«Η σεξουαλική παρενόχληση στα κοινοβούλια, δεν είναι ατομικό πρόβλημα, αλλά θεσμική αποτυχία που απαιτεί σαφείς κανόνες, ισχυρούς μηχανισμούς, πολιτική βούληση, διαφάνεια και δημόσιο λογοδοτικό πλαίσιο», είναι το κεντρικό συμπέρασμα της συγκριτικής μελέτης κοινοβουλίων για τη σεξουαλική παρενόχληση, που διεξήγαγε η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση (ΕΙΦ), όπως ανέφερε στον «Φ» η πρόεδρος της Επιτροπής Ελένη Κουζούπη. Η μελέτη, με τίτλο «Από τη Θεσμική Σιωπή, στη Θεσμική Ευθύνη», κάνει αναφορά σε εθνικά κοινοβούλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων, ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης, καταγράφει τις πρακτικές που ακολουθούνται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο στα εθνικά κοινοβούλια και εισηγείται τη θέσπιση ειδικών διαδικασιών, την προστασία του προσωπικού και των ειδικών συνεργατών/τριών των μελών του κοινοβουλίου και την ανάγκη για σαφή πολιτική μηδενικής ανοχής.
Η μελέτη, που συνέγραψε και επιμελήθηκε η εμπειρογνώμονας φύλου, ερευνήτρια δρ Άννα Πηλαβάκη πρόεδρος του ιδρύματος προώθησης ισότητας «Υπατία», εκτυπώθηκε μόλις τις προηγούμενες μέρες και θα παρουσιασθεί στους βουλευτές/τριες την ερχόμενη Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025 σε εκδήλωση στη Βουλή. Εστιάζει στην ανάγκη δημιουργίας και υιοθέτησης κώδικα για πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στα εθνικά κοινοβούλια, εξετάζοντας ευρωπαϊκές και διεθνείς πρακτικές και προβαίνοντας, καταληκτικά, σε προτάσεις για την προστασία και προαγωγή ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος και ενός εθνικού κοινοβουλίου, ως θεματοφύλακα της δημοκρατίας, χωρίς καμιάς μορφής βία. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της έρευνας, στάλθηκε ερωτηματολόγιο σε όλα τα εθνικά κοινοβούλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αφορά τις πρακτικές στο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης και οι περισσότερες χώρες μέλη, ανταποκρίθηκαν με απαντήσεις τους.
Εκτεταμένη η βία κατά γυναικών στην πολιτική
«Με την παρούσα έκδοση – μας είπε η Ελένη Κουζούπη – η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων, φιλοδοξεί να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο και να θέσει τις βάσεις για πρακτικά μέτρα και πολιτικές, που θα διασφαλίζουν ένα κοινοβούλιο απαλλαγμένο από παρενόχληση και διακρίσεις, ενισχύοντας έτσι την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική και στη δημοκρατική ζωή της χώρας μας, αντλώντας παραδείγματα και ορθές πρακτικές από την ευρωπαϊκή εμπειρία». Πρόσθεσε ότι «η μελέτη αυτή, αποτελεί μια από τις πληρέστερες χαρτογραφήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην Κύπρο, για το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης στα κοινοβούλια. Αναδεικνύει με σαφήνεια, ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο, ούτε περιορισμένο σε συγκεκριμένα πολιτικά συστήματα, αλλά αντίθετα, αποτελεί δομικό ζήτημα δημοκρατίας, έμφυλης ισότητας και θεσμικής λογοδοσίας». Η πρόεδρος της ΕΙΦ υπογράμμισε περαιτέρω, ότι «η συστηματική παρουσίαση διεθνών πρακτικών, η τεκμηρίωση με έρευνες, καθώς και η ανάλυση των υφιστάμενων μηχανισμών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε εθνικές Βουλές, δείχνουν ότι η σεξουαλική παρενόχληση, εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη, υπο-αναφερόμενη και συχνά θεσμικά απροστάτευτη.
