To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Θανάσης Τριαρίδης: Αναζητώ την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Θανάσης Τριαρίδης: Αναζητώ την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος
Τελευταία Ενημέρωση: 28 Ιανουαρίου 2020, 12:37 μμ
Ο πολυγραφότατος συγγραφέας- ακτιβιστής απασχολεί το ελληνόφωνο θέατρο εδώ και μια δεκαετία, με τα έργα του να ανεβαίνουν συνεχώς και να προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις και συζητήσεις.
 
Ο Θανάσης Τριαρίδης βλέπει με ικανοποίηση ότι βρίσκει στο σανίδι την ανταπόκριση και τη ζέση που δεν βρήκαν τα υπόλοιπα βιβλία του τα προηγούμενα χρόνια, λόγω της ρήξης του με τον εκδοτικό κόσμο, την απέχθειά του για την ομογενοποιημένη συναίνεση, αλλά και την αδιαπραγμάτευτα αντικομφορμιστική και φιλελεύθερη κοσμοθεωρία του πάνω στη λογοτεχνία και τη ζωή. Μια στάση που του στοίχισε σε προσωπικό επίπεδο και τον έβαλε στο στόχαστρο ακραίων κέντρων. Μέσα σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, θα δούμε σε λίγες μέρες ν’ ανεβαίνει το τέταρτο έργο του στην Κύπρο, το «Περίσσιο Παιδί», μια προσωπική και βιωματική παραβολή για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά της Αφρικής. Τον Μάρτιο θα δούμε και το πέμπτο, το «Leopold».
 
- Πώς ξεκίνησαν όλα; Είχα τη δυνατότητα να μεγαλώνω σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Δημιουργήθηκε το στερεότυπο ο κόσμος να πολλαπλασιάζεται μέσα από την ανάγνωση. Πραγματικά ξετρελαινόμουν με τα βιβλία, χυνόμουν στις σελίδες τους. Όλοι οι παιδικοί μου ήρωες ήταν συγγραφείς. Ποιητές, πεζογράφοι, άνθρωποι που με τα μολύβια τους έφτιαχναν καινούριους κόσμους. Σιγά- σιγά άρχισε το μυαλό να πηγαίνει προς διάφορες παραλλαγές υφιστάμενων ιστοριών. Έβαζα το τέλος που εγώ πίστευα ότι άρμοζε στον πλοίαρχο Νέμο, στους Τρεις Σωματοφύλακες κ.ο.κ.
 
- Έβαζες δικά σου «happy end»; Τα «happy end» ανέκαθεν μου δημιουργούσαν μεγάλη αποστροφή. Τα θεωρούσα πάντα μια υποχώρηση, ένα γλείψιμο προς το κοινό.
 
- Πώς έγινες συγγραφέας; Το να γράφω ήταν ένα παιδικό όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Για πολλά χρόνια γέμιζα βαλίτσες και κιβώτια κυριολεκτικά με ανέκδοτα κείμενα, ποιήματα. Όλη τη μετέπειτα ζωή μου κυνηγούσα τη δυνατότητα της γραφής. Μπήκα στο λούκι της αφηγηματικής προσπάθειας.
 
- Γιατί «λούκι»; Μπορείς να το πεις κανάλι, κοίτη ποταμού, όπως θέλεις πες το. 
 
- Είναι μια πορεία ανηφορική; Όλοι οι συγγραφείς που θαύμαζα «προειδοποιούσαν» ότι το γράψιμο είναι ένας μαρτυρικός δρόμος: ο Ντοστογιέφσκι, ο Καζαντζάκης, ο Προυστ. Ποτέ μου δεν μ’ έπεισε το σχήμα του «επιτυχημένου» συγγραφέα που πουλάει πολλά βιβλία και βγάζει λεφτά. Συγγραφέας είναι ο Ντοστογιέφσκι, ένας άνθρωπος που στα βιβλία του λύνει λογαριασμούς με τους εφιάλτες του, τα φαντάσματά του, τη χειρότερη εκδοχή του εαυτού του. Γράφοντας ξεκοίλιαζε το ίδιο του το σώμα.
 
