Το Εφετείο απέρριψε την έφεση αλλοδαπού άντρα κατά της απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για συνέχιση της κράτησής του μέχρι την εκδίκαση σοβαρής ποινικής υπόθεσης που τον φέρει αντιμέτωπο με οκτώ κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμός, κοινή επίθεση, κακόβουλη βλάβη, περιορισμός της ελευθερίας, διάδοση πορνογραφικού υλικού, ψυχολογική βία και αρπαγή ανηλίκων.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος φέρεται να βίασε τη σύζυγό του στις 5 Φεβρουαρίου 2026, ενώ τις επόμενες ημέρες φέρεται να της επιτέθηκε, να κατέστρεψε το κινητό της τηλέφωνο και να την εμπόδισε να επικοινωνήσει με άλλα πρόσωπα όταν επιχείρησε να ζητήσει βοήθεια. Επιπλέον, κατηγορείται ότι κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο απειλούσε να αποστείλει σε συγγενικό της πρόσωπο γυμνές φωτογραφίες και βίντεό της χωρίς τη συγκατάθεσή της, ασκώντας ψυχολογική βία. Αντιμετωπίζει επίσης κατηγορίες για μεταφορά των δύο παιδιών του ζεύγους εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς τη συναίνεση της μητέρας τους.
Ο εφεσείων αμφισβήτησε την απόφαση του Κακουργιοδικείου να τον διατηρήσει υπό κράτηση, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε αποδειχθεί πιθανότητα καταδίκης του, ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για κίνδυνο φυγοδικίας και ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εναλλακτικά μέτρα, όπως η επιβολή αυστηρών όρων εγγύησης και διατάγματος αποκλεισμού.
Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση των δικαστών Μ. Αμπιζά, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσιού και Ι. Στυλιανίδου, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το Κακουργιοδικείο περιορίστηκε στη νόμιμη εξέταση του μαρτυρικού υλικού στην όψη του, χωρίς να προχωρήσει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή σε κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου.
Το Εφετείο διαπίστωσε ότι υπήρχε επαρκές μαρτυρικό υλικό που, εκ πρώτης όψεως, υποστήριζε τις κατηγορίες, περιλαμβανομένων των καταθέσεων της παραπονούμενης και άλλων μαρτύρων, καθώς και στοιχείων που αφορούσαν τη μεταφορά των παιδιών στην Ιορδανία. Παράλληλα, έκρινε ότι τα επιχειρήματα της υπεράσπισης περί ελλείψεων στην έρευνα και κακοπιστίας της παραπονούμενης δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
Σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, παρά τους δεσμούς του κατηγορουμένου με την Κύπρο μέσω της εργασίας και της νόμιμης παραμονής του ως πολιτικού πρόσφυγα, συντρέχουν παράγοντες που ενισχύουν τον κίνδυνο διαφυγής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στη σοβαρότητα των κατηγοριών, στις αυστηρές ποινές που ενδεχομένως αντιμετωπίζει – συμπεριλαμβανομένης της διά βίου φυλάκισης για την κατηγορία του βιασμού – καθώς και στο γεγονός ότι τα παιδιά του δεν βρίσκονται πλέον στην Κύπρο.
Το Εφετείο συμφώνησε επίσης με τη θέση του Κακουργιοδικείου ότι οι όροι εγγύησης που προτάθηκαν από την υπεράσπιση δεν ήταν επαρκείς για να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων ή επηρεασμού μαρτύρων και όχι με την εξασφάλιση της παρουσίας ενός κατηγορουμένου στη δίκη του.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι κανένας από τους τρεις λόγους έφεσης δεν ευσταθεί και ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν πλήρως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η διαταγή κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης επικυρώθηκε.