Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠέντε μέρες μετά την έναρξη της ανάβασής μας στο Κιλιμάντζαρο, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης Ιουνίου 2026, κάτω από έναν έναστρο ουρανό και με τον αέρα να γίνεται όλο και πιο αραιός, ο Karim Tabet, ο συνορειβάτης μου από τον Λίβανο, ο Τανζανός οδηγός μας Noah Sankale κι εγώ ξεκινήσαμε την τελική πορεία προς την κορυφή Uhuru.
Η κουβέντα είχε προ πολλού σταματήσει. Το βουνό επέβαλλε τη δική του πειθαρχία. Υπήρχε μόνο το τρίξιμο των μποτών πάνω στην ηφαιστειακή σάρα, το φως από τους φακούς μας που έσχιζε το σκοτάδι και ο αργός, μετρημένος ρυθμός της ανάβασης.
«Πόλε πόλε», μας υπενθύμιζε ήρεμα ο Noah στα Σουαχίλι.
Σιγά σιγά.
Ένα βήμα κάθε φορά.
Μια ανάσα κάθε φορά.
Επέμενε επίσης, με πιεστικό τρόπο, να πίνουμε άφθονο νερό.
Κάναμε πολύ σύντομες, προκαθορισμένες στάσεις. Όταν με κατέβαλλε η εξάντληση σε άλλα σημεία της διαδρομής, δεν με άφηνε να καθίσω, φοβούμενος ότι μετά θα δυσκολευόμουν να σηκωθώ. Γνώριζε το βουνό όσο λίγοι. Το είχε ανέβει 281 φορές!
Σε τέτοιο υψόμετρο, κάθε ανάσα γίνεται πολύτιμη.
Το βουνό δεν επιβραβεύει ούτε τη βιασύνη ούτε τον λεονταρισμό. Η σωματική δύναμη από μόνη της δεν αρκεί. Υπομονή, πειθαρχία, συγκέντρωση, αποφασιστικότητα και σεβασμός είναι εξίσου σημαντικά.

Λίγες ώρες αργότερα στεκόμασταν στην κορυφή Uhuru — τη «Στέγη της Αφρικής» — στα 5.895 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το Κιλιμάντζαρο είναι το ψηλότερο μεμονωμένο βουνό στον κόσμο. Δεν αποτελεί μέρος κάποιας οροσειράς, αλλά ορθώνεται μόνο του, δημιούργημα ηφαιστειακής δραστηριότητας πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια.
Ο Karim, πολύ νεότερος και σε σαφώς καλύτερη φυσική κατάσταση, είχε φτάσει στην κορυφή αρκετά πριν από μένα και με περίμενε.
«Πόλε πόλε», τα κατάφερα κι εγώ.
Κατάκοπος. Συγκινημένος. Όχι θριαμβευτής. Ευγνώμων.
Σχεδόν εβδομήντα δύο ετών, έχοντας αρχίσει να γυμνάζομαι μόλις στα εξήντα πέντε και χωρίς βεβαίως να είμαι ορειβάτης, είχα φτάσει στην κορυφή. Ή, ίσως πιο σωστά, το βουνό μού είχε επιτρέψει να φτάσω μέχρι εκεί.
Ένα από τα πρώτα μαθήματα του Κιλιμάντζαρο είναι ότι δεν το κατακτούμε εμείς. Είναι το Κιλιμάντζαρο που μας κατακτά. Οι τίτλοι και τα επιτεύγματά μας δεν σημαίνουν τίποτε γι’ αυτό. Μπροστά του είμαστε απλώς άνθρωποι: συχνά πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουμε και πιο μικροί απ’ όσο φανταζόμαστε.
Το βουνό αποκαλύπτει δύο αλήθειες ταυτόχρονα: την ασημαντότητά μας μέσα στο σύμπαν και τη δυνατότητά μας να εξελισσόμαστε. Μας απογυμνώνει από τις αυταπάτες μας και φανερώνει τα όριά μας, αλλά ταυτόχρονα δείχνει και πόσα ακόμη μπορούμε να γίνουμε.
Στεκόμουν μαζί με τον Karim και τον Noah στην κορυφή, προσπαθώντας να χωρέσω μέσα μου την απεραντοσύνη γύρω μας. Σε εκείνο το υψόμετρο, όπου το διαθέσιμο οξυγόνο είναι περίπου το μισό από όσο στο επίπεδο της θάλασσας, αντιλαμβάνεσαι γρήγορα ότι η πορεία δεν έχει τελειώσει. Η κάθοδος ήταν ακόμη μπροστά μας.
