Του George Calhoun

Το αφήγημα των οικονομολόγων είναι πως η τιμή της βενζίνης διαμορφώνεται από την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης τη δεδομένη στιγμή – την “τιμή spot”. Όμως, η προσφορά βενζίνης στις ΗΠΑ δεν έχει αλλάξει και τα αποθέματα είναι άφθονα. Η ζήτηση (κατανάλωση) παραμένει σταθερή. Δεν υπάρχουν ελλείψεις, ούτε ουρές στα βενζινάδικα. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1970, όταν οι ΗΠΑ εισήγαγαν ενέργεια, σήμερα παράγουν πολύ περισσότερη από ό,τι καταναλώνουν και εξάγουν την υπόλοιπη. Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας βενζίνης στον κόσμο, ένα “μαξιλαράκι ασφαλείας” από τις διακυμάνσεις των τιμών – ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι.

Κάτι άλλο κινεί τις αγορές ενέργειας – αυτήν τη στιγμή η τιμή στην αντλία βασίζεται στο ασαφές φαινόμενο που οι traders αποκαλούν “κίνδυνο”. Έρχεται από το Στενό του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η αγορά σταμάτησε ξαφνικά να τιμολογεί τη βενζίνη ως προϊόν και άρχισε να τιμολογεί τον κίνδυνο, να αγοράζει και να πουλάει κίνδυνο, να “σορτάρει” στον κίνδυνο, να αντισταθμίζει τον κίνδυνο – όπου η λέξη “κίνδυνος” περιλαμβάνει ένα μείγμα μελλοντικών σεναρίων που συνεπάγονται διαφορετικά κέρδη ή ζημίες, διαφορετικά χρονικά πλαίσια και πιθανότητες να συμβούν γεγονότα στην άλλη άκρη του κόσμου.

Το πρόβλημα είναι ότι ο όρος “κίνδυνος” είναι ασαφής. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά σενάρια για το μέλλον που ενσωματώνονται αυτήν τη στιγμή στην τιμή αγοράς του πετρελαίου. Ορισμένα σενάρια είναι πολύ πιο σημαντικά από άλλα και επηρεάζονται διαφορετικά από εξωτερικούς παράγοντες. Όπως συμβαίνει με όλα τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, ορισμένα από αυτά τα στοιχεία του “κινδύνου” είναι υπερβολικά… υπερτιμημένα ή υποτιμημένα. Σε κάθε περίπτωση, το “παιχνίδι” στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας αυτή τη στιγμή αφορά την ανάλυση, την κατανόηση και τη διαφοροποίηση των συνιστωσών του κινδύνου που προκαλεί η κρίση του Ορμούζ.

Ο αντίκτυπος του πολέμου

Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, έφερε κλυδωνισμούς στις αγορές ενέργειας και προκάλεσε ραγδαία άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Προφανώς, θα απαντήσει κάποιος. Οι τιμές της ενέργειας πάντα εκτινάσσονται όταν ξεσπάει πόλεμος στη Μέση Ανατολή; Και για καλό λόγο, αφού το 20-25% των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Αν αυτή η ροή διακοπεί, είναι αυτονόητο ότι οι τιμές θα ανέβουν.

Αλλά γιατί είναι προφανές; Σκεφτείτε το εξής: πολλοί οικονομολόγοι, και οι περισσότεροι θεωρητικοί της χρηματοοικονομικής, συμφωνούν εν γένει σε δύο πράγματα:

– η τιμή ενός διαπραγματεύσιμου περιουσιακού στοιχείου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή αποτελεί το αποτέλεσμα του μηχανισμού της αγοράς που εξισορροπεί την προσφορά και τη ζήτηση για το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο· αυτή είναι η αρχή της αυτορυθμιζόμενης ισορροπίας, η οποία θεωρείται εγγενές χαρακτηριστικό μιας αγοράς που λειτουργεί ομαλά (δηλαδή, με υψηλή ρευστότητα)

– η τιμή ενός περιουσιακού στοιχείου αποτελεί ακριβές μέτρο της αξίας του· αυτή είναι η υπόθεση της αποτελεσματικής αγοράς, η οποία υποστηρίζει ότι η τιμή αντανακλά πλήρως όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εγγενή αξία του περιουσιακού στοιχείου, εξαλείφοντας την πιθανότητα υποτιμημένων ή υπερτιμημένων περιουσιακών στοιχείων