Η διεθνής εμπειρία – συνέχισε – δείχνει πως η βία κατά των γυναικών στην πολιτική, είναι εκτεταμένη: μελέτες καταγράφουν υψηλά ποσοστά ψυχολογικής, σεξουαλικής και σωματικής παρενόχλησης. Ανησυχητικό είναι ότι συχνά, δεν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί καταγγελίας, ή υποστήριξης. Η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών, αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας. Η θέσπιση ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου και η εφαρμογή αυστηρών πολιτικών, στέλνουν το σαφές μήνυμα, ότι η βία κατά των γυναικών, δεν είναι ανεκτή – ούτε στην πολιτική, ούτε στην κοινωνία. Η προσπάθεια αυτή, δεν είναι μόνο μια πράξη πρόληψης και προστασίας, αλλά είναι κυρίως ένα βήμα προς μια πιο δίκαιη, ισότιμη και σύγχρονη δημοκρατία, όπου η φωνή κάθε γυναίκας ακούγεται, χωρίς φόβο και χωρίς περιορισμούς».
Σε σχέση με τα κενά που έχουν εντοπισθεί στην κυπριακή Βουλή, η κυρία Κουζούπη τόνισε στον «Φ» ότι «η σύγκριση με χώρες που έχουν υιοθετήσει πιο ώριμες και αποτελεσματικές προσεγγίσεις – όπως η Ιρλανδία, η Ισλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο – υπογραμμίζει ότι απαιτείται ενίσχυση της πρόληψης, της εκπαίδευσης, της υποστήριξης των θυμάτων και της διαφάνειας. Η μελέτη προσφέρει ένα ολοκληρωμένο και πρακτικό υπόβαθρο, για την υιοθέτηση σύγχρονων προτύπων, προωθώντας μια Βουλή που λειτουργεί ως ασφαλές και ισότιμο περιβάλλον, για όλα τα μέλη και το προσωπικό της».
Γενικές απαγορεύσεις και περιβάλλον ατιμωρησίας
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης της ΕΙΦ, είναι ότι η έκταση του φαινομένου, είναι μεγάλη και υποτιμημένη, καθώς, όπως αποκαλύπτεται, «η σεξουαλική παρενόχληση, ο σεξισμός και η έμφυλη βία στα κοινοβούλια, είναι διαδεδομένα σε όλα τα επίπεδα – τόσο μεταξύ μελών κοινοβουλίων, όσο και μεταξύ μελών του προσωπικού. Σύμφωνα με στοιχεία διεθνών μελετών, 85% των γυναικών βουλευτριών στην Ευρώπη, έχουν υποστεί ψυχολογική βία, 58% έχουν δεχτεί σεξιστικές ή υβριστικές επιθέσεις στο διαδίκτυο, 25% έχουν υποστεί σεξουαλική βία, 67% γίνονται στόχος σχολίων για εμφάνιση ή έμφυλα στερεότυπα, ενώ νεότερες γυναίκες (κάτω των 40 ετών) πλήττονται δυσανάλογα. Επίσης, οι γυναίκες που ασχολούνται με ζητήματα ισότητας και δικαιωμάτων, γίνονται συχνότερα στόχος επιθέσεων, ενώ το φαινόμενο είναι σημαντικά υπο-αναφερόμενο, λόγω φόβου αντιποίνων, κομματικής πειθαρχίας, ιεραρχικών σχέσεων και έλλειψης ασφαλών μηχανισμών καταγγελίας». Η μελέτη αναδεικνύει επίσης ότι «τα κοινοβούλια, συχνά δεν διαθέτουν επαρκές θεσμικό πλαίσιο και οι περισσότεροι νομοθετικοί θεσμοί, δεν έχουν ολοκληρωμένες πολιτικές. Μόνο 21% των κοινοβουλίων, διαθέτουν πολιτική για την αντιμετώπιση σεξουαλικής παρενόχλησης που αφορά μέλη και μόνο 28% έχουν διαδικασίες επίλυσης καταγγελιών. Στα πλείστα κοινοβούλια, η απαγόρευση παρενόχλησης, είναι γενική και όχι συγκεκριμένη, χωρίς εξειδικευμένα εργαλεία – και αυτό δημιουργεί περιβάλλον, όπου επικρατεί ατιμωρησία».