Και μέσα σε εκείνη την απεραντοσύνη δεν μπορούσα να ξεφύγω από μια σκέψη: κανένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να συναγωνιστεί τη φύση.

Κρατώντας τη σημαία της Κύπρου, αναλογίστηκα τη διαδρομή που με είχε φέρει μέχρι εκεί. Για σαράντα τρία χρόνια είχα κρατήσει αυτή τη σημαία ως διπλωμάτης, εκπροσωπώντας την Κύπρο και προσπαθώντας, όσο ατελώς κι αν τα κατάφερα, να υπηρετήσω την ειρήνη, τον διάλογο και ένα δίκαιο μέλλον για την πατρίδα μου.
Τώρα την κρατούσα στη Στέγη της Αφρικής. Οι δεκαετίες στη διπλωματία και η ανάβαση στο Κιλιμάντζαρο έμοιαζαν να αποτελούν μέρος της ίδιας διαδρομής. Δεν ένιωθα απόσταση αλλά σύνδεση — και μια βαθύτερη επίγνωση του τι σημαίνει πατρίδα.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια λέξη γι’ αυτή την κοπιώδη πορεία προς τα πάνω: Ανάβασις.
Η «Ανάβασις» του Ξενοφώντα αφηγείται την πορεία των Μυρίων μετά τον θάνατο του Κύρου του Νεότερου. Στον πυρήνα της είναι μια ιστορία αντοχής, ηγεσίας, ψυχικής δύναμης και μεταμόρφωσης. «Θάλαττα! Θάλαττα!», φώναξαν, γιατί όταν αντίκρισαν τη θάλασσα φάνηκε μαζί της και η υπόσχεση του νόστου — της επιστροφής.
Έπειτα από μια ζωή που πέρασα σε μεγάλο βαθμό μακριά από την πατρίδα, ο δικός μου νόστος ήταν πάντοτε η Κύπρος.
Κάθε ουσιαστικό ταξίδι μάς αλλάζει. Κάθε ζωή κρύβει τη δική της ανάβαση. Μερικά βουνά είναι φτιαγμένα από πέτρα και πάγο. Άλλα από αρρώστια, πένθος, ευθύνη και
απώλεια. Κάποια τα ανεβαίνουμε μπροστά στα μάτια των άλλων. Τα περισσότερα είναι μοναχικά. Η ανάβαση όμως είναι οικουμενική.
Σκέφτηκα την «Ιθάκη» του Καβάφη, ένα ποίημα που με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Το έχω διαβάσει αμέτρητες φορές. Το ποίημα δεν αλλάζει. Εμείς όμως αλλάζουμε. Και κάθε ανάγνωση αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Το διαχρονικό του μάθημα: ο προορισμός έχει σημασία, αλλά το ταξίδι έχει μεγαλύτερη.
Η κορυφή ήταν ο στόχος. Η ανάβαση ήταν το μάθημα.
Κάποια από όσα μου δίδαξε το Κιλιμάντζαρο μού ήταν οικεία από τη διπλωματία: υπομονή, ταπεινότητα, πειθαρχία, σεβασμός, ανεκτικότητα, κατανόηση και το να ξέρεις πότε δεν πρέπει να πιέζεις ούτε τον ρυθμό ούτε τις εξελίξεις. Και η διπλωματία ανταμείβει αυτές τις αρετές. Η πρόοδος σπάνια είναι θεαματική. Είναι «πόλε πόλε»: μια συζήτηση, μια σχέση, ένας συμβιβασμός, ένα μικρό βήμα κάθε φορά. Στη διπλωματία σπάνια υπάρχει τελεία. Συχνότερα υπάρχει κόμμα — ή, στην καλύτερη περίπτωση, άνω τελεία.
Το βουνό δεν σηκώνει βιασύνη.
Ούτε η διπλωματία.
Ούτε η ζωή.
Ίσως το πιο απρόσμενο δώρο του Κιλιμάντζαρο να ήταν η σιωπή. Μου πρόσφερε κάτι ολοένα πιο σπάνιο: χώρο για περισυλλογή και διαλογισμό, ευγνωμοσύνη και μια διαφορετική θέαση των πραγμάτων.
Για μέρες δεν υπήρχε διαδίκτυο, τηλέφωνο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή WiFi. Ο Noah επέμενε ακόμη και να βγάλω το ρολόι Apple που φορούσα. Στην αρχή το ένιωσα ως στέρηση. Σύντομα έγινε απελευθέρωση.
Μου θύμισε επίσης πόσο λίγα πραγματικά χρειαζόμαστε και πόσο εύκολα συγχέουμε την άνεση με την ανάγκη. Ένα ζεστό φαγητό, νερό, συντροφιά, ξεκούραση, σιωπή, φύση — και Μπαχ — ξαφνικά αρκούσαν.
Η σύγχρονη ζωή μας βομβαρδίζει με πληροφορίες, παραπληροφόρηση, απόψεις, ειδοποιήσεις και θόρυβο. Ποτέ δεν είχαμε πρόσβαση σε τόσες πληροφορίες, κι όμως αναρωτιέται κανείς αν γινόμαστε σοφότεροι. Ποτέ δεν ήμασταν τόσο συνδεδεμένοι, κι όμως συνομιλούμε όλο και λιγότερο. Ακούμε, αλλά σπάνια αφουγκραζόμαστε. Κοιτάζουμε, αλλά σπάνια παρατηρούμε.
Όλο και περισσότερο συγχέουμε την πληροφορία με την αλήθεια, τη γνώση με τη σοφία, την επικοινωνία με την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή και την επιλογή με την ελευθερία.
Ψηλά πάνω από τα σύννεφα, μακριά από τις καθημερινές απαιτήσεις και αβεβαιότητες, οι σκέψεις μου στράφηκαν στην πορεία της ζωής που είχα ήδη διανύσει. Σε τέτοιο υψόμετρο πολλά πράγματα μικραίνουν — κυρίως το εγώ μας.
Συλλογίστηκα τον Χρυσό Κανόνα της ζωής: να συμπεριφέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να σου συμπεριφέρονται· την επιδίωξη της αρετής και το πόσο ατελώς την έχω υπηρετήσει· το προνόμιο και την ευθύνη της δημόσιας υπηρεσίας· τη φιλία· και την αγάπη … την ανιδιοτελή αγάπη.
Το βουνό ενίσχυσε μέσα μου την πεποίθηση ότι μια ζωή με νόημα μετριέται λιγότερο από όσα συσσωρεύουμε και περισσότερο από όσα αφήνουμε πίσω μας στους άλλους.
Μέσα στη σιωπή του βουνού, οι αναμνήσεις ανέβαιναν μαζί μου.
Σκέφτηκα με ευγνωμοσύνη όσους με διαμόρφωσαν: τους γονείς μου, Αναστασία (Τασούλα) και Λεωνίδα, μακαρίτες πια, και τ’ αδέλφια μου, Ανδρέα και Μάριο. Τους δασκάλους και καθηγητές μου. Και τους πολλούς συναδέλφους και φίλους από όλο τον κόσμο που εμπλούτισαν τη ζωή μου.
Ο νους μου γύρισε σε μια άλλη ανάβαση, περισσότερο από μισό αιώνα πριν, όταν στα δεκαπέντε μου έφυγα από την Κύπρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με δίψα να μάθω, να γνωρίσω έναν ευρύτερο κόσμο και να διευρύνω τους ορίζοντές μου — πνευματικούς και ακαδημαϊκούς. Δεν θα μπορούσα ποτέ τότε να φανταστώ πού θα με οδηγούσε εκείνο το ταξίδι.
Η Νάσια ήρθε αμέσως στον νου μου. Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες δεν στάθηκε απλώς δίπλα μου στην υπηρεσία της Κύπρου. Μοιράστηκε αυτή την πορεία μαζί μου, με σημαντικό προσωπικό κόστος. Θυσίασε μια πολλά υποσχόμενη νομική σταδιοδρομία, προσαρμόστηκε στη νομαδική ζωή της διπλωματίας και έκανε δυνατά πολλά από όσα μπόρεσα να πετύχω. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι, αν οι ρόλοι μας ήταν αντίστροφοι, θα είχα επιδείξει την ίδια γενναιοδωρία.
Ύστερα ήταν ο Άργος, ο πρώτος και αγαπημένος μας σκύλος, που πέθανε πρόσφατα, μόλις έξι ετών, αφήνοντας ένα κενό πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο θα μπορούσα να φανταστώ. Ο δεσμός μας ήταν σχεδόν μεταφυσικός. Με τον δικό του τρόπο, μας έκανε καλύτερους ανθρώπους.
Καμία ουσιαστική ανάβαση δεν είναι εντελώς μοναχική. Τα τελευταία βήματα μπορεί να είναι δικά μας, αλλά τη δύναμη για να τα κάνουμε συχνά τη χρωστάμε σε άλλους. Σκέφτηκα τα μηνύματα, τις προσευχές και την ενθάρρυνση φίλων στην Κύπρο και αλλού, καθώς και τη Στέλλα, τη γυμνάστριά μου. Το Stella Point ήταν το τελευταίο σημαντικό σημείο πριν από την κορυφή Uhuru.
