«Σάββατο, 20 Ιουλίου, χαράματα. Αρκετοί συγχωριανοί είχαν ήδη ξυπνήσει για να πάνε να ποτίσουν τα περιβόλια τους. Οι υπόλοιποι ξυπνήσαμε λίγο αργότερα από τις κανονιές από τα πλοία. Βλέπαμε έντρομοι από τις ταράτσες των σπιτιών μας τα τουρκικά πλοία να πλησιάζουν τις ακτές μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε, με μόνη σκέψη να βρεθούμε όσο πιο μακριά από τη θάλασσα. Τα αεροπλάνα σκέπασαν τον ουρανό μας. Άλλοι αναζητούσαν καταφύγιο κάτω από τις λεμονιές, άλλοι στα υπόγεια των σπιτιών και άλλοι ανηφόριζαν προς το Τριμίθι. Όσοι είχαν αυτοκίνητα επιβιβάζονταν, μα δεν ήξεραν προς τα πού έπρεπε να κατευθυνθούν. Η ώρα μηδέν για το χωριό μας είχε φτάσει. Κι εμείς να τρέχουμε με κομματιασμένη την καρδιά κι όποιος σωθεί».
Έτσι περιγράφει η –25χρονη τότε– Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος τον εκτοπισμό από τον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, το χωριό που είχε τη θλιβερή πρωτιά της πρώτης άλωσης, καθώς απείχε μόλις 3 χλμ. από το Πέντε Μίλι.
Πέρα από τα αγαθά, το έμψυχο τίμημα για τον Άγιο Γεώργιο ήταν βαρύ: 34 πεσόντες, φονευθέντες, αγνοούμενοι (15 στρατιώτες, 19 πολίτες). «Οι πεσόντες και οι αγνοούμενοι ήταν οι συγγενείς και φίλοι μας, που παίξαμε παιδιά μαζί, που τους βλέπαμε κάθε μέρα», τονίζει η Ειρήνη.
Η μαρτυρία της είναι υποβλητική. Η ιστορία του σπιτιού, από όπου εκτοπίστηκε, ενισχύει το βάρος της προβάλλοντας την επίδραση αγώνων και παθών της Κύπρου στη ζωή των ανθρώπων της. Το σπίτι εκείνο ανεγέρθηκε στη θέση παλαιότερου, το οποίο το 1958 ανατινάχθηκε από τους Βρετανούς λόγω αποκάλυψης κρησφύγετου.
Εκεί φιλοξενήθηκαν οι Κυριάκος Μάτσης, Αντρέας Σοφοκλέους, Αντώνης Ελευθερίου και Χαράλαμπος Παναγή. Όλα άρχισαν τον Αύγουστο του 1957, όταν οι αγωνιστές άρχισαν να μένουν περιστασιακά στο σπίτι.

Θυμάται η Ειρήνη: «Ο Μάτσης ξεχώριζε για τις γνώσεις του, έδινε γεωπονικές συμβουλές στον πατέρα, και είχε ηγετικές ικανότητες. Όποτε ερχόταν σπίτι μας, έφερνε λογοτεχνικά βιβλία. Όταν δεν έγραφε επιστολές και προκηρύξεις στη γραφομηχανή, μου διάβαζε διηγήματα, απάγγελλε στίχους από τον “Δωδεκάλογο του Γύφτου” και μετά με προέτρεπε να τους επαναλάβω:
“Ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!”».
Δώρο του Μάτση και η πρώτη και μοναδική κούκλα της Ειρήνης· με τη βοήθειά του γράφτηκε και η πρώτη έκθεση στην Γ΄ Δημοτικού.
Ο πατέρας, Αντώνης Πράτσος, ήταν ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης. Ως γεωργοκτηνοτρόφος προμήθευε με γάλα, στην Κερύνεια, Έλληνες, Τούρκους και Άγγλους. Όντας υπεράνω υποψίας και έχοντας πάσο, όποτε χρειαζόταν μετέφερε τον Μάτση στην Κερύνεια οδικώς.
Τον Σεπτέμβριο (1957) ο Μάτσης ζήτησε από τον Πράτσο τη δημιουργία κρησφύγετου, όπως και έγινε. Εκεί κρύβονταν οι αγωνιστές, όποτε οι Άγγλοι έκαναν μπλόκο και έρευνες.
