Πριν από λίγες μέρες δημοσίευσα στο philenews άρθρο με τίτλο «Η Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού δεν είναι θέμα άποψης – είναι θέμα αριθμών», στο οποίο παρέθεσα ανάλυση επίσημων δεδομένων έξι μηνών λειτουργίας της αγοράς και επιχειρηματολόγησα ότι η δημόσια συζήτηση για τον ηλεκτρισμό πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση και όχι σε γενικούς χαρακτηρισμούς.
Ο Χρύσανθος Μανώλη, βοηθός αρχισυντάκτης της εφημερίδας Φιλελεύθερος, επέλεξε να απαντήσει με δικό του άρθρο, αμφισβητώντας όχι τα στοιχεία -τα οποία ρητά αποδέχεται- αλλά τη σχετικότητά τους για τον οικιακό καταναλωτή. Το παρόν άρθρο είναι η απάντησή μου.
Η στήλη ξεκινά με μια παρατήρηση ότι «οι τεχνοκράτες δεν γίνονται απολύτως κατανοητοί όταν απευθύνονται στο ευρύ κοινό». Αλλά το πρόβλημα δεν είναι η επικοινωνία, είναι ότι έχουμε συνηθίσει να αποδεχόμαστε ισχυρισμούς χωρίς δεδομένα, γενικές αναφορές χωρίς αριθμούς και συνθήματα χωρίς τεκμηρίωση. Τα δεδομένα είναι ο μόνος αξιόπιστος οδηγός, και η αποφυγή τους, όποια κι αν είναι η αιτία, δεν εξυπηρετεί κανέναν. Η μη κατανόηση δεν είναι πάντα πρόβλημα του συγγραφέα. Μερικές φορές είναι και πρόβλημα ανάγνωσης από αυτούς που ούτως ή άλλως θα διαφωνήσουν.
Επίσης ο ισχυρισμός «ακόμα, όμως, και οι γνώσεις που αντλούνται από άρθρα του κ. Προκοπίου δεν αποδεικνύονται αρκετές για να διαφοροποιηθεί η γενική εντύπωση στην κοινή γνώμη» δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο -ούτε σε έρευνα, ούτε σε δημοσκόπηση, ούτε σε οποιαδήποτε μετρήσιμη ένδειξη. Είναι απλώς η άποψη του κ. Μανώλη, παρουσιαζόμενη ως διαπίστωση. Το ίδιο ισχύει για την αναφορά στην «κεντρική άποψη πολλών τεχνοκρατών»: ποιοι τεχνοκράτες; Με ποια δεδομένα; Σε ποια δημοσιευμένη ανάλυση;
«Κανένα νόημα» – αλλά για ποιον ακριβώς;
Η κεντρική θέση της στήλης ως απάντηση στο άρθρο μου ήταν σαφής: «για τους οικιακούς χωρίς φωτοβολταϊκά και τις μικρές επιχειρήσεις η ανταγωνιστική αγορά δεν υπάρχει. Δεν τους αφορά». Και όταν ερωτάται για το νόημα της μεσοσταθμικής τιμής για αυτούς τους καταναλωτές, η απάντηση της στήλης είναι «Κανένα νόημα».
Αυτή η θέση είναι λανθασμένη – και για συγκεκριμένο λόγο.
Από την Προημερήσια Αγορά αγοράζει ενέργεια κάθε προμηθευτής που δραστηριοποιείται στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της ΑΗΚ ως Δεσπόζων Προμηθευτής. Όταν η τιμή εκεί, έστω και για τις ώρες ηλιοφάνειας, είναι χαμηλότερη από το κόστος της ακριβής συμβατικής παραγωγής, το όφελος αυτό μπορεί να περάσει και στα νοικοκυριά, ακριβώς αυτά που η στήλη λέει ότι «δεν τους αφορά η αγορά».
Αλλά ας το θέσουμε διαφορετικά. Θα γράφατε το ίδιο για το χονδρεμπόριο στα τρόφιμα; Στα καύσιμα; Στα γεωργικά προϊόντα; Το κόστος του χονδρεμπορίου μετακαλείται πάντα στο λιανεμπόριο, και άρα στον καταναλωτή. Ο ηλεκτρισμός δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αντίφαση είναι εμφανής: η στήλη ανησυχεί για το κόστος του οικιακού καταναλωτή, αλλά αδιαφορεί για έναν μηχανισμό που καθορίζει μέρος αυτού ακριβώς του κόστους.
Η σημαντικότητα της Προημερήσιας Αγοράς
Η στήλη αναφέρεται στο «χρηματιστήριο» (Προημερήσια Αγορά) ως «ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής αγοράς». Τα στοιχεία λένε το αντίθετο: στους πρώτους έξι μήνες λειτουργίας της Ανταγωνιστικής Αγοράς, η Προημερήσια εκκαθάρισε 1.255 GWh από τα συνολικά 2.251 GWh – δηλαδή το 55,8% του συνόλου. Δεν είναι μικρή. Είναι η καρδιά της αγοράς. Το πρόβλημα είναι ότι κατακλύζεται από συμβατική ενέργεια – με τις ΑΠΕ να παραγγονίζονται στο μόλις 10% του συνόλου της Προημερήσιας.
Και όμως, αυτό το 10% λέει κάτι πολύ σημαντικό: εκκαθαρίζεται σε χαμηλές (και συχνά μηδενικές) τιμές, συμπιέζοντας προς τα κάτω τη μεσοσταθμική τιμή ολόκληρης της αγοράς. Ακόμα και με τόσο περιορισμένο μερίδιο, οι ΑΠΕ αποδεικνύουν στην πράξη ότι ρίχνουν τις τιμές. Φανταστείτε τι θα σήμαινε για τον καταναλωτή αν ο όγκος τους ήταν διπλάσιος ή τριπλάσιος.