Οι επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού τομέα απορρίπτουν και τις δύο αυτές ιδέες. Παρατηρούν από την εμπειρία τους ότι οι αγορές βρίσκονται πολύ συχνά σε κατάσταση ανισορροπίας. Απορρίπτουν επίσης την ιδέα ότι οι τιμές είναι πάντα ακριβείς δείκτες της αξίας. Υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία που είναι αρκετά υποτιμημένα ή υπερτιμημένα – συνθήκη που αποτελεί την κινητήρια δύναμη των συναλλαγών ούτως ή άλλως.

Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν οι σημερινές τιμές της ενέργειας δεν αντανακλούσαν τις τρέχουσες συνθήκες προσφοράς και ζήτησης; Τι θα γινόταν αν οι τιμές δεν ήταν μέτρα της αξίας, αλλά κάτι άλλο;

Το “μαξιλαράκι” του πετρελαίου

Για την παγκόσμια αγορά, η τρέχουσα διακοπή (ή επιβράδυνση) της ροής μέσω του Στενού του Ορμούζ θα περιορίσει τελικά την προσφορά, αν συνεχιστεί. Ωστόσο, ο πραγματικός αντίκτυπος στην προμήθεια προς τους τελικούς χρήστες δεν ήταν άμεσος. Ο κανονικός χρόνος μεταφοράς για τα δεξαμενόπλοια από τον Περσικό Κόλπο προς την Ευρώπη (π.χ. το Ρότερνταμ) ή την Άπω Ανατολή είναι περίπου τρεις εβδομάδες, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος εκφόρτωσης στο λιμάνι. Υπάρχει ένα “θαλάσσιο απόθεμα” πετρελαίου υπό μεταφορά, το οποίο μπορεί να μετρηθεί με δύο τρόπους. Το “πετρέλαιο στη θάλασσα” περιλαμβάνει όλο το αργό που μεταφέρεται αυτή τη στιγμή σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα, ενώ η “πλωτή αποθήκευση” είναι το υποσύνολο αυτού του πετρελαίου που έχει σκόπιμα “σταθμευτεί” σε πλοία και δεν κινείται. Τα πλοία χρησιμοποιούνται ως αποθήκες και όχι ως μέσα μεταφοράς.

Το δ’ τρίμηνο του 2025 σημειώθηκε τεράστια συσσώρευση “πετρελαίου στη θάλασσα”.

Η “πλωτή αποθήκευση” έφτασε τον Δεκέμβριο σε υψηλό 5ετίας στα περίπου 150 εκατ. βαρέλια τον Δεκέμβριο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μειώθηκε στα 80 εκατ. βαρέλια στις 19 Μαρτίου, παραμένοντας ωστόσο αρκετά πάνω από τον μέσο όρο των τελευταίων δύο ετών.

Ο αριθμός θα μπορούσε να είναι υψηλότερος. Στις 19 Μαρτίου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ εκτίμησε ότι το ιρανικό πετρέλαιο που υπόκειται σε κυρώσεις και βρίσκεται σε πλωτή αποθήκευση ανέρχεται σε περίπου 140 εκατ. βαρέλια. Οι εκτιμήσεις του Bloomberg ανεβάζουν και άλλο αυτή την ποσότητα.

Εν ολίγοις, η ραγδαία άνοδος των τιμών για το αργό και άλλα προϊόντα υδρογονανθράκων μετά την επιχείρηση “Επική Οργή” δεν μπορεί να εξηγηθεί από κάποια ξαφνική αλλαγή στην άμεση ζήτηση ή προσφορά. Τι άλλαξε λοιπόν;

Αποτιμώντας τον κίνδυνο

Οι επενδυτές έχουν εξήγηση. Κατά την άποψή τους, η αγορά δεν αποτιμά μια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης. Αποτιμά τον “κίνδυνο”.