Οκτώβριο 1958, τα μέλη της ομάδας έφτιαξαν βόμβα, για ενέδρα κοντά στο χωριό. Τέλη του μήνα, ο οικοδεσπότης μετέφερε τον Μάτση στην Κερύνεια. Ακολούθως, οι υπόλοιποι αγωνιστές έφυγαν πεζοί. Αρχές Νοεμβρίου, κατόπιν εκτέλεσης Αηγιωρκίτη, οι Βρετανοί επέβαλαν κέρφιου και συνέλαβαν πολλούς χωριανούς. Τις επόμενες μέρες καλούσαν από μεγάφωνα να παραδοθεί αυτός που έκρυβε βόμβα στο σπίτι του.
8 Νοεμβρίου συνελήφθη ένοπλος ο Αντρέας Σοφοκλέους. 15 Νοεμβρίου, βράδυ, Άγγλοι στρατιώτες και Τούρκοι επικουρικοί όρμησαν στο σπίτι του Πράτσου και τον συνέλαβαν. Στο σπίτι έμειναν η Ειρήνη, η μάνα Ανδρονίκη και η γιαγιά, τις οποίες οι εισβολείς περιόρισαν σε ένα υπνοδωμάτιο. Τρεις μέρες οι γυναίκες έμειναν εκεί, πηγαίνοντας, συνοδευόμενες, μόνο σε κουζίνα και τουαλέτα. Άγγλοι και Τούρκοι γύρευαν, μάταια, το κρησφύγετο. Στα χέρια των Βρετανών ο Πράτσος υπέφερε τα πάνδεινα. Τον κτυπούσαν για ώρες σε σιδερένιο κρεβάτι και του έσπασαν τα πλευρά.
Η ανατίναξη της κατοικίας την ημέρα της θυσίας του Κυριάκου Μάτση
Βράδυ 18ης Νοεμβρίου μπήκαν στο υπνοδωμάτιο ένας Άγγλος ανακριτής, ομιλών άπταιστα ελληνικά, και ένας Τούρκος επικουρικός. Ζητούσαν από τις γυναίκες να φανερώσουν το κρησφύγετο, ειδάλλως θα τις έκαιγαν, έλεγαν, ζωντανές. Ο Τούρκος επικουρικός ακουμπούσε την κάνη του όπλου στα κεφάλια της Ειρήνης και της μάνας της. «Το κορούι ξέρει», έλεγε στον Άγγλο ανακριτή. Φεύγοντας άπραγοι, τοποθέτησαν έναν φρουρό στην πόρτα του δωματίου.
Ξημερώματα 19ης Νοεμβρίου ακούστηκαν φασαρία και φωνές στο σαλόνι. «Φαίνεται πως έφεραν κάποιον που ήξερε και τους υπέδειξε τη θέση του κρησφύγετου», επισημαίνει η Ειρήνη και περιγράφει: «Άνοιξαν την πόρτα του υπνοδωματίου, μας έριξαν από τα κρεβάτια και σπρώχνοντας μας διέταξαν να βγούμε έξω από το σπίτι. Δεν με άφησαν ούτε παπούτσια να φορέσω ούτε την κούκλα μου να πάρω, παρόλο που τους παρακαλούσα κλαίγοντας. Διασχίζοντας τον δρόμο βρεθήκαμε απέναντι από το σπίτι, κάτω από μια ελιά».
Στο μεταξύ, οι Εγγλέζοι καλούσαν με μεγάφωνα τους χωριανούς να έλθουν στα χωράφια, κοντά στο σπίτι. Ένα τζιπ σταμάτησε και δύο στρατιώτες κατέβασαν τον πατέρα. Τον έσπρωξαν μέσα στο σπίτι και έπειτα τον έβγαλαν έξω. Ακολούθησε εκκωφαντική έκρηξη και σπίτι και στάβλοι έγιναν σωρός από πέτρες. Μητέρα και γιαγιά έκλαιγαν απελπισμένα, ενώ η Ειρήνη πάσχισε να τρέξει να αγκαλιάσει τον πατέρα της. Δεν την άφησαν. Τον Πράτσο τον πήραν μαζί τους οι Άγγλοι.
Την ίδια μέρα, 19 Νοεμβρίου 1958, έπεσε μαχόμενος στο Δίκωμο ο Κυριάκος Μάτσης.
Μετά την ανατίναξη της κατοικίας, η Ανδρονίκη Πράτσου ειδοποιήθηκε όπως κατεδαφίσει τους εναπομείναντες τοίχους, εάν ήθελε να καρπωθεί τα οικοδομικά υλικά. Ειδάλλως, αυτά θα περιέρχονταν στις Αρχές.