Αλλά δεν μπορεί να γίνει – όχι γιατί η αγορά δεν το επιτρέπει, αλλά γιατί το σύστημα έχει δομικά εμπόδια που το αποτρέπουν. Οι ακριβές must-run μονάδες που αντιπροσωπεύουν το 34,4% της συνολικής αγοράς εισέρχονται ανεξάρτητα από τις τιμές, και η παντελώς απουσία αποθήκευσης ενέργειας εμποδίζει τη μεταφορά πλεονάσματος από τις ώρες ηλιακής αιχμής στις ώρες αιχμής ζήτησης. Αυτά είναι τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν – και η επίλυσή τους είναι προς όφελος όλων, συμπεριλαμβανομένου και του οικιακού καταναλωτή.
Η επίκληση σε ανώνυμες γνώμες δεν αρκεί
Η στήλη ισχυρίζεται ότι «η κεντρική άποψη πολλών τεχνοκρατών» είναι ότι η ανταγωνιστική αγορά, «όπως εφαρμόζεται στην Κύπρο της ηλεκτρικής απομόνωσης και της απουσίας φθηνότερων συμβατικών καυσίμων έναντι του μαζούτ και του ντίζελ, δεν οδηγεί σε μείωση του κόστους για την τεράστια μάζα των οικιακών καταναλωτών».
Η ηλεκτρική απομόνωση και η εξάρτηση από μαζούτ και ντίζελ είναι πραγματικές παράμετροι – κανείς δεν τις αμφισβητεί. Αλλά αυτές οι παράμετροι υπήρχαν και πριν την ανταγωνιστική αγορά. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η Κύπρος έχει δομικά μειονεκτήματα – έχει. Το ερώτημα είναι: η ανταγωνιστική αγορά επιδεινώνει αυτά τα μειονεκτήματα ή δημιουργεί μηχανισμούς για να τα αντιμετωπίσει;
Αυτό δεν απαντάται με αναφορά σε ανώνυμους τεχνοκράτες. Απαντάται με μελέτες, με δεδομένα, με τεκμηριωμένη σύγκριση πριν και μετά. Αν υπάρχουν τέτοιες μελέτες που αποδεικνύουν ότι η ανταγωνιστική αγορά αυξάνει το κόστος για τον οικιακό καταναλωτή, ας δημοσιευτούν. Ας συζητηθούν. Ας αντιπαραβληθούν με τα επίσημα δεδομένα της αγοράς. Αυτή είναι η συζήτηση που χρειάζεται η Κύπρος – όχι η επίκληση σε απόψεις που δεν συνοδεύονται από κανέναν αριθμό.
«Πρέπει να περιμένουμε το καλοκαίρι»
Ο ισχυρισμός ότι «ακόμα και αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αξιόπιστα σε αυτή τη φάση. Πρέπει να περιμένουμε το καλοκαίρι», δεν τεκμηριώνεται. Τα στοιχεία που παρέθεσα καλύπτουν έξι ολόκληρους μήνες λειτουργίας της αγοράς: Οκτώβριο 2025 έως Μάρτιο 2026. Έξι μήνες δεδομένων, ανά χρονική περίοδο, με πλήρη αναλυτική κατανομή τιμών και όγκων, δεν είναι δείγμα. Είναι η μισή χρονιά.
Στην ερευνητική μεθοδολογία, η άρνηση αξιολόγησης υπάρχων δεδομένων με το επιχείρημα ότι χρειάζεται «περισσότερος χρόνος» – ενώ παράλληλα υπονοείται ποια περίοδος θα ήταν «πιο αντιπροσωπευτική» – έχει συγκεκριμένο όνομα στη στατιστική ανάλυση και ονομάζεται selection bias. Από την ερευνητική μου εμπειρία, αυτό είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα σφάλματα στην ανάλυση δεδομένων: η επιλογή του πότε να μετράμε καθορίζεται όχι από τη μεθοδολογία, αλλά από το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Και το καλοκαίρι, όταν έρθει, θα έχει τη δική του ανάλυση – με τα δικά του δεδομένα. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η μεθοδολογία: η αγορά αξιολογείται με βάση τη σταθμισμένη εικόνα τιμών και όγκων – όχι με επιλεκτική ανάγνωση της εποχής που βολεύει. Και όπως έχω κάνει από την πρώτη μέρα λειτουργίας της αγοράς, θα είμαι εδώ να κάνω αυτή την ανάλυση – τεκμηριωμένα και αντικειμενικά.
Και να κλείσω…
Η απάντηση της στήλης τελειώνει με αναφορά στον Καθηγητή Ζαχαριάδη και το ερώτημα πώς «τα οφέλη της πράσινης μετάβασης μπορούν να διαχυθούν ευρύτερα στην κοινωνία». Είναι σημαντικό ερώτημα και το μοιράζομαι. Αλλά δεν μπορεί να απαντηθεί σωστά αν αγνοούμε τον τρόπο που λειτουργεί η αγορά, ή αν επιλέγουμε πότε τα δεδομένα «μας αφορούν» και πότε όχι. Και σίγουρα δεν μπορεί να απαντηθεί με επίκληση σε απόψεις χωρίς αριθμούς, ανεξάρτητα από το αν αυτές προέρχονται από πολιτικούς, δημοσιογράφους ή τεχνοκράτες.
Τα δεδομένα δεν επιλέγουν πλευρά – αλλά η αποφυγή τους το κάνει. Και «μας κόφτει» φίλε Χρύσανθε, και πολύ μάλιστα.
- Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές.
- Πρώην Ανώτερος Ερευνητής στον τομέα των Έξυπνων Δικτύων, στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και ερευνητής στην Électricité de France R&D στη Γαλλία