Το βουνό με έκανε να συνειδητοποιήσω ακόμη εντονότερα το παράδοξο της ανθρώπινης φύσης. Στη διάρκεια της ανάβασης είδα καλοσύνη, συντροφικότητα και αθόρυβη αλληλεγγύη ανάμεσα σε αγνώστους από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς.
Κι όμως η ιστορία μάς θυμίζει την ικανότητά μας για ακραία σκληρότητα. Το ίδιο ανθρώπινο είδος που έχτισε τον Παρθενώνα έχτισε και το Άουσβιτς. Η ίδια ανθρώπινη ικανότητα που δημιουργεί ομορφιά μπορεί να δημιουργήσει και φρίκη.
Η πραγματική ανάβαση, επομένως, δεν είναι μόνο σωματική αλλά και ηθική και πνευματική: μια διαρκής προσπάθεια να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να καλλιεργούμε τη σοφία, την αρετή και τον χαρακτήρα μας.
Μπορεί να φτάνουμε σε κορυφές, αλλά καμία δεν είναι τελική.
Δεν υπάρχει τελική νίκη.
Μόνο συνεχής προσπάθεια.
Ίσως αυτό να σημαίνει να είσαι πραγματικά άνθρωπος.
Ίσως αυτό να εξηγεί και γιατί η στιγμή που έφτασα στην κορυφή Uhuru μου φάνηκε, παράξενα, σχεδόν αντικλιμακτική. Μέχρι τότε είχα ήδη καταλάβει ότι η ίδια η κορυφή δεν ήταν το μεγαλύτερο δώρο του βουνού.
Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι η κορυφή ονομάζεται Uhuru — ελευθερία, μία από τις αρχαιότερες επιδιώξεις της ανθρωπότητας. Κι όμως η ζωή συνοδεύεται από περιορισμούς, υποχρεώσεις και «αλυσίδες». Συχνά ελεγχόμαστε εξ αποστάσεως χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Μερικές φορές μοιάζει σαν να έχει απλώς αλλάξει μορφή ο Μεγάλος Αδελφός.

Οι επιλογές μας και οι συμπεριφορές μας διαμορφώνονται ολοένα και περισσότερο — συχνά αόρατα — από αλγορίθμους, πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης και συστήματα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ενεργούμε και αλληλεπιδρούμε, ενώ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την κατανόησή μας, πόσο μάλλον από τον έλεγχό μας.
Η ελευθερία δεν είναι απόλυτη. Στεκόμενος εκεί αναρωτήθηκα μήπως δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και εσωτερική: ελευθερία από τον φόβο, τη ματαιοδοξία, το εγώ, τις περιττές επιθυμίες και τον αδιάκοπο θόρυβο, την επιπολαιότητα και τις ανοησίες που κατακλύζουν την καθημερινή ζωή μας.
Το βουνό αφαιρεί πολλά από όσα φανταζόμαστε ότι είναι απαραίτητα. Αφήνει μόνο όσα έχουν πραγματικά σημασία. Δεν άλλαξε αυτό που ήμουν. Μου θύμισε αυτό που ακόμη προσπαθώ να γίνω.
Δεν έφυγα από το Κιλιμάντζαρο νιώθοντας νεότερος. Έφυγα ευγνώμων — για την υγεία, τη φιλία, την περιέργεια και για όσα ακόμη αξίζει να επιδιώξω.
Θυμήθηκα μια ρήση του Νέλσον Μαντέλα: «Φαίνεται πάντα αδύνατο, μέχρι να γίνει». Το Κιλιμάντζαρο όμως μου δίδαξε κάτι βαθύτερο: η επιμονή, η ταπεινότητα, η πειθαρχία, η συγκέντρωση και η υπομονή συχνά μετρούν περισσότερο από τη σωματική δύναμη.
Η ηλικία μπορεί να περιορίζει την ταχύτητά μας. Δεν χρειάζεται να περιορίζει και τους ορίζοντές μας.
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα της ανάβασης. Παραμένουμε ανολοκλήρωτοι όσο ζούμε: εξακολουθούμε να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε, να ανεβαίνουμε.
Γιατί, τελικά, το Κιλιμάντζαρο αφορά τα βουνά που όλοι ανεβαίνουμε και τα ταξίδια που κάνουμε μέσα μας, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα πόσο μικροί είμαστε μέσα στο σύμπαν και πόσο μεγαλύτεροι μπορούμε ακόμη να γίνουμε ως άνθρωποι.
Κάθε ζωή είναι μια ανολοκλήρωτη ανάβαση.
Η ανάβαση ολοκληρώθηκε.
Το ταξίδι συνεχίζεται.