- Κι εσύ έτσι νιώθεις όταν γράφεις; Θα ήθελα. Όσο ένα παιδί που παίζει μπάσκετ στο πάρκο και μιμείται τον Μάικλ Τζόρνταν. Ο Ντοστογιέφσκι είναι αδιανόητος συγγραφέας. Υπάρχει ένας τρομερός διάλογος με τον Μερεσκόφσκι, ένα παιδί- θαύμα που στα 15 του είχε γράψει τρία μυθιστορήματα. Αφού του έπλεξε το εγκώμιο, του είπε ότι έχει ένα πρόβλημα: δεν έχει πονέσει. Εννοούσε πως κι όλα τα χαρίσματα του κόσμου να ‘χεις, αν δεν τα πολλαπλασιάσεις μ’ αυτό που λέμε βιωμένο πόνο, μεγάλος συγγραφέας δεν γίνεσαι.


- Πρέπει δηλαδή να έχεις την «τύχη» να σου συμβούν τρομερά πράγματα; Δεν είναι απαραίτητο να πας στο Άουσβιτς. Μπορεί να είσαι ένας απλός λογιστής –βλέπε Κάφκα- μα να είσαι σε θέση να εισπράξεις μια τρομερή οδύνη από τον κόσμο. Αυτό μετά πολλαπλασιάζεται με το υπόλοιπο πακέτο –ταλέντο, επιθυμία, γνώσεις, παιδεία.
 
- Εσύ υπέφερες; Ήθελα όλα τα κείμενα που έγραψα να βγαίνουν μέσα από μια έντονη διαδρομή πόνου κι ενοχής. Προσπάθησα να μπήξω βαθιά το μαχαίρι στις πληγές μου για να βγει όσο το δυνατόν περισσότερο πύον -αν θεωρήσουμε ότι αυτό που εξωτερικεύουμε είναι το πύον του μυαλού μας. Δεν μπορώ να πω ότι η ζωή μου έδωσε τραγωδίες. Έζησα μέχρι τώρα μια ζωή ξενέρωτη, άχαρη, φλώρικη. Δεν είχα την περιπετειώδη ζωή του Χέμινγουεϊ ή του Ντοστογιέφσκι. Το μεγαλειώδες στον Χέμινγουεϊ είναι ότι τα βιβλία του φαίνονται απλοϊκά, αλλά το βάθος των ηρώων του κουβαλά κάτι από τον ίδιο. Ο Ρόμπερτ Τζόρνταν, ο γέρος Σαντιάγκο, ο Φρέντερικ Χένρι του «Αποχαιρετισμού στα όπλα», είναι ήρωες που κουβαλάν μια νυχτερινή απελπισία που την είχε ο συγγραφέας και την πέρασε στα βιβλία του.
 
- Ποιο ήταν το ορόσημο που άλλαξε την οπτική σου πάνω στην τέχνη; Το 1998 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι το οποίο ουσιαστικά επαναδιάταξε μέσα μου όλα τα μεγάλα ερωτήματα της λογοτεχνίας. Τον χειμώνα του 1999 διάβασα στα αγγλικά το «Τσερνομπίλ: ένα χρονικό του μέλλοντος» της Αλεξίεβιτς και αποφάσισα να το εκδώσω στα ελληνικά. Με την πρώτη σύζυγό μου να περιμένει το πρώτο μας παιδί, ξενυχτούσα διαβάζοντας για παιδιά που πεθαίνουν από λευχαιμία λόγω του Τσερνομπίλ και για τα παιδιά που πετούσαν οι ναζί στους θαλάμους αερίων. Την ίδια ώρα προσπαθούσα να αναλογιστώ τη ζωή μου και να διαχειριστώ την αγωνία της επικείμενης γέννας. Ήταν λίγο βαρύ όλο αυτό για μένα.
 
- Τι άλλαξε; Ήταν τότε που κατέληξα πως οποιαδήποτε ιδέα πειράζει έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά του ιερού ανθρώπινου σώματος για να πετύχει τον σκοπό της, είναι εχθρική προς εμένα. Το τρεμάμενο σώμα είναι η υπέρτατη αξία. Αν μια ιδέα διανοηθεί ότι μπορεί να το χαλάσει, με βρίσκει απέναντι. Η στάση αυτή μ’ έφερε αντιμέτωπο και με την αριστερά στην οποία τότε -εν τη ευρεία έννοια- ανήκα. Γιατί είχε αυτή την κοσμοδιορθωτική ροπή, τη λενινιστική, ότι «κάνουμε επανάσταση για ένα καλύτερο αύριο κι αν χρειαστεί θα σκοτώσουμε μερικούς ανθρώπους σήμερα».
 