Και αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει. Ο κίνδυνος είναι μία από τις πιο προκλητικές έννοιες στη χρηματοοικονομική. Περιλαμβάνει δύο φαινόμενα που δεν είναι ισοδύναμα. Ο κίνδυνος υπονοεί μια επίδραση στην αξία των περιουσιακών στοιχείων, συνήθως με αρνητικές συνέπειες (ο “κίνδυνος” μιας απώλειας ή μιας αύξησης του κόστους). Αλλά στη χρηματοοικονομική θεωρία, ο κίνδυνος σημαίνει μεταβλητότητα. Η μεταβλητότητα και η αξία διασταυρώνονται, ειδικά όταν εμπλέκεται η μόχλευση. Μια ασταθής αγορά μπορεί να αναγκάσει την εκκαθάριση μιας υπερ-μοχλευμένης θέσης, προκαλώντας ζημία.

Μια κανονική διαδικασία διαμόρφωσης τιμών απορροφά νέες πληροφορίες και επιδιώκει να βρει γρήγορα το νέο σημείο ισορροπίας, εξισορροπώντας προσφορά και ζήτηση.

Ωστόσο, η αποτίμηση του κινδύνου στην ενεργειακή αγορά μετά το Ορμούζ ήταν χαοτική.

Η φαινομενική κατάρρευση των μοχλευμένων θέσεων πώλησης στις 8/9 Μαρτίου οδήγησε σε μια φαινομενική συμπίεση των θέσεων πώλησης. Η τιμή του Brent εκτινάχθηκε, υποχώρησε και στη συνέχεια ενισχύθηκε και πάλι με μεγάλο όγκο συναλλαγών.

Τα spreads μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης στην αγορά πετρελαίου διευρύνθηκαν από μερικά σεντ έως και 10 δολάρια το βαρέλι.

Η μεταβλητότητα έχει εκτοξευθεί στα ύψη — ξεπερνώντας κατά τρεις φορές τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο.

Συνολικά, η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες. Δίνει την εντύπωση ενός αγώνα μεταξύ αντίθετων απόψεων σχετικά με το προφίλ κινδύνου.

Δύο είδη κινδύνου στο Στενό του Ορμούζ που αλληλεπιδρούν

Η αγορά προσπαθεί να αποτιμήσει —δηλαδή, να ποσοτικοποιήσει— ένα σύνολο σύνθετων οικονομικών, πολιτικών, γεωπολιτικών και, φυσικά, στρατιωτικών αβεβαιοτήτων. Σε κανονικές συνθήκες, η αγορά ενέργειας πραγματοποιεί μια αρκετά απλή αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης, και οι τιμές είναι λογικά σταθερές. Το προϊόν είναι ένα βασικό αγαθό· η ζήτηση είναι ανελαστική· οι αγορές είναι παγκόσμιες και καλά ενοποιημένες. Οι αγοραστές και οι πωλητές είναι έμπειροι φορείς. Αυτό δημιουργεί ένα ομαλό σύστημα, τις περισσότερες φορές.

Ωστόσο, στη γλώσσα των χρηματοοικονομικών, η παγκόσμια ενεργειακή εικόνα έχει καταστεί “υψηλής διάστασης”, “υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός παραγόντων και μεταβλητών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και επηρεάζουν τις αξίες των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων/μέσων”. Ο φυσικός στόχος και η λειτουργία μιας αγοράς είναι να “μειώσει τη διάσταση” σε μεγάλο βαθμό, καταλήγοντας στη μία και σταθερή τιμή. Ωστόσο, οι αβεβαιότητες έχουν πολλαπλασιαστεί και κατακλύσει τους μηχανισμούς της αγοράς.

Ο Shehriyar Antia, οικονομολόγος του Global Insights Center, χωρίζει τον κίνδυνο στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε δύο συνιστώσες:

– Κίνδυνος παραγωγής: Αν οι εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο είναι σε θέση να λειτουργήσουν, να εξάγουν, να επεξεργαστούν και να φορτώσουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο κανάλι εφοδιασμού, και

– Κίνδυνος μεταφοράς: Αν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μπορούν να μεταφερθούν, μέσω του Στενού του Ορμούζ, ή με άλλα μέσα.