Η μελέτη της ΕΙΦ καταγράφει ότι «το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά το κίνημα #MeToo, προχωρεί σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, με υποχρεωτική κατάρτιση όλων των μελών (από το 2024), με υιοθέτηση Ειδικού Κώδικα Συμπεριφοράς, με διπλή συμβουλευτική επιτροπή για καταγγελίες, με υποχρέωση υπογραφής συμμόρφωσης από τα μέλη, με κανονισμό για μη συμμετοχή σε αξιώματα ή αποστολές, αν δεν υπογράψουν και με βελτίωση μηχανισμών στήριξης θυμάτων και διαφάνεια διαδικασιών». Υπογραμμίζεται ωστόσο, ότι «ακόμα και στο Ευρωκοινοβούλιο, διαπιστώνονται κενά, με υπο-αναφορά και φόβο αντιποίνων».
Ειδικότερα για την κυπριακή Βουλή, επισημαίνεται ότι «η Κύπρος έχει νομικό πλαίσιο και υπάρχει Κώδικας Δεοντολογίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά η αναφορά στη σεξουαλική παρενόχληση, είναι γενική. Επίσης, η Επιτροπή Δεοντολογίας εξετάζει καταγγελίες, αλλά μόνο από μέλη, ή πολίτες και όχι από μέλη του προσωπικού. Στην κυπριακή Βουλή, ισχύουν οι διαδικασίες του Κώδικα της Δημόσιας Υπηρεσίας, αλλά χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πρόβλημα με τη βουλευτική ασυλία, η οποία λειτουργεί ανασταλτικά, στη διερεύνηση. Ακόμα, δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική μηδενικής ανοχής και δεν καλύπτονται περιπτώσεις χωρίς εργασιακή σχέση (π. χ. συνεργάτες κομμάτων). Η μελέτη αναφέρει ότι οι χώρες με τα πιο ολοκληρωμένα μοντέλα, είναι η Ισλανδία, η Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Σουηδία.
Η βία και η αίσθηση της «παντοδυναμίας»…
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, «τα νομοθετήματα που αφορούν την πρόληψη και καταπολέμηση της παρενόχλησης και της σεξουαλικής παρενόχλησης, διαφέρουν και ποικίλλουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως λόγω των κοινωνικών, πολιτισμικών, νομικών και διοικητικών διαφορών. Η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση στην απασχόληση – προστίθεται – συνιστά απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου, στη βάση σχετικής ευρωπαϊκής οδηγίας, με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία εναρμονίστηκε από το 2002. Ωστόσο, τέτοια φαινόμενα δεν εκλείπουν σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, παρά τις νομοθετικές και θεσμικές εξελίξεις, τις εκστρατείες και το κίνημα #MeToo. Από τη μία στους χώρους εργασίας, ένα αρνητικό εργασιακό περιβάλλον και μια εργασιακή νοοτροπία που αποδέχεται την παρενόχληση, εντείνει τέτοια φαινόμενα. Από την άλλη, στην πολιτική ζωή, τέτοια φαινόμενα αποσκοπούν να αποθαρρύνουν τις γυναίκες να εμπλέκονται ενεργά με την πολιτική, καθώς θεωρούνται λιγότερο ικανές για την πολιτική. Τέτοιες ιδέες, διαιωνίζονται συχνά από πολιτικούς αντιπάλους, καθώς και από ισχυρές προσωπικότητες, όπως θρησκευτικοί ηγέτες. Τα κοινοβούλια, αποτελούν τους κύριους δημοκρατικούς θεσμούς και έχουν την πολιτική, αλλά και πολιτιστική υποχρέωση, να διασφαλίζουν πως οι προσπάθειες τους, κατευθύνονται προς πιο δίκαιες κοινωνίες, όπου περιλαμβάνεται και η οπτική του φύλου. Το γεγονός ότι οι άνδρες κυριαρχούν στον πολιτικό χώρο, τόσο αριθμητικά όσο και ιεραρχικά, μπορεί να δίνει σε ορισμένους από αυτούς, την αίσθηση ότι είναι παντοδύναμοι, γεγονός που ευνοεί τη σεξουαλική βία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα, όταν η σιωπή του θύματος, επιτείνεται από την κομματική λογική και από το γεγονός ότι οι πολιτικές θέσεις, είναι επισφαλείς και ιδιαίτερα περιζήτητες. Σε διεθνείς μελέτες, γίνεται αναφορά σε αιτήματα ανδρών για σεξουαλικές χάρες, σε αντάλλαγμα για υλικά ή/και πολιτικά οφέλη. Τέτοιες μορφές εκβιασμού, διαιωνίζουν την ιδέα, μεταξύ των γυναικών και του ευρύτερου κοινού, ότι μια γυναίκα, μόνο αν δεχτεί τέτοιες χάρες, μπορεί να βρει τη θέση της και να προχωρήσει στην πολιτική». Η μελέτη αναφέρεται σε έρευνα της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης το 2018, όπου «διαπιστώθηκε ανησυχητικός βαθμός εμφάνισης περιπτώσεων σεξισμού, παρενόχλησης και βίας, κατά βουλευτριών.