- Όμως, μια επιθετική και τοξική ιδέα που επιτίθεται βίαια στον κόσμο σου δεν απαιτεί ανάλογης ισχύος αντίδραση; Είπα πως ό,τι αντιτίθεται σ’ αυτό το παιδί που γεννιέται, με βρίσκει απέναντι: ο ναζισμός, ο φασισμός, ο κομουνισμός, οι θρησκείες. Το βέβαιο είναι ότι πρέπει να αντιδρούμε, έχοντας όμως πάντοτε κατά νου ότι κάνουμε κάτι βίαιο και φασιστικό κι ότι η αντίδρασή μας πρέπει να έχει αποτρεπτική δυναμική, αποφεύγοντας όσο γίνεται τη χρήση βίας. Και να μη γίνεται εκδικητικά. Η εκδίκηση προκαλεί τον κύκλο του αίματος.


- Ποιο ήταν το κόστος αυτής της αλλαγής; Η πυρηνική ώρα του χειμώνα του 1999 προς 2000 ουσιαστικά διαμόρφωσε ένα ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκα και κινούμαι μέχρι σήμερα. Προφανώς αυτό το πλαίσιο εμπλουτίστηκε, ίσως και να βάθυνε. Έτσι προέκυψαν τα «Μελένια Λεμόνια», ένα σημαντικό βιβλίο που σήμανε τη ρήξη μου με τον εκδοτικό κόσμο. Τότε πήρα και την απόφαση να ανεβάζω όλα μου τα βιβλία δωρεάν στο διαδίκτυο σε ελεύθερη χρήση απ’ όλους.
 
- Γιατί πήρες αυτή την απόφαση; Ήταν απότοκο ενός πλέγματος παραγόντων. Σκέφτηκα ότι εφόσον νιώθω ότι με τα γραπτά μου κάπως παλεύω να αναζητήσω την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος, είναι εντελώς γελοίο να αναζητώ εκδότες που ενδεχομένως να θέτουν περιορισμούς. Αποφάσισα ότι είναι καλύτερα να γίνω κι εγώ «σκουπίδι του διαδικτύου» παρά να βαφτώ με την ομογενοποιημένη τους συναίνεση.
 
- Ήταν δύσκολος αυτός ο νέος δρόμος; Ο Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής είχε γράψει τότε δύο άρθρα ονομαστικά εναντίον μου, μέσα σε λίγους μήνες. «Αν ήμασταν σοβαροί» έγραφε «ο Τριαρίδης τώρα δεν θα υπήρχε». Πολύ πριν γιγαντωθεί η Χ.Α., αλλά ήταν πάντα μια βίαιη συμμορία. Δέχτηκα απειλές δημόσια και προσωπικά, με μηνύματα, email κ.λπ. χωρίς ευτυχώς να γίνουν πράξη. Ο δε μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος είπε ότι πρέπει είτε να καώ, είτε να εξοριστώ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτοί οι τύποι έχουν οπαδούς, που μπορεί να σου κάψουν το σπίτι μαζί με το παιδί σου και να πιστεύουν ότι υπηρετούν και τον θεό. Το ότι είναι ηλίθιοι δεν τους κάνει λιγότερο επικίνδυνους.
 
- Σε πτόησε αυτό ή σου έδωσε επιπλέον κίνητρο; Μάλλον το δεύτερο. Σε προσωπικό επίπεδο μου στοίχισε. Ίσως να χώρισα εξαιτίας της κατάστασης. Οι προσωπικές σχέσεις επηρεάζονται. Μου στοίχισε έναν μεγάλο αποκλεισμό και τελικά τη φυγή μου από τη Θεσσαλονίκη, το 2010. Με πείσμωσε όμως κι έγραφα ακόμη πιο επιθετικά. Το έκανα λίγο και σαν άσκηση θάρρους. Για να πειστώ ότι δεν φοβάμαι. Κάπου βάζεις φρένο και λες δεν γράφω ένα ποίημα για ένα δειλινό; Δεν το γυρίζω στο τσάμικο; Αυτές οι σκέψεις με τρόμαξαν πιο πολύ κι από τις απειλές κι είπα «όχι, θα γράφω ακόμη πιο σκληρά». Πείσμωσα από τον φόβο μήπως φοβηθώ, μήπως ο φόβος με οδηγήσει στην αυτολογοκρισία.
 
