Ανέκαθεν έκρινα ότι η θέση του Γενικού Εισαγγελέα είχε το ελάττωμα να έχει υπερβολική εξουσία σε θέματα δικαιοσύνης, να είναι ανεξέλεγκτος και να ενεργοποιεί τις εξουσίες του χωρίς να δίδει έστω την αιτιολογία των πράξεων του.
Η ιστορία της Κύπρου από το 1960 και εντεύθεν δείχνει ότι δεν είχε περίπτωση ο ένας από τους Γενικούς Εισαγγελείς να είχε τη συνήθεια να δίδει λόγους για σοβαρές ενέργειες του όπως είναι η αναστολή ποινικών διώξεων. Ιδίως εκείνων που είναι ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν απαγορεύετο να το κάνει. Το Σύνταγμα αναφέρει ότι το κριτήριο τέτοιας ενέργειας είναι το δημόσιο συμφέρον αλλά δεν έβλαπτε ούτε απαγορεύεται να δώσει και πιο λεπτομερή αιτιολογία γιατί μια αναστολή δίωξης που εμποδίζει ένα άνθρωπο να επιδιώξει ποινικές θεραπείες για παραβίαση των δικαιωμάτων του. Εδώ, νιώθω την ανάγκη να αναφέρω την αμίμητη δήλωση Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία.. “΄ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο κριτής του δημοσίου συμφέροντος με κάθε τέτοια του απόφαση (π.χ: αναστολή δίωξης) να θεωρείται ότι λαμβάνεται προς τον σκοπό εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να χρειάζεται να δίδει προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση΄΄(!)
Ο θεσμός ξεκίνησε από την Αγγλία αλλά εκεί ο Γενικός Εισαγγελέας ήταν μέλος της Κυβέρνησης και υπόλογος στην Βουλή. Οι δε ιδιωτικές ποινικές διώξεις δεν αναστέλλονταν αναιτιολόγητες. Ένας Άγγλος Δικαστής παρατήρησε ότι μια από τις ύστατες και θεμελιώδεις κυρώσεις του κράτους δικαίου είναι το δικαίωμα κάθε ιδιώτη να καταχωρεί ποινικές διώξεις. Η δήλωση αυτή υιοθετήθηκε από τον Άγγλο Γενικό Εισαγγελέα στη Βουλή το 1959. Ο θεσμός των ιδιωτικών ποινικών διώξεων απαντάται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπως π.χ. στη Γαλλία. Μάλιστα ούτε και στην περίπτωση νόμου που θεσπίστηκε στην Κύπρο το 2016 με βάση αντίστοιχο νόμο της Ε.Ε και καθ’ υπόδειξή της που ζητούσε να ενημερώνονται τα θύματα σε όλες τις ποινικές διώξεις, να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση τους δεν υπήρξε συμμόρφωση από τον Γενικό Εισαγγελέα. Και το πιο ανορθόδοξο ήταν ότι το Εφετείο της Κύπρου να θεώρησε τον νόμο άσχετο με το θέμα της αιτιολόγησης αναστολών ποινικής δίωξης προς το θύμα του εγκλήματος για το οποίο έγινε η δίωξη. Τελικά η Βουλή ανέτρεψε και αυτή τη σχετική πρόνοια του νόμου με ειδική τροποποίηση.
Ερχόμαστε στη γνωστή υπόθεση του Θανάση Νικολάου όπου κανένας από τους Γενικούς Εισαγγελείς ούτε ο παρών ούτε ο προηγούμενος δεν έδειξαν τον απαιτούμενο ζήλο για μια αποτελεσματική έρευνα ενός φρικτού φόνου. Μάλιστα ο παρών είχε και την ευχέρεια να κινήσει ποινικές διώξεις εναντίον των αστυνομικών που παραμέλισαν το καθήκον τους. Αλλά εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας διόρισε στη συνέχεια ανεξάρτητους ανακριτές ως ποινικούς ανακριτές κρίνεται ότι είχε πειστεί ότι επρόκειτο για ποινικό αδίκημα, δηλαδή έγκλημα. Γι’ αυτό κρίνεται πολύ σοβαρή η αντίφαση του στη συνέχεια να απαρνείται με μανία μέσω της αντιπρόσωπου του στη σχετική ανάκριση ότι ήταν έγκλημα. Είναι μια απαράδεκτη συμπεριφορά, τόσο η στάση του στη θανατική ανάκριση αλλά και προηγουμένως η δισταχτικότητα για να μην πω αδράνεια που επέλεξε στη υπόθεση αυτή. Πιστεύω ότι η Κύπρος αξίζει κάτι καλύτερο. Δεν αρκεί να μιλούμε για κράτος δικαίου όταν ο αρχηγός του ποινικού δικαίου δεν το χρησιμοποιεί σύμφωνα με τις δυνατότητες του σε κάθε περίπτωση. Σύμφωνα με το σύστημα μας όμως φαίνεται ότι είναι υπόλογος μόνο στον εαυτό του. Να κινηθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του με τα κυπριακά δεδομένα είναι ουτοπία. Γι’ αυτό εισηγούμαι να εξετάσει μόνος του κατά συνείδηση κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να είναι στη θέση του αφού απογοήτευσε τον λαό και να υποβάλει μία αξιοπρεπή αντρική παραίτηση.