερμανός σίγουρα δεν ήρθε στην Κύπρο για τουρισμό. Το έβλεπες στο βλέμμα του, το άκουγες στη φωνή του στη συνάντηση γνωριμίας που διοργανώθηκε πριν λίγες βδομάδες. Είναι ενθαρρυντική η δεδηλωμένη βούλησή του να αξιοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό την εκτεταμένη εργασία των ντόπιων συνθετών, αλλά και να αναδιαμορφώσει τη σχέση με τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και τα μουσικά νιάτα της Κύπρου.

Δεν μιλάμε απλώς για δίψα, κίνητρο και φιλοδοξία. Μιλάμε για αποφασιστικότητα να βάλει τη σφραγίδα του στη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα πρόκληση στην ιστορία της ορχήστρας: αφενός, να διαμορφώσει έναν «ενοποιημένο» χαρακτηριστικό ήχο και, αφετέρου, να την ενεργοποιήσει στη διεθνή αρένα. Αυτό το τελευταίο το εξέφρασε εν είδει «μυστικού», ευσεβούς πόθου, με προφανή γνώση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Το γεγονός και μόνο, όμως, ότι το θέτει ως στόχο προδίδει αναντίρρητα μια σιδερένια θέληση.

Όπως προδίδει και άγνοια κινδύνου, η οποία θα αποδειχτεί στην πράξη αν αποτελεί προσόν ή όχι. Αφορά τις πραγματικότητες στο εσωτερικό και τον περίγυρο της ορχήστρας. Μιλάμε για κατεστημένες νοοτροπίες δεκαετιών που δεν αντιμετωπίζονται με συντηρητική θεραπεία, αλλά με ξήλωμα. Κι εκεί ενδεχομένως να χρειαστεί γερό στομάχι για ν’ αντέξει τις πιέσεις που μπορεί να δημιουργήσουν εμπόδια στη διαδικασία επίτευξης αυτών των στόχων. Όπως συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, οι μουσικοί έχουν κι αυτοί τις δικές τους επιθυμίες και φιλοδοξίες κι αυτό είναι θεμιτό. Αρκεί να εκφράζεται με καλλιτεχνικές ανησυχίες κι όχι me εφησυχασμό και να μην αποβαίνει σε βάρος του συνόλου.

Εκεί ίσως χρειαστεί να πει με λόγια αυτό για το οποίο είναι αδύνατο να μείνει κανείς σιωπηλός. Καλά τα σχέδια και οι βλέψεις, αλλά ο πραγματικός ηγέτης φαίνεται στη διαχείριση του έμψυχου υλικού και στην απορρόφηση των αναταράξεων. Εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα.