Οι ασιατικές χώρες κινούνται χωρίς κοινή γραμμή απέναντι στην κρίση στα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που το Ιράν ενισχύει τον έλεγχό του στην κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία, διαμορφώνοντας ένα σύστημα επιλεκτικών διελεύσεων μέσω του νησιού Λαράκ. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο, σύνθετο γεωπολιτικό και ενεργειακό τοπίο, με διπλωματικές πρωτοβουλίες, παράλληλες διαπραγματεύσεις και αυξανόμενη αβεβαιότητα για το διεθνές εμπόριο πετρελαίου.
Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εισέρχεται στον δεύτερο μήνα, κυβερνήσεις από την Ινδία έως τις Φιλιππίνες επιδιώκουν να αποκτήσουν ρόλο στην προσπάθεια επαναλειτουργίας του περάσματος, ακολουθώντας διαφορετικές στρατηγικές. Ορισμένες διαπραγματεύονται απευθείας με την Τεχεράνη για την ασφαλή διέλευση πλοίων, ενώ άλλες εξετάζουν συμμετοχή σε πολυμερείς πρωτοβουλίες υπό δυτική στήριξη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρωτοβουλία 35 χωρών υπό βρετανική ηγεσία, η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στο πέρασμα, από το οποίο μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες διερχόταν περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Η Ιαπωνία εξετάζει το ενδεχόμενο συμμετοχής, ενώ αναμένεται ενδιαφέρον και από άλλους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, όπως η Νότια Κορέα και η Αυστραλία.
Την ίδια ώρα, άλλες χώρες, όπως το Πακιστάν και η Κίνα, προωθούν δικές τους ειρηνευτικές προσεγγίσεις. Το Πεκίνο έχει συμπράξει με το Ισλαμαμπάντ σε κοινή έκκληση για άμεση κατάπαυση του πυρός και προστασία της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, στο πλαίσιο πρότασης πέντε σημείων για αποκατάσταση της σταθερότητας στον Κόλπο και στη Μέση Ανατολή.
Παρά τις διπλωματικές κινήσεις, ενιαία ασιατική απάντηση δεν έχει διαμορφωθεί. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, κυρίως ανάμεσα στην Κίνα και την Ιαπωνία, περιορίζει τις δυνατότητες συντονισμού και ενισχύει τον κατακερματισμό των πρωτοβουλιών. Στο πλαίσιο αυτό, η Ινδία επιλέγει απευθείας επαφές με το Ιράν για τη διασφάλιση της διέλευσης των πλοίων της, χωρίς ωστόσο να αποδέχεται τον μακροπρόθεσμο έλεγχο του περάσματος από την Ισλαμική Δημοκρατία.
Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης William Klein εκτιμά ότι τέτοιες συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν μόνο ως προσωρινή λύση. Όπως σημειώνει, πολλές χώρες ίσως στηρίξουν μια εκεχειρία που θα επιτρέψει την επαναλειτουργία του περάσματος, όμως σε βάθος χρόνου θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν αντικίνητρα, ώστε να αποτραπεί η Τεχεράνη από την αξιοποίηση της επιρροής της στη ναυσιπλοΐα.
Στο μεταξύ, το Ιράν έχει ήδη περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Σύμφωνα με στοιχεία ναυτιλιακών εταιρειών πληροφοριών, έχει διαμορφώσει έναν de facto ελεγχόμενο διάδρομο βόρεια του νησιού Λαράκ, μέσω του οποίου κατευθύνονται επιλεγμένα πλοία που λαμβάνουν έγκριση διέλευσης. Η κίνηση μέσω του Ορμούζ έχει υποχωρήσει κατά 90% από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, προκαλώντας ένα από τα σοβαρότερα σοκ στην παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία των τελευταίων δεκαετιών.
Τα πλοία που διέρχονται από τον νέο διάδρομο εισέρχονται σε ιρανικά χωρικά ύδατα κοντά στο Λαράκ, ανοικτά του λιμανιού Μπαντάρ Αμπάς, όπου το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και οι λιμενικές αρχές ελέγχουν κάθε διέλευση. Η Lloyd’s List Intelligence κάνει λόγο για ένα de facto σύστημα «σταθμού διοδίων», ενώ η Windward περιγράφει τον μηχανισμό ως έναν ελεγχόμενο διάδρομο επιλεκτικής πρόσβασης, βασισμένο σε άδειες.
Και οι 57 διελεύσεις που έχουν καταγραφεί από τις 13 Μαρτίου ακολούθησαν τη βόρεια παράκαμψη μέσω Λαράκ, ενώ σχεδόν καμία δεν ακολούθησε την παραδοσιακή διαδρομή. Παράλληλα, έχουν σχηματιστεί ουρές πλοίων βόρεια του νησιού, καθώς αρκετά περιμένουν άδεια και ορισμένα αναγκάζονται να επιστρέψουν.
Η Τεχεράνη ενισχύει παράλληλα και θεσμικά τον έλεγχό της. Το ιρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο για την επισημοποίηση της είσπραξης διοδίων από τα πλοία που διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ, επιχειρώντας να θεσμοθετήσει τον οικονομικό έλεγχο της χώρας στην πλωτή οδό. Το μέτρο προβλέπει τέλη στη ναυτιλία, στη διαμετακόμιση ενέργειας και στις μεταφορές τροφίμων, εφόσον εξασφαλιστεί και η συναίνεση άλλων γειτονικών κρατών.
Σύμφωνα με τη Lloyd’s, τουλάχιστον δύο πλοία που διήλθαν από το Ορμούζ έχουν ήδη καταβάλει τέλη στις ιρανικές αρχές, με τις πληρωμές να πραγματοποιούνται σε κινεζικό γουάν. Η αναλύτρια της Lloyd’s List Intelligence Μπρίτζετ Ντιακούν αναφέρει ότι η Τεχεράνη δίνει προτεραιότητα σε πλοία χωρών με πιο φιλικές σχέσεις ή σε πλοία που έχουν συνδεθεί με ιρανικά εμπορικά συμφέροντα.
Η διαδικασία διέλευσης είναι αυστηρά ελεγχόμενη. Οι διαχειριστές πλοίων απευθύνονται αρχικά σε μεσάζοντες που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, αποστέλλουν λεπτομερή στοιχεία για το φορτίο και το ταξίδι, και στη συνέχεια το IRGC αποφασίζει αν θα χορηγήσει άδεια. Εφόσον εγκριθεί η διέλευση, εκδίδεται κωδικός άδειας και δίνονται οδηγίες δρομολόγησης. Όταν το πλοίο εισέλθει σε ιρανικά ύδατα, οι αρχές ζητούν τον κωδικό μέσω ασυρμάτου και, αν όλα είναι εντάξει, ιρανικό σκάφος το συνοδεύει κατά μήκος των χωρικών υδάτων γύρω από το Λαράκ. Όσα πλοία δεν λαμβάνουν έγκριση απορρίπτονται.
Στις καταγεγραμμένες διελεύσεις περιλαμβάνονται κυρίως πλοία ιρανικών, ελληνικών και κινεζικών συμφερόντων, καθώς και ορισμένα από το Πακιστάν και την Ινδία. Η παρουσία ελληνόκτητων πλοίων δείχνει ότι το ιρανικό σύστημα αδειοδότησης δεν περιορίζεται μόνο σε στενούς πολιτικούς συμμάχους, αλλά επεκτείνεται και σε πλοία με ισχυρό εμπορικό αποτύπωμα στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, αρκετές κυβερνήσεις, μεταξύ αυτών η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράκ, η Μαλαισία και η Κίνα, βρίσκονται, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, σε απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη για τον συντονισμό διελεύσεων μέσω του συστήματος ελέγχου του IRGC. Δύο μεγάλα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που συνδέονται με την Cosco της Κίνας ολοκλήρωσαν πρόσφατα τη διαδρομή μέσω Λαράκ, στην πρώτη επιβεβαιωμένη διέλευση μεγάλου κινεζικού μεταφορέα εμπορευματοκιβωτίων από την έναρξη του πολέμου.
Παράλληλα, η Ινδία φέρεται να έχει εξασφαλίσει ασφαλείς διελεύσεις για τα δεξαμενόπλοιά της χωρίς καταβολή τέλους ή προηγούμενη άδεια, σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης. Αντίστοιχα, χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως η Μαλαισία και η Ταϊλάνδη, φαίνεται να έχουν λάβει διαβεβαιώσεις από την Τεχεράνη για ασφαλή διέλευση των πλοίων τους έπειτα από διπλωματικές παρεμβάσεις.
Η κρίση έχει ήδη οδηγήσει και σε νέες μορφές ενεργειακής συνεργασίας στην Ασία. Η Ινδία προμηθεύει καύσιμα σε χώρες όπως η Σρι Λάνκα και το Μπαγκλαντές, ενώ η Κίνα έχει αυξήσει τις εξαγωγές ντίζελ και άλλων καυσίμων προς χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας που αντιμετωπίζουν ελλείψεις. Παράλληλα, ιαπωνική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου με κρατική υποστήριξη συζητά συμφωνία ανταλλαγής με την Ινδία για υγραέριο, νάφθα και αργό πετρέλαιο.
Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, είχε επαφές με ηγέτες των Φιλιππίνων, της Μαλαισίας και των Νήσων Μάρσαλ, υπογραμμίζοντας ότι η διεθνής συνεργασία είναι καθοριστικής σημασίας για την ασφαλή ναυσιπλοΐα και την ταχεία αποκλιμάκωση. Αναλυτές εκτιμούν ότι το Τόκιο θα μπορούσε θεωρητικά να αξιοποιήσει την κρίση για να βελτιώσει τις σχέσεις του με το Πεκίνο, αν και ένα τέτοιο σενάριο παραμένει εξαιρετικά περίπλοκο.
Ο πρώην διπλωμάτης Koichiro Tanaka σημειώνει ότι η παρούσα συγκυρία ίσως προσφέρει στην ιαπωνική διπλωματία ένα παράθυρο ευκαιρίας για επανενεργοποίηση, ακόμη και χωρίς άμεσο ηγετικό ρόλο. Αντίθετα, ο Richard McGregor του Lowy Institute εκτιμά ότι η Κίνα, παρότι εξαρτάται ενεργειακά ολοένα περισσότερο από τη Μέση Ανατολή, δεν δείχνει μέχρι στιγμής ούτε τη διπλωματική ευελιξία ούτε την πολιτική βούληση να τεθεί στο επίκεντρο μιας συνολικής συμφωνίας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διπλή: από τη μία, η Ασία επιχειρεί να βρει ρόλο χωρίς κοινή στρατηγική· από την άλλη, το Ιράν εδραιώνει στην πράξη έναν μηχανισμό ελέγχου των διελεύσεων στο Ορμούζ. Αυτό σημαίνει ότι η μάχη για το πέρασμα δεν αφορά πλέον μόνο τη στρατιωτική ασφάλεια, αλλά και τον έλεγχο του εμπορίου, της ενέργειας και της γεωπολιτικής επιρροής.
Capital.gr