Στον δημόσιο διάλογο για το Κυπριακό επανέρχεται συχνά ένα επιχείρημα που ακούγεται εύλογο. Πολλοί Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι όσο πιο αποκεντρωμένη ή «χαλαρή» είναι η ομοσπονδία που συζητείται, τόσο περισσότερο εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα. Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν ότι η Κύπρος θα έπρεπε να επιδιώξει ένα πιο «κανονικό» ομοσπονδιακό μοντέλο, όπως εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Γερμανίας, και όχι μια σύνθετη μορφή ομοσπονδίας όπως του Βελγίου. Η συλλογιστική αυτή είναι κατανοητή. Βασίζεται όμως σε μια λανθασμένη παραδοχή: ότι υπάρχει ένα αντικειμενικά «καλύτερο» συνταγματικό μοντέλο, το οποίο αν επιλέξουμε θα έχουμε μια πιο «κανονική» και βιώσιμη μορφή ομοσπονδίας.
Η εμπειρία της συγκριτικής πολιτικής και συνταγματικής επιστήμης δείχνει κάτι διαφορετικό: δεν υπάρχουν συντάγματα που είναι γενικά καλύτερα ή χειρότερα. Υπάρχουν συντάγματα που ταιριάζουν –ή δεν ταιριάζουν– στην κοινωνία που καλούνται να οργανώσουν.
Δεν υπάρχει το ιδανικό σύνταγμα για όλες τις κοινωνίες
Άς χρησιμοποιήσουμε ένα απλό παράδειγμα. Ένα εύσωμο άτομο δεν αγοράζει ένα κοστούμι ραμμένο για κάποιον πολύ αδύνατο, επειδή το θεωρεί πιο κομψό ή πιο όμορφο. Επιλέγει ένα κοστούμι που ταιριάζει στο σώμα που έχει σήμερα. Αν αργότερα αδυνατίσει, μπορεί να το στενέψει ή να αγοράσει ένα καινούργιο. Αν όμως επιμείνει να φορέσει εξαρχής το κοστούμι που θεωρεί ιδανικό, απλώς δεν θα μπορεί να το φορέσει. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τα συντάγματα.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε το συνταγματικό μοντέλο που μας φαίνεται καλύτερο ή πιό δημοκρατικό, ούτε εκείνο που εφαρμόζεται στις ισχυρότερες χώρες του κόσμου. Το ζητούμενο είναι να σχεδιάσουμε θεσμούς που να μπορούν να λειτουργήσουν στη συγκεκριμένη κοινωνία για την οποία προορίζονται.
Τη βασική αυτή αρχή διατύπωσε με ιδιαίτερη σαφήνεια ο Αμερικανός συνταγματολόγος William S. Livingstone. Υποστήριξε ότι η μορφή ενός συντάγματος δεν είναι προϊόν αφηρημένων θεωρητικών επιλογών, αλλά αντανάκλαση της κοινωνικής δομής μιας χώρας. Οι θεσμοί δεν δημιουργούν από μόνοι τους την κοινωνία — προσπαθούν να οργανώσουν μια κοινωνία όπως πραγματικά αυτή είναι.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτέλεσε και μία από τις βασικές θεωρητικές αφετηρίες του βιβλίου μου «Το Σύνταγμα μιας Βαθιά Διαιρεμένης Κοινωνίας». Ένα επιτυχημένο σύνταγμα δεν είναι εκείνο που φαίνεται πιο ελκυστικό στη θεωρία, αλλά εκείνο που ανταποκρίνεται στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες και μπορεί, ταυτόχρονα, να συμβάλει στη σταδιακή βελτίωσή τους.