Αφηγήθηκε ο Αντώνης Πράτσος στην Άννα Ιακωβίδου (Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών): «Στο Κάστρο άρχισαν ξανά τα βασανιστήρια. Μετά με πήραν σ’ έναν χώρο που ήταν και άλλοι κρατούμενοι. Ο ανακριτής με άρπαξε από τα μαλλιά, με σήκωσε πάνω και είπε: “Τον βλέπετε αυτόν; Είχε κρησφύγετο στο σπίτι του και παρ’ όλα όσα του κάναμε και τάξαμε δεν ομολόγησε τίποτε. Τώρα πάει το σπιτάκι του και θα χάσει 7 χρόνια από τη ζωούλα του”».
Ο Πράτσος δικάστηκε και καταδικάστηκε για «τρομοκρατικές» ενέργειες και οδηγήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές, με αριθμό πολιτικού κατάδικου 8850. Αφού αποφυλακίστηκε, μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου και την αμνηστία, επέστρεψε στη γη και τα ζώα που λάτρευε. Η πλήρης ανοικοδόμηση του σπιτιού παρατάθηκε έως το 1970, λόγω των συνακόλουθων φυλάκισης και καταστροφής οικονομικών δυσκολίων.
Στις 20 Ιουλίου 1974, μπήκαν οι Τούρκοι κατά την πρώτη ημέρα της εισβολής
Η οικογένεια στερήθηκε δεύτερη φορά, βίαια, το σπίτι της, όπως και όλη της την περιουσία, στις 20 Ιουλίου 1974. Την τραγωδία συμπυκνώνουν δυο στίχοι σεφερικοί:
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί».
Η Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος δεν ξαναείδε το σπίτι της. Οι γονείς πέθαναν και ετάφησαν στην προσφυγιά. «Η αισχύνη να θάβεις τους νεκρούς σου μακριά από τη γη που τους γέννησε, είναι άγος δυσβάστακτο και καθολικό», ηχεί, αφυπνιστική, η πρόταση του Γιώργου Ξενοφώντος Σέρτη, συζύγου της Ειρήνης, που αγάπησε βαθιά τον Άη Γιώρκη.
Συγγενείς που πέρασαν το οδόφραγμα πληροφόρησαν πως περβόλι και στάβλοι αντικαταστάθηκαν από κατοικίες. Ο πόνος βαθύς. Σύνθημα, στίχοι του Κωστή Παλαμά:
«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει».
Άλλωστε, κατά Γιώργο Σεφέρη, «τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».
Προσμένει η Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος την απελευθέρωση και μαζί παιδιά και εγγόνια, καθώς οι μνήμες μετουσιώθηκαν σε αξίες. «Από πολύ νωρίς, ως Κερυνειώτισσα, έχω μάθει την αξία της ελευθερίας. Η ελευθερία δεν είναι απλώς το δικαίωμα να κάνουμε επιλογές, αλλά και η ζωή με αξιοπρέπεια και ασφάλεια.
Μεγάλωσα με βαθιά συνείδηση της προσφυγικής μου ιδιότητας και του χρέους που κάθε κυπριόπουλο έχει όταν λάβει τη σκυτάλη μνήμης και αγώνα από τους προγόνους», τονίζει η έφηβη εγγονή της, Ολυμπία Ξενοφώντος. Η αυθεντική της δήλωση αποτελεί το πλέον ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον, για να πιστέψουμε πως «κανείς χειμώνας, όσο απειλητικός και αν εμφανίζεται, δεν διαρκεί για πάντα» (Γ. Σέρτης).
Βρετανική ζωοφιλία, 1958, 1974
Η Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος θυμάται πως λίγο μετά την ανατίναξη του σπιτιού, πάνω στις πέτρες γέννησε το σκυλί της οικογένειας. «Και οι ίδιοι φρουροί που δεν μ’ άφησαν να φορέσω παπούτσια και να πάρω την κούκλα μου, τάιζαν το σκυλί κονσέρβες και τα κουταβάκια γάλα», τονίζει. Η παρατήρηση αυτή θύμισε έντονα είδηση στον Τύπο, στον απόηχο της εισβολής του 1974, την αποστολή καναρινιών και γάτων, με δύο στρατιωτικά αεροπλάνα στις βρετανικές οικογένειές τους, που είχαν ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο…
*Δρ Ιστορίας ΑΠΘ