Ο κίνδυνος παραγωγής αφορά κυρίως στρατιωτικά σενάρια και τον κίνδυνο υλικής ζημιάς σε ευαίσθητες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η ιρανική πυραυλική επίθεση στο εργοστάσιο LNG του Κατάρ στο Ρας Λάφαν στις 17 Μαρτίου φέρεται να προκάλεσε ζημιά ικανή για να μειώσει την παραγωγική ικανότητα της μονάδας κατά 17%, γεγονός που οδήγησε στο κλείσιμο όλου του εργοστασίου και τη διακοπή των εξαγωγών LNG του Κατάρ – περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς. Μέχρι στιγμής, αυτή είναι η μόνη σημαντική και μόνιμη μείωση της παραγωγικής ικανότητας στην περιοχή (εξαιρουμένων των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές του Ιράν, οι οποίες είναι πιο δύσκολο να εκτιμηθούν).

– Ο κίνδυνος μεταφοράς επικεντρώνεται στο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, το οποίο έχει διπλωματική και γεωπολιτική διάσταση, εκτός από τη στρατιωτική. Πριν από τον πόλεμο, περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα διέρχονταν από το Ορμούζ. Σήμερα, πολύ μικροί όγκοι (~1 εκατ. βαρέλια;) καταφέρνουν να περάσουν. Και αν το πετρέλαιο δεν μπορεί να μεταφερθεί ή να αποθηκευτεί, μέρος της παραγωγής πρέπει να περιοριστεί. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι οι παραγωγοί του Κόλπου έχουν αποσύρει 10 εκατ. βαρέλια την ημέρα από την αγορά. Αντισταθμιστικά μέτρα αναπληρώνουν εν μέρει αυτές τις απώλειες. Ο αγωγός της Σαουδικής Αραβίας φέρεται να έχει αυξήσει τη μεταφορική του ικανότητα στα 7 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ οι παραγωγοί εκτός Κόλπου έχουν αυξήσει την παραγωγή κατά 2-3 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Ωστόσο, το παγκόσμιο έλλειμμα λόγω των προβλημάτων μεταφοράς μέσω του Ορμούζ εκτιμάται ότι είναι της τάξης των 8-10 εκατ. βαρελιών την ημέρα.

Και οι δύο παράγοντες κινδύνου είναι πολύ σοβαροί. Ωστόσο, διαφέρουν ως προς τις επιπτώσεις τους στην ανάκαμψη μετά το τέλος των εχθροπραξιών.

Ο κίνδυνος στις μεταφορές αναμένεται να αρχίσει να υποχωρεί μόλις σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Σήμερα, 80-100 εκατ. βαρέλια “μπλοκαρισμένου πετρελαίου” βρίσκονται σε δεξαμενόπλοια που έχουν καταφύγει στον Κόλπο – τα οποία θα μπορούσαν να αποπλεύσουν πολύ γρήγορα μετά από την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός. Η αποκατάσταση της αδρανοποιημένης παραγωγικής ικανότητας θα χρειαστεί μερικές ακόμη εβδομάδες. Μεγάλο μέρος των “αναβαλλόμενων” πωλήσεων θα πραγματοποιηθεί, και οι υψηλότερες από το κανονικό τιμές στο εγγύς μέλλον θα μπορούσαν να αμβλύνουν τον οικονομικό αντίκτυπο για τους παραγωγούς. Με την αποκατάσταση των μεταφορικών δραστηριοτήτων, η Goldman Sachs προβλέπει στο “βασικό σενάριο” για τις τιμές του πετρελαίου να φτάσουν τα 70 δολάρια το βαρέλι φέτος.

Ο κίνδυνος παραγωγής είναι διαφορετικός. Το χρονοδιάγραμμα για την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων LNG του Κατάρ σε πλήρη παραγωγική ικανότητα θα είναι πολύ μεγαλύτερο.

Προς το παρόν, εκτός από το Ρας Λάφαν, ο κίνδυνος από αυτόν τον πόλεμο φαίνεται να βρίσκεται κυρίως στην κατηγορία των μεταφορών, όπου η ευνοϊκή προοπτική μιας γρήγορης ανάκαμψης πιθανότατα θα συγκρατήσει τις τιμές. Ωστόσο, η απειλή κλιμάκωσης θα μπορούσε να ενισχύσει τον κίνδυνο στην κατηγορία της παραγωγής – ο οποίος ενδέχεται να αυξηθεί καθώς το Ιράν ωθείται σε μια ολοένα και πιο απελπιστική στρατιωτική κατάσταση. Αυτός είναι ένας παράγοντας που ευνοεί την επίμονη μεταβλητότητα, η οποία με τη σειρά της διαταράσσει τη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών.

Forbes