- Ποια η σχέση σου σήμερα με το εκδοτικό τοπίο στην Ελλάδα; Έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο «Ο άνεμος σφυρίζει στην κουπέλα» το 2000 στον πιο μεγάλο οίκο από πλευράς πωλήσεων, τον Πατάκη. Κι έβγαλα κι άλλα βιβλία εκεί, όπως και στον Gutenberg. Είμαι πληθωρικός χαρακτήρας, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο θεωρώ ότι είμαι καλοπροαίρετος. Μπορώ να πω ότι όλοι αυτοί οι εκδότες είναι φίλοι μου. Παρά τη φιλική μας σχέση, τους κατήγγειλα ότι είναι πουλημένα κομμάτια της αγοράς, ενός φριχτού Λεβιάθαν που ουσιαστικά προσπαθεί να μας επιβάλει πώς να σκεφτόμαστε και τι να λέμε. Προς τιμήν τους, δεν με σιχτίρισαν. Ίσα- ίσα μετά από χρόνια μου ξανάβγαλαν βιβλία.
 
- Πού το αποδίδεις αυτό; Προφανώς εκτίμησαν ότι η θέση μου είναι καθαρή και δεν προσπάθησα ποτέ να κολακέψω κάποιο ακροατήριο, να προκαλέσω ντε και καλά. Έλεγα πάντα αυτό που ένιωθα ότι ήταν χρέος να πω. Κάποιο διάστημα, τα βιβλία μου άρχισαν να κυκλοφορούν στον αναρχικό χώρο. Όταν έγιναν στην Αθήνα τα γεγονότα με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου το 2008, βγήκα κι είπα πως όσοι γυρίζουν με καδρόνια, σπάνε βιτρίνες και πετάνε μολότοφ να ξέρουν ότι δεν διαφέρουν από ναζιστική συμμορία. Αυτό με πέταξε έξω από έναν χώρο με τον οποίο ένιωθα ότι επικοινωνώ. Επειδή εξέφρασα τη γνώμη μου και δεν χάιδεψα αυτιά.

- Άλλαξες γνώμη για τον χώρο μετά απ’ αυτό; Ένα μήνα πριν τον εμπρησμό της Μαρφίν, το 2010, είχα γράψει ότι η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική κι ότι σε λίγο θα σκοτώσετε ανθρώπους και θα πείτε ότι ήταν θύματα της επανάστασης. Δυστυχώς, βγήκα προφητικός. Όλοι αυτοί που μ’ έβριζαν, στη συνέχεια πήραν πολιτικές θέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι αναρχικοί στην Ελλάδα είναι κατά βάση ηλικιακή ιδιότητα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριζαν την ένοπλη πάλη και στη συνέχεια η ζωή τούς έφερε σε Υπουργείο του ΠΑΣΟΚ. Πολύς κόσμος που με χαρακτήριζε τότε «πέμπτη φάλαγγα» και «Πρετεντέρη χωρίς το μπλέιζερ» έγιναν υπουργοί, υφυπουργοί και παρατρεχάμενοι του Τσίπρα. Λίγοι είναι οι αναρχικοί που μένουν τέτοιοι και δεν αντιμετωπίζουν τον αναρχισμό ως προστάδιο για το επόμενο βήμα.

- Σε ποιον χώρο αισθάνεσαι πιο άνετα; Κοντά μου είναι εκείνοι που μπορούν να αποδεχτούν ότι κάνω λάθη, αλλά θα πω αυτό που πιστεύω. Αν δω ότι δεν ισχύει κάτι, θα βγω και θα το παραδεχτώ κι ας χαλάσω καρδιές. Σκέψου ότι κάποιος ετοιμάζεται να ανεβάσει στο θέατρο το «Χαραγμένο σιτάρι» και του είπα ότι το θεωρώ φασιστικό κείμενο. Το ίδιο μου το βιβλίο!
 
- Γιατί το αποκήρυξες; Δεν το αποκήρυξα. Απλώς νιώθω ότι στον πυρήνα του είναι φασιστικό. Πρώτ’ απ’ όλα κρίνω τον εαυτό μου. Δεν τον εξαιρώ από την ευθύνη. Όταν λέω ότι ο μέγας Σολωμός έχει γράψει με τον «Ύμνο στην Ελευθερία» ένα εθνοφασιστικό κείμενο όπου δοξάζει τη σφαγή αμάχων, ή όταν λέω ότι ο μέγας Ουάιλντ ήταν αντισημίτης κι ο μέγας Ταρκόφσκι στον «Αντρέι Ρουμπλιόφ» παρουσιάζει τους Τατάρους ως θύτες αντί για θύματα, δεν αμφισβητώ το ποιητικό τους μεγαλείο.