Η Κύπρος δεν μπορεί να αντιγράψει τις Ηνωμένες Πολιτείες
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη παρανόηση στη συζήτηση για το Κυπριακό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μια ομοσπονδία που αναπτύχθηκε μέσα από τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ισχυρής κοινής πολιτικής ταυτότητας. Οι πολίτες συμμετέχουν στα ίδια πολιτικά κόμματα, ενημερώνονται απο τα ίδια ΜΜΕ, και γενικά λειτουργούν μέσα στην ίδια δημόσια σφαίρα — χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα και αναγνωρίζουν, παρά τις διαφορές τους, έναν κοινό πολιτικό χώρο. Μοιάζει η Κύπρος με μια τέτοια κοινωνία;
Το Βέλγιο, σε αντιπαραβολή, παρουσιάζει μιαν εντελώς διαφορετική εικόνα. Φλαμανδοί και Βαλλόνοι διατηρούν διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικά κομματικά συστήματα, διαφορετικά μέσα ενημέρωσης και διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες. Το Βέλγιο ήταν απο την ίδρυση του ένα «κανονικό» ενιαίο κράτος. Όμως οι διαφορές μεταξύ των δύο κύριων κοινοτήτων του έγιναν βαθύτερες με το πέρασμα του χρόνου. Γι αυτό και οι Βέλγοι αποφασισαν να μετατρέψουν σταδιακά το ενιαίο κράτος σε ομοσπονδιακό — χωρίς καμμιά πίεση τρίτων. Μάλιστα το ομοσπονδιακό σύστημα που μόνοι τους δημιούργησαν, είναι απο τα πιό αποκεντρωμένα που υπάρχουν. Και αυτό όχι σαν επιβαλλόμενη απο τρίτους επιλογή, αλλά ως προτίμηση των ιδίων των Βέλγων, ως προσαρμογή των θεσμών στη συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα της χώρας.
Δεν είναι φανερό πως η Κύπρος μοιαζει πολύ με την κοινωνια του Βελγίου;
Και στις δύο περιπτώσεις οι δύο κύριες κοινότητες διαθέτουν διαφορετικές ιστορικές μνήμες, διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες, διαφορετικές αφηγήσεις για το παρελθόν και διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια. Οι διαιρέσεις αυτές δεν δημιουργήθηκαν από τα πολιτικά μοντέλα που οι δύο χώρες υιοθέτησαν. Προϋπήρχαν και ενισχύθηκαν, οπότε και επηρέασαν αναλόγως τις συνταγματικές λύσεις που υιοθετήθηκαν ως αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις.
Αν λοιπόν θέλουμε να συγκρίνουμε την Κύπρο με άλλες χώρες, δεν αρκεί να συγκρίνουμε τα συντάγματά τους. Πρέπει πρώτα να συγκρίνουμε τις ίδιες τις κοινωνίες — την ιστορική τους διαδρομή και τις σημερινές δομές τους.
Η ΔΔΟ ως γέφυρα μεταξύ δύο κοινωνικών πραγματικοτήτων
Από αυτή την οπτική, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να δούμε τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Συχνά η ΔΔΟ παρουσιάζεται ως ένα μοντέλο που επιβλήθηκε για να ικανοποιήσει τις τουρκικές απαιτήσεις. Η εξήγηση αυτή είναι υπερβολικά απλουστευτική. Τα βασικά χαρακτηριστικά της ΔΔΟ δεν αποσκοπούν πρωτίστως στην εξυπηρέτηση της μιας ή της άλλης πλευράς. Αποτελούν προσπάθεια γεφύρωσης μιας ήδη βαθιά διαιρεμένης κοινωνίας. Η πολιτική ισότητα, η συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων στη λήψη των αποφάσεων, η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις συνιστώσες πολιτείες, ακόμη και ο βαθμός αποκέντρωσης, αποτελούν θεσμικές απαντήσεις σε υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες.
Το ίδιο, άλλωστε, επιχείρησε και το Σύνταγμα του 1960. Αναγνώριζε ότι στην Κύπρο υπήρχαν δύο ισχυρές κοινότητες με διαφορετικές ιστορικο-κοινωνικές διαδρομές και πολιτικές ευαισθησίες. Οι ιδιαίτερες πρόνοιές του δεν δημιούργησαν τη δικοινοτική πραγματικότητα: προσπάθησαν να τη διαχειριστούν. Όντως, το Σύνταγμα εκείνο χαρακτηριζόταν απο αρκετούς περιορισμούς και τελικά κατέρρευσε. Όχι όμως επειδή έπαιρνε υπόψη τη βαθιά διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας: κατέρρευσε επειδή η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση ήταν βαθύτερη από όσο μπορούσαν να αντέξουν οι θεσμοί της εποχής.
