Οριστικό ναυάγιο για το θέμα των παρακολουθήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες που καταβλήθηκαν και τις προτάσεις που κατατέθηκαν, δεν έγινε κατορθωτό να βρεθούν οι 38 ψήφοι που χρειάζονταν για την τροποποίηση του Συντάγματος και το θέμα παραπέμπεται με τη νέα Βουλή.
Χθες, στην κοινοβουλευτική επιτροπή Νομικών ενώ αναμενόταν να διαφανεί ποια από τις τρεις προτάσεις που βρίσκονταν στο τραπέζι θα προωθείτο στην Ολομέλεια, τελικά δεν βρέθηκε η κοινή συνισταμένη, αλλά συμφωνήθηκε το θέμα να παραμείνει στην Επιτροπή και με τη νέα Βουλή. «Αγκάθι» ήταν εξ αρχής και παρέμεινε μέχρι τέλους, η εμπλοκή του Διοικητή της ΚΥΠ στην έναρξη παρακολουθήσεων και στη συνέχεια η ενημέρωση είτε της Τριμελούς Επιτροπής είτε άλλης Αρχής. Στη χθεσινή συνεδρία, στην παρουσία του Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, του υπουργού Δικαιοσύνης και του Διοικητή της ΚΥΠ, κατατέθηκε ενώπιον της Επιτροπής η πρόταση των δικηγόρων που όπως έγραψε ο «Φ», αφορά στη σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής κατά το πρότυπο της ΑΑΔΙΠΑ, που θα εγκρίνει αιτήματα του Διοικητή της ΚΥΠ για έναρξη παρακολουθήσεων τηλεφώνων.
Ωστόσο και η πρόταση αυτή δεν είχε καμιά τύχη, αφού προβλεπόταν πως η έγκριση από την Αρχή αυτή θα δινόταν εντός 72 ωρών αφ’ ότου θα άρχιζε η παρακολούθηση. Η εμπλοκή του Διοικητή της ΚΥΠ σε παρακολουθήσεις αποτελεί κόκκινο πανί για τους βουλευτές που αντιδρούν και δεν δέχονται τη ρύθμιση αυτή. Ούτε και η τροπολογία που κατέθεσε ο βουλευτής Νίκος Τορναρίτης, εκ μέρους του ΔΗΣΥ, για κατάργηση της πρόνοιας να επιτρέπεται η άρση του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου με την παράκαμψη Δικαστή έγινε αποδεκτή. Την ίδια τύχη είχε και η εισήγηση που φάνηκε αρχικά να συγκέντρωνε κάποια πλειοψηφία έστω και οριακή, για να εγκρίνει τις παρακολουθήσεις της ΚΥΠ η Τριμελής Επιτροπή.
Την αποτυχία να βρεθεί λύση στο θέμα της αλλαγής του Συντάγματος, ανακοίνωσε με ανάρτησή του ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της επιτροπής Νομικών, Άριστος Δαμιανού. Σύμφωνα με τον βουλευτή, συμφωνήθηκε στην επιτροπή Νομικών της Βουλής όπως η τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος για τις παρακολουθήσεις, να παραμείνει προς συζήτηση και ως εκ τούτου, δεν θα ψηφιστεί στην τελευταία Ολομέλεια της Βουλής, με την τωρινή σύνθεση.
Τι σημαίνει η αποτυχία
Η μη κατάληξη σημαίνει πως η Αστυνομία και η ΚΥΠ δεν μπορούν να διενεργούν παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Αφού, ούτε τα άλλα δύο νομοσχέδια που είναι εφαρμοστικά θα προωθηθούν στην Ολομέλεια. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος θα παραμείνει η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει αυτό το όπλο για τη δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος. Επίσης, ούτε και η υπό συγκρότηση ομάδα για να κτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα, το περιβόητο κυπριακό FBI, θα έχει αυτό το όπλο. Άρα, στην περίπτωση που συσταθεί η ομάδα αυτή θα είναι εξ αρχής ξεδοντιασμένη, αφού δεν μπορεί να συλλέγει πληροφορίες μέσω παρακολουθήσεων τηλεφώνων. Θα μείνει με τη συλλογή πληροφοριών μέσω των πατροπαράδοτων τρόπων και θα στερηθεί ενός μέσου που θα της έλυνε τα χέρια.
Το πλέον σημαντικό είναι πως η ΚΥΠ δεν θα έχει τη δυνατότητα να επιτελέσει το έργο της με τον σωστό και δομημένο τρόπο.
Σημειώνεται ότι, όπως διαφάνηκε χθες, οι τέσσερις ψήφοι που αναζητούνταν για τη συνταγματική τροποποίηση, έγιναν περισσότεροι αφού υπήρξαν «διαρροές» από όλα σχεδόν τα κόμματα που κατ’ αρχήν συμφωνούσαν, οπόταν αν η τροπολογία έμπαινε σε ψηφοφορία δεν είχε καμιά τύχη για να εγκριθεί. Με αυτά τα δεδομένα και νοουμένου ότι η σύνθεση της Βουλής θα αλλάξει ως φαίνεται άρδην, ουδείς γνωρίζει πλέον τι θα γίνει τους επόμενους μήνες και ποια θα είναι η τύχη των νομοσχεδίων.
Υπενθυμίζεται ότι η εισήγηση για αλλαγή του άρθρου 17 του Συντάγματος, ώστε να παρέχεται στις διωκτικές Αρχές ευρύτερη νόμιμη πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω ενταλμάτων έρευνας, ήταν των εμπειρογνωμόνων του FBI που είχαν κληθεί από την κυβέρνηση για συμβουλές ώστε να παταχθεί το οργανωμένο οικονομικό έγκλημα. Μάλιστα, στην έκθεσή τους οι Αμερικανοί είχαν επισημάνει ότι αν δεν τροποποιείτο το Σύνταγμα, η Μονάδα Οικονομικών Εγκλημάτων της Αστυνομίας θα συνεχίσει να διεξάγει έρευνες χωρίς σαφή αποτελέσματα σχετικά με παράνομες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και παραβιάσεις κυρώσεων, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η ουσία της υπόθεσης εξαρτάται από το αν ένα πρόσωπο είχε την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση για συμμετοχή σε εγκληματική δραστηριότητα.