Τα στοιχεία αυτά, συνάδουν και με τα αποτελέσματα μεταγενέστερης έρευνας στη Γαλλία το 2021, όπου αναδείχθηκε πως σε σχεδόν 1000 γυναίκες πολιτικούς, το 74% είχαν υποστεί σεξιστικές παρατηρήσεις και παρενόχληση, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και το 82% δήλωσαν πως είχαν υποστεί πράξεις βίας, από συναδέλφους τους. Αντίστοιχα στην Ιρλανδία, στο πλαίσιο μελέτης για το ιρλανδικό κοινοβούλιο που έγινε από το Τμήμα Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου της πόλης Galway, με θέμα «Διαδικτυακή κακοποίηση και απειλές βίας κατά γυναικών πολιτικών», τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το 96 % των ερωτηθεισών, είχαν λάβει απειλητικά μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ή «μηνύματα μίσους», ενώ τα τρία τέταρτα, δήλωσαν ότι είχαν δεχτεί απειλές σωματικής βίας, στο διαδίκτυο. Το ένα τέταρτο, δήλωσαν ότι είχαν δεχτεί λεκτική παρενόχληση σε δημόσιο χώρο».
Για ένα περιβάλλον ισότητας και αξιοπρέπειας
Η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και Επαγγελματική Εκπαίδευση, περιλαμβάνει στη μελέτη, εισήγησή της για καθιέρωση «Προτύπου Πολιτικής για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Σεξουαλικής Παρενόχλησης στο Κυπριακό Κοινοβούλιο», η οποία να εφαρμόζεται σε όλα τα μέλη του κοινοβουλίου, τα μέλη του διοικητικού και υποστηρικτικού προσωπικού, τους εξωτερικούς συνεργάτες, τους συμβούλους, τους δημοσιογράφους και άλλους που δραστηριοποιούνται στους χώρους του κοινοβουλίου, «για τη διασφάλιση ενός εργασιακού και πολιτικού περιβάλλοντος στο κοινοβούλιο, που διέπεται από σεβασμό, αξιοπρέπεια και ισότητα, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης συμμετοχή όλων των βουλευτών/βουλευτριών και του προσωπικού».
Η Πολιτική, εμπεριέχει συγκεκριμένους μηχανισμούς πρόληψης, με εκπαίδευση και υιοθέτηση Κώδικα Δεοντολογίας, διαδικασίες καταγγελίας, υποστήριξη θυμάτων, κυρώσεις και λογοδοσία, που, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης, μπορεί να είναι προειδοποίηση, απομάκρυνση από επιτροπές, αναστολή προνομίων ή παραπομπή σε ποινική/πειθαρχική διαδικασία. Για βουλευτές/τριες, ενδέχεται υποβολή αιτήματος για άρση ασυλίας. Η Πολιτική αυτή, προνοεί επίσης παρακολούθηση και αξιολόγηση, με δημιουργία Επιτροπής Παρακολούθησης, με ετήσιες εκθέσεις προόδου και τακτική αναθεώρηση».