- Αυτό είναι εμφανές και στα θεατρικά σου κείμενα, που τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν το ένα πίσω από το άλλο. Νιώθεις ότι στο θέατρο βρήκες έναν χώρο να «ανήκεις»; Ούτε σπούδασα θέατρο, ούτε ήμουν ποτέ άνθρωπος του θεάτρου. Μελετούσα έργα, αλλά δεν μ’ ενδιέφερε τόσο η θεατρική πράξη όσο το κείμενο κι οι ιδέες που κουβαλούσε. Ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα κι έγιναν μια σειρά από διαλογικές αφηγήσεις εκεί λίγο μετά το 2010 που αγκάλιασε ο κόσμος του θεάτρου. Είδα μ’ έκπληξη τα κείμενά μου να διεκδικούνται με μανία και να ανεβαίνουν με σπουδαίους πρωταγωνιστές. Τότε διερωτήθηκα: εδώ δεν μπορώ να εκδώσω τα βιβλία μου, τσακώνομαι με τους εκδότες και ξαφνικά ζητάνε τα έργα μου για να τα βλέπουν εκατοντάδες και χιλιάδες άνθρωποι;
 
- Πού αποδίδεις αυτή τη ζήτηση που έχουν τα έργα σου; Εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι το θεατρικό κοινό βρήκε σε μένα κάτι νευρικό. Το θέατρο είναι μια τέτοια τέχνη. Συνδιαλέγεται πιο άμεσα με τον καιρό της. Δεν είναι στατικό. Αποτυπώνει γρήγορα πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό βοήθησε. Σε μένα ο κόσμος βρήκε έναν άνθρωπο που μιλά για το τώρα με ωμότητα και χωρίς φίλτρο. Υπάρχουν και πρακτικοί λόγοι: ότι δεν πληρώνουν δικαιώματα, ότι είναι εύκολο να τα βρει και να τα διαβάσει κανείς στο διαδίκτυο, ότι είναι ολιγοπρόσωπα κι ευέλικτα και μπορούν να ανεβούν σε μικρούς χώρους και χωρίς σκηνικά. Αυτό το πακέτο ακούστηκε κι ίσως έγινε και λίγο μόδα. Θέλω πάντως να πιστεύω ότι μέσα στα κείμενα αυτά εντοπίστηκε μια νευρώδης απόπειρα ν’ αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της εποχής.
 
- Η συγκεκριμένη συγκυρία, η δεκαετία του ’10 ήταν έντονη. Υπήρχε μια υπερπαραγωγή ιστορίας στη σκιά της οικονομικής κρίσης. Πώς έδεσαν αυτά με τη δική σου κοσμοθεωρία; Μέσα στη συγκυρία αυτή που περιγράφεις, προέκυψε για μένα και το δεύτερο ορόσημο που ήταν τα ταξίδια μου στην Αφρική. Η εμπειρία αυτή στοιχειώνει τη σκέψη με τη συνειδητοποίηση πως όλα όσα έγραφες σε θεωρητικό επίπεδο τα βλέπεις σε μια βιωματική διάσταση και πραγματικά αυτό κάθεται σαν κόμπος στον λαιμό. Ενεργοποιείται μέσα σου η διάθεση να κάνεις κάτι. Να πράξεις. Κάπως έτσι, η τριλογία της Αφρικής βρήκε άμεσα ανταπόκριση.
 
- Αφού δεν καταβάλλονται δικαιώματα, με ποια κριτήρια επιλέγεις πού θα δώσεις ένα έργο; Το «HIV», μόνο το διάστημα που ανέβαινε σε Ελλάδα και Κύπρο, μου το ζήτησαν γύρω στα 30 άτομα. Η δική μου λογική μου λέει ότι όποιος το ζητά πρώτος, το παίρνει πρώτος. Κι αν θέλει μπορεί να του αλλάξει τα φώτα. Από μένα έχει το ελεύθερο. Άλλωστε, αν δεν άλλαζε κανείς τίποτα όλες οι παραστάσεις θα ήταν ίδιες. Όταν γράφω, δίνω σκηνοθετικές οδηγίες μόνο για να καταλάβει ο αναγνώστης την ιστορία όπως την αφηγούμαι. Από εκεί και πέρα, δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα κατακρεουργήσουν ένα κείμενό μου. Κι ας αποτύχουν. Με ενδιαφέρει να προσπαθήσουν, να «ματώσουν τη φανέλα».
 
