Τους τελευταίους μήνες, σε διαφορετικές συζητήσεις, επανέρχεται το ίδιο ερώτημα. Νέοι άνθρωποι -άλλοι που μπήκαν σε ψηφοδέλτια, άλλοι που το σκέφτηκαν σοβαρά- μιλούν με ενθουσιασμό, αλλά και με μια εμφανή επιφύλαξη. Όχι για την πολιτική ως ιδέα. Για την πολιτική όπως είναι. Οι ενδοιασμοί τους δεν είναι ιδεολογικοί, ούτε βολικοί. Είναι υπαρξιακοί.

Βιώνουμε μια περίοδο ιδιαίτερη. Όχι μόνο δύσκολη. Κυρίως θολή. Το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι πια η οργή, αλλά η απαξίωση. Στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη, μια σιωπηλή παράδοση στο ρεύμα των πραγμάτων. Μια απόσυρση εμπιστοσύνης -άλλοτε με κρότο και άλλοτε με σιωπηλή φθορά- και δημιουργίας ενός κενού όπως λέει ένας φίλος.

Και όταν η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της, δεν στρέφεται απαραίτητα σε κάτι καλύτερο. Συχνά αναζητά παρηγοριά σε εύηχα συνθήματα, σε νέους «τιμωρούς», σε πρόχειρες βεβαιότητες. Ο λαϊκισμός δεν γεννιέται στο κενό. Φυτρώνει εκεί όπου η πολιτική αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί ακόμη να υπηρετεί κάτι πέρα από τον εαυτό της.

Εδώ επιστρέφει το ερώτημα που άκουσα ξανά και ξανά από αυτούς τους νέους ανθρώπους: μπορεί να μπει κανείς στην πολιτική με καθαρή πρόθεση και να τα καταφέρει χωρίς να αλλοιωθεί;

Δεν είναι καινούργιο ερώτημα. Ο Σωκράτης το έθεσε με ωμότητα πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Στην Απολογία, υποστηρίζει ότι ένας δίκαιος άνθρωπος που θα προσπαθήσει να αντιταχθεί στην αδικία μέσα στον πολιτικό στίβο, δύσκολα θα επιβιώσει – αν όχι σωματικά, τότε ηθικά. Γι’ αυτό μιλούσε για το «δαιμόνιό» του: εκείνη την εσωτερική φωνή που τον απέτρεπε από την ενεργό πολιτική, όχι από φυγοπονία, αλλά από ανάγκη να διασώσει την ακεραιότητα της ψυχής του.

Αιώνες αργότερα, ο Ομπάμα διατυπώνει το ίδιο δίλημμα με σύγχρονους όρους στη Γη της Επαγγελίας: μπορείς να ασκήσεις εξουσία χωρίς να σε καταπιεί ο κυνισμός της; Περιγράφει την πολιτική ως διαρκή αγώνα ανάμεσα στα ιδανικά και τον αναγκαίο συμβιβασμό – και την ακεραιότητα ως κάτι που δεν χαρίζεται, αλλά δοκιμάζεται καθημερινά. Η αλήθεια τούτο το συναίσθημα το έχω και εγώ – εκτός πολιτικής.

Μπορεί, λοιπόν, να μπει κάποιος σε αυτόν τον μαραθώνιο κυκλώνα και να παραμείνει αληθινός; Χωρίς να γίνει άγευστος για να επιβιώσει ή κυνικός για να προχωρήσει; Χωρίς να θυσιάσει κάθε ιδανικό στο όνομα της «αποτελεσματικότητας»;

Ο μαραθώνιος δεν κερδίζεται με εκρήξεις ενθουσιασμού ούτε με καθαρές προθέσεις στην εκκίνηση. Κερδίζεται -ή χάνεται- πολύ αργότερα, όταν τα πόδια βαραίνουν, όταν ο θόρυβος σβήνει και μένει μόνο η απόφαση αν συνεχίζεις ή αν βρίσκεις μια καλή δικαιολογία να κόψεις ρυθμό. Εκεί δεν σε σώζουν τα συνθήματα. Σε σώζει μόνο η συνέπεια σε αυτό που υποσχέθηκες στον εαυτό σου πριν ξεκινήσεις.

Κάπως έτσι θαρρώ είναι και η πολιτική. Δεν δοκιμάζει τους ανθρώπους στην αρχή, αλλά στη μέση. Όχι όταν όλα είναι καθαρά, αλλά όταν όλα γίνονται γκρίζα. Όχι όταν χειροκροτούν, αλλά όταν κανείς δεν κοιτά. Εκεί φαίνεται ποιος μπήκε για να τρέξει τη διαδρομή και ποιος απλώς ήθελε να φαίνεται στη γραμμή εκκίνησης.

Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν μπορείς να μπεις στην πολιτική χωρίς να χάσεις την ψυχή σου. Το ερώτημα είναι αν είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα του να τη διατηρήσεις. Γιατί το σύστημα δεν σε καταπίνει με τη βία. Σε δοκιμάζει λίγο-λίγο. Με μικρούς συμβιβασμούς που μοιάζουν λογικοί. Με σιωπές που βαφτίζονται «ρεαλισμός». Με αναβολές που λέγονται «στρατηγική».

Και κάπου εκεί κρίνεται το αποτέλεσμα. Όχι αν έφτασες ψηλά, αλλά αν έφτασες ο ίδιος.

Ο Σωκράτης διάλεξε να μείνει έξω για να σώσει την ψυχή του. Ο Ομπάμα μπήκε, γνωρίζοντας τον κίνδυνο. Καμία από τις δύο στάσεις δεν είναι εύκολη. Και καμία δεν είναι χωρίς κόστος.

Ο μαραθώνιος δεν συγχωρεί τα ψέματα που λες στον εαυτό σου. Ούτε η πολιτική. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μόνο ειλικρινές κριτήριο όχι ποιος αντέχει να μπει, αλλά ποιος αντέχει να μείνει – χωρίς να ξεχάσει γιατί ξεκίνησε.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου.