Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Θετικά και αρνητικά στοιχεία, αλλά και αρκετά σημεία που χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις, περιλαμβάνει η κυβερνητική πρόταση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού.

Στα θετικά καταγράφεται η αύξηση των συντάξεων για όλους τους συνταξιούχους και ιδιαίτερα για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Ωστόσο, το συνολικό ποσό της αύξησης δεν θα δοθεί άμεσα, αλλά σε βάθος πενταετίας. Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί με ποιον τρόπο θα κατανεμηθούν οι αυξήσεις ούτε ποια θα είναι τα χρονοδιαγράμματα εφαρμογής τους. Ένας συνταξιούχος μπορεί σήμερα να γνωρίζει ποιο θα είναι το συνολικό όφελος στο τέλος της πενταετίας, δεν γνωρίζει όμως πόση αύξηση θα δει στη σύνταξή του κάθε χρόνο. Περαιτέρω επεξηγήσεις χρειάζονται και για την ελάχιστη εγγυημένη αύξηση της χαμηλής σύνταξης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ανακοινώνονται αυξήσεις, αλλά να είναι ξεκάθαρο ποιοι θα επωφεληθούν, πόσο και από πότε.

Θετικό στοιχείο είναι και η παραχώρηση κινήτρων για εργασία μέχρι την ηλικία των 67 ετών. Τα κίνητρα αυτά, όπως εκτιμούν οικονομολόγοι, μπορούν να λειτουργήσουν ως αντιστάθμισμα στο πέναλτι του 12% που επιβάλλεται στη σύνταξη λόγω πρόωρης αφυπηρέτησης. Εκείνο που χρειάζεται σαφή απάντηση είναι η κυβερνητική πρόταση για μείωση της αναλογιστικής μείωσης από το 12% στο 7,5%. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ο ακριβής τρόπος εφαρμογής της, καθώς, σύμφωνα με όσα έχουν παρουσιαστεί, αφορά το βασικό μέρος της σύνταξης και όχι το σύνολό της.

Το μεγαλύτερο, όμως, ερώτημα αφορά το κόστος της μεταρρύθμισης και, κυρίως, τον τρόπο χρηματοδότησής της. Μόνο οι αυξήσεις στις συντάξεις υπολογίζονται σε περίπου €50 εκατ. τον χρόνο, δηλαδή €250 εκατ. σε βάθος πενταετίας. Η Κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο από πού θα αντληθούν οι πόροι για την πρώτη πενταετία, αλλά και ποια θα είναι η μόνιμη πηγή χρηματοδότησης στη συνέχεια.

Εάν οι πρόσθετες δαπάνες δεν στηρίζονται σε σταθερές και προβλέψιμες πηγές εσόδων, το κόστος θα μεταφερθεί είτε στον κρατικό προϋπολογισμό είτε στους εργαζομένους και στις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό χρειάζεται πλήρης εικόνα πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου. Η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι θα πάρει σήμερα, αλλά και τι ενδεχομένως θα κληθεί να πληρώσει αύριο.

Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο πυλώνα της μεταρρύθμισης, δηλαδή τα Ταμεία Προνοίας, το τοπίο παραμένει θολό, καθώς η συζήτηση μεταξύ των τεχνικών επιτροπών συνεχίζεται και εκτιμάται ότι θα υπάρξει κατάληξη το αργότερο μέχρι τον Νοέμβριο. Αυτό, όμως, δεν θα πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη για την προώθηση του πρώτου πυλώνα, που αφορά τις αυξήσεις στις συντάξεις.

Απαντήσεις χρειάζονται και για την επενδυτική πολιτική του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το κράτος θα σταματήσει να δανείζεται από τα πλεονάσματα του Ταμείου, τα οποία μέχρι σήμερα είχαν απόδοση γύρω στο 3% και πλέον θα επενδύονται άλλου. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς αφορούν τις μελλοντικές τους συντάξεις.

Όλα αυτά πρέπει να ξεκαθαριστούν μέσα από τον κοινωνικό διάλογο, ώστε το νομοσχέδιο να φτάσει στη Βουλή με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος τα κόμματα να αρχίσουν να «κόβουν και να ράβουν» ανατρέποντας τη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης και επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά.

Η συζήτηση στη Βουλή δεν πρέπει να εξελιχθεί σε διαγωνισμό για το ποιος θα υποσχεθεί περισσότερα. Το ζητούμενο είναι να εφαρμοστεί μια μεταρρύθμιση που θα βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αλλά ταυτόχρονα θα αντέχει στον χρόνο. Και γι’ αυτό, πριν από όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσει ο τελικός λογαριασμός.