- Όταν διαβάζει ή βλέπει κανείς τα έργα σου, έχει μια αίσθηση ότι δεν αγαπάς καθόλου τον θεατή, αλλά ούτε τον ηθοποιό... Ούτε τον συγγραφέα αγαπώ ιδιαίτερα. Ο ηθοποιός, ο θεατής, ο συγγραφέας παράγουν μια εκφραστική προσπάθεια. Η εποχή μας είναι μια εποχή εκφραστικής πολυειδίας. Στις μέρες μας έχεις μια απίστευτη γκάμα, μια υπερπληθώρα  επιλογών. Μόνο οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν μια εσωτερική κουλτούρα αστείρευτων αφηγήσεων -κάποιων πολύ υψηλού επιπέδου. Στην Αθήνα καθημερινά ανεβαίνουν εκατοντάδες παραστάσεις, μπορείς να παρακολουθήσεις συναυλίες, κινηματογράφο, χορό ή να καθίσεις σπίτι και να κατεβάσεις ψηφιακά ένα αριστούργημα του Κιούμπρικ. Εμείς, προτείνουμε κάτι συγκεκριμένο και απευθυνόμαστε στον θεατή με τη δική μας αλήθεια. Δεν μπορώ να περιστείλω αυτά που έχω να πω για να νιώσει καλά ο ηθοποιός. Η δουλειά του δεν είναι να νιώθει καλά. Είναι να λειτουργεί ως ευαίσθητη χορδή και να μεταφέρει τα μηνύματα. Αν ήθελε να νιώσει καλά ας καθόταν σπίτι ν‘ απολαύσει το δειλινό.  
 
- Νιώθεις ότι έχει προκύψει ανάγκη για τέτοιου είδους θεάματα; Το κοινό υποψιάζεται. Μπορεί αυτός ο κατακλυσμός μηνυμάτων και αφηγήσεων από smartphone, πλατφόρμες και αίθουσες να μας έχει φλομώσει, αλλά έχει μείνει χώρος στο μυαλό για πιο ανοιχτές εμπειρίες. Είμαστε πολλοί εκεί έξω. Κάποιοι ενδιαφέρονται για τις συζητήσεις που θέλουμε να κάνουμε, ενώ πριν δέκα χρόνια δεν θα είχαν απήχηση.


- Πώς βλέπεις από εδώ και πέρα την πορεία; Τι σκέφτεσαι και τι μπορεί να σε πτοήσει ή να σε κλονίσει; Καταρχάς δεν μπορούμε να ξέρουμε πόση πορεία μας απομένει. Κυριολεκτικά, μπορεί να μας μένουν 5 λεπτά της ώρας. Πάντοτε στη ζωή λειτουργείς σε μακροπρόθεσμο επίπεδο λογαριάζοντας τις κανονικότητες που επιβάλλουν οι μέσοι όροι. Ιδανικά, θα ήθελα -όσο έχω τη δυνατότητα- να εκφράζω μια προσωπική αφηγηματική οπτική κι όχι μια ομογενοποιημένη συναίνεση. Να μη παράξω ποτέ μου κάτι που να με συμφιλιώσει με την κοινοτοπία.
 
- Είναι εύκολο αυτό; Καθόλου. Η εκάστοτε εποχή σε τραβά προς την ομογενοποίηση. Σε ωθεί να καλύψεις τις γωνίες και τις αιχμές σου. Η προσπάθεια είναι να εκφράσεις μια προσωπική εκδοχή του κόσμου. Για να είσαι και χρήσιμος. Να πλουτύνεις τον διάλογο με τη δική σου οπτική.
 
- Τα κείμενά σου πιστεύεις ότι θα αφορούν το κοινό του αύριο; Με ρωτάς αν προσδοκώ να διασωθούν τα κείμενά μου αφού πάψω να υπάρχω εγώ; Θα το ήθελα, αλλά δεν θα γίνει. Δεν νομίζω ότι κουβαλάν τις ποιότητες για να κρατήσουν πολύ. Θα τα σαρώσει ο χρόνος. Αυτοί που κατάφεραν να προσπεράσουν τον χρόνο, έχω την αίσθηση ότι προτείνουν βαθύτερα πράγματα από μένα.

* «Το περίσσιο παιδί», Πάνω Σκηνή Σατιρικού, 31/1, 1/2 & 2/2 8.30μ.μ., 22312940
 

  Συνέντευξη: Γιώργος Σαββινίδης      Παναγιώτης Μηνά   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...