Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΓια δεκαετίες, η τουρκική πλευρά παρουσίαζε την εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 ως μια άψογα σχεδιασμένη «ειρηνευτική επιχείρηση». Μόνο που οι μαρτυρίες των ίδιων των Τούρκων πρωταγωνιστών, αλλά και οι αναλύσεις των διεθνών στρατιωτικών παρατηρητών, δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό: μια επιχείρηση γεμάτη σοβαρά λάθη, οργανωτικό χάος και τον διαρκή φόβο μιας ελληνικής στρατιωτικής απάντησης.
Επικεφαλής των δυνάμεων εισβολής στο πεδίο είχε ο υποστράτηγος Μπεντρεττίν Ντεμιρέλ, διοικητής της 39ης Μεραρχίας Πεζικού.
Ο Ντεμιρέλ, στα απομνημονεύματά του αλλά και σε κατοπινές συνεντεύξεις του, δεν χαρίστηκε στο δικό του στρατόπεδο. Σημείωσε ότι η παραλία «Πέντε Μίλι» στην Κερύνεια ήταν ακατάλληλη και επικίνδυνα στενή (μόλις 300 μέτρα), ενώ οι δυνάμεις του δεν είχαν καμία προηγούμενη εμπειρία σε αμφίβιες επιχειρήσεις.
Το πιο κρίσιμο σημείο της ομολογίας του αφορά τις πρώτες ώρες: παραδέχτηκε ανοιχτά ότι τη νύχτα της 20ής προς 21η Ιουλίου, το τουρκικό προγεφύρωμα κρεμόταν από μια κλωστή. Αν η Εθνική Φρουρά έκανε μια συντονισμένη νυχτερινή αντεπίθεση με άρματα μάχης, οι τουρκικές δυνάμεις θα είχαν απωθηθεί στη θάλασσα.
Τόσο ο Ντεμιρέλ όσο και ο δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ στο βιβλίο του «Απόφαση – Απόβαση» συμφωνούν σε ένα πράγμα: ο μεγαλύτερος εφιάλτης της τουρκικής ηγεσίας ήταν η εμφάνιση της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού.
Ο τρόμος για τα ελληνικά F-4 Phantom και τα υποβρύχια τύπου 209 παρέλυσε τη λογική του τουρκικού επιτελείου. Η νευρικότητα αυτή οδήγησε σε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες φίλιων πυρών στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία: στις 21 Ιουλίου, η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε τα ίδια της τα πολεμικά πλοία, νομίζοντας ότι ήταν ελληνική νηοπομπή. Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις των Τούρκων ναυτών από τον ασύρματο («Είμαστε Τούρκοι, μην χτυπάτε!»), οι πιλότοι πήραν εντολή να συνεχίσουν, θεωρώντας τις εκκλήσεις «ελληνικό τέχνασμα». Το αντιτορπιλικό TCG Kocatepe βυθίστηκε, συμπαρασύροντας στον θάνατο 54 ναύτες.
Αυτή την εικόνα επιβεβαιώνει και η διεθνής στρατιωτική βιβλιογραφία. Ξένοι αναλυτές επισημαίνουν ότι, με όρους ναυτικού δόγματος, η απόβαση στην Κερύνεια εκτελέστηκε με πρωτοφανή προχειρότητα. Η παντελής έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε στρατό, ναυτικό και αεροπορία θα οδηγούσε υπό κανονικές συνθήκες σε πανωλεθρία. Αυτό που έσωσε την τουρκική επιχείρηση ήταν αποκλειστικά η αεροπορική υπεροχή λόγω της μικρής απόστασης (μόλις 40 μίλια από τις ακτές της Τουρκίας), σε συνδυασμό με την πλήρη απουσία ελληνικής αεροναυτικής κάλυψης.
Με την εκεχειρία της 22ας Ιουλίου, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν εγκλωβιστεί σε έναν στενό και επικίνδυνο διάδρομο. Όμως η Άγκυρα δεν περίμενε παθητικά τις συνομιλίες της Γενεύης. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, παραβίαζε συστηματικά τη συμφωνία, διευρύνοντας τις θέσεις
της -με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατάληψη της Λαπήθου και του Καραβά στις αρχές Αυγούστου. Παράλληλα, μετέφερε ανενόχλητη στο λιμάνι της Κερύνειας εκατοντάδες άρματα μάχης και δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες, προετοιμάζοντας το επόμενο χτύπημα.
Όταν εκδηλώθηκε η δεύτερη φάση στις 14 Αυγούστου, δεν υπήρχε πλέον κανένα ρίσκο για τους εισβολείς. Με συντριπτική υπεροχή σε άρματα και απόλυτο έλεγχο του αέρα, η τουρκική προέλαση απέναντι στις εξαντλημένες ελληνοκυπριακές δυνάμεις ήταν θέμα χρόνου. Όπως σημειώνουν ξένοι αναλυτές, η κατάληψη του 37% του νησιού δεν ήταν αποτέλεσμα στρατιωτικής ευφυΐας, αλλά απλής αριθμητικής υπεροχής.
Όμως, ο «Αττίλας ΙΙ» διέλυσε και το τελευταίο πολιτικό αφήγημα της Άγκυρας. Με τη Χούντα να έχει ήδη καταρρεύσει στην Αθήνα, η νέα επίθεση αποκάλυψε καθαρά τον πραγματικό στόχο: τη βίαιη διχοτόμηση και την προσφυγοποίηση χιλιάδων ανθρώπων. Το στρατιωτικό κέρδος της Τουρκίας συνοδεύτηκε από ένα μόνιμο διπλωματικό βάρος – από το αμερικανικό εμπάργκο όπλων της εποχής μέχρι τη διαρκή καταδίκη της κατοχής από τη διεθνή κοινότητα.