Το δίδαγμα δεν είναι ότι πρέπει να αγνοούμε τις πραγματικές διαιρέσεις της κοινωνίας και να επιμένουμε στα «σωστά μοντέλλα» ή πρότυπα. Αντίθετα το δίδαγμα είναι πως οι θεσμοί, όσο προσεκτικά και αν σχεδιαστούν, δεν μπορούν από μόνοι τους να υποκαταστήσουν την πολιτική βούληση και την αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Τα συντάγματα εξελίσσονται μαζί με τις κοινωνίες
Από τα πιο συνηθισμένα λάθη στη δημόσια συζήτηση είναι ότι αντιμετωπίζουμε τα συντάγματα σαν να πρόκειται για οριστικές και αμετάβλητες κατασκευές. Ενώ η ιστορία και η συγκριτική συνταγματολογία δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Τα περισσότερα επιτυχημένα συντάγματα τροποποιήθηκαν πολλές φορές, ακολουθώντας την εξέλιξη των κοινωνιών τους. Οι θεσμοί δεν είναι στατικοί — ωριμάζουν μαζί με την κοινωνία.
Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για την Κύπρο. Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ούτε ως ο τελικός προορισμός, ούτε ως μια αιώνια και αμετάβλητη μορφή πολιτειακής οργάνωσης. Μπορεί να ιδωθεί ως το συνταγματικό πλαίσιο που ανταποκρίνεται καλύτερα στη σημερινή δομή της κυπριακής κοινωνίας: σε μια κοινωνία όπου εξακολουθούν να υπάρχουν δύο κοινότητες με διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, περιορισμένη εμπιστοσύνη και διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες. Μάλιστα απο το 1974 και μετά η διαίρεση έχει εμπεδωθεί ακόμα περισσότερο: δεδομένου του γεωγραφικού διαχωρισμού και της δημιουργίας δομών ενος άλλου «κράτους» στα κατεχόμενα — εστω και αν μή αναγνωρισμένου— δημιουργούνται νέοι διαχωριστικοί θεσμοί και ταυτίσεις.
Η πραγματική επιτυχία μιας λύσης δεν θα μετρηθεί μόνο από την ικανότητά της να διαχειριστεί τις σημερινές διαφορές. Θα μετρηθεί κυρίως από την ικανότητά της να δημιουργήσει νέες κοινωνικές πραγματικότητες: περισσότερη συνεργασία, κοινές πολιτικές εμπειρίες, κοινά κόμματα, ισχυρότερη κυπριακή πολιτική ταυτότητα, βαθύτερη οικονομική και κοινωνική διασύνδεση.
Εάν αυτά επιτευχθούν, τότε θα αλλάξει σταδιακά και η ίδια η κοινωνία. Και όταν αλλάζει η κοινωνία, μπορούν να εξελίσσονται και οι θεσμοί της. Όπως ο άνθρωπος που χάνει βάρος μπορεί να προσαρμόσει το κοστούμι του, χωρίς να αλλάξει την προσωπικότητά του, έτσι και μια κοινωνία η οποία γίνεται περισσότερο συνεκτική μπορεί να εξελίξει σταδιακά και το συνταγματικό της σύστημα προς πιο ολοκληρωμένες μορφές κοινής διακυβέρνησης.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν προτιμούμε ένα αμερικανικό ή ένα βελγικό μοντέλο ομοσπονδίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιο συνταγματικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα στη σημερινή Κύπρο, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις ώστε η ίδια η κυπριακή κοινωνία να γίνει αύριο λιγότερο διαιρεμένη και περισσότερο πολιτικά ενιαία. Γιατί ο τελικός στόχος δεν είναι απλώς να αποκτήσουμε ένα νέο Σύνταγμα. Είναι να οικοδομήσουμε, μέσα από αυτό, μια κοινωνία που θα μπορεί στο μέλλον να στηρίξει ακόμη βαθύτερες μορφές δημοκρατικής συμβίωσης και κοινής πολιτικής ζωής.
Κοινωνιολόγος
Πρόεδρος Ιδρύματος Universitas