Το νέο Πακέτο Τεχνολογικής Κυριαρχίας της ΕΕ παρουσίασε την Τετάρτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα πακέτο που αποτελείται από ένα ευρύ πλέγμα νομοθετικών και πολιτικών πρωτοβουλιών με στόχο τη μείωση της εξάρτησης της ένωσης από την αμερικανική και κινεζική τεχνολογία σε νευραλγικούς τομείς, όπως τα τσιπς, οι υπηρεσίες cloud, η Τεχνητή Νοημοσύνη, και οι ψηφιακές υποδομές, με αντανάκλαση και στη διαχείριση αλλά και στην κατανάλωση ενέργειας.

Το νέο αυτό πακέτο περιλαμβάνει το νέο Chips Act 2.0 – νόμο για τα μικροτσίπ, τον νόμο για Cloud και την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για το λογισμικό ανοικτού κώδικα, καθώς και έναν οδικό χάρτη για την ψηφιοποίηση και την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον ενεργειακό τομέα.

«Η τεχνολογική κυριαρχία δεν σημαίνει προστατευτισμό. Η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη στην ανοικτή οικονομία, στις συνεργασίες και στον θεμιτό ανταγωνισμό», σημείωσε η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την Τεχνολογική Κυριαρχία, την Ασφάλεια και τη Δημοκρατία, Χένα Βίρκουνεν, παρουσιάζοντας το πακέτο μετά το πέρας του Κολλεγίου των Επιτρόπων.

«Ταυτόχρονα όμως θέλουμε να είμαστε σε θέση να λαμβάνουμε τις δικές μας αποφάσεις και να αποφεύγουμε επικίνδυνες εξαρτήσεις από έναν κυρίαρχο προμηθευτή, μία εταιρεία ή μία τρίτη χώρα. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική και η τεχνολογία είναι αλληλένδετες και όσοι ηγούνται στην τεχνολογική καινοτομία θα διαμορφώσουν το μέλλον», ανέφερε.

Η ίδια τόνισε ότι η σημερινή εξάρτηση της Ευρώπης από ξένες τεχνολογίες αποτελεί πρόβλημα τόσο για την οικονομία όσο και για την ασφάλεια της Ένωσης. «Σήμερα εξαρτόμαστε από παρόχους εκτός ΕΕ για περισσότερο από το 80% των ψηφιακών προϊόντων, υπηρεσιών και υποδομών μας. Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης, αλλά έχει και σημαντικό οικονομικό κόστος. Δεν φτάσαμε εδώ από τη μια μέρα στην άλλη», είπε, εξηγώντας ότι αυτό είναι αποτέλεσμα δεκαετιών κατά τις οποίες η ΕΕ δανείζονταν και δεν ανέπτυσσε τεχνολογία.

«Προσαρμοζόμασταν ταχύτερα απ’ ό,τι καινοτομούσαμε και καταναλώναμε περισσότερο απ’ ό,τι δημιουργούσαμε. Αυτό πρέπει να αλλάξει», ανέφερε.

Κεντρικό στοιχείο του πακέτου αποτελεί ο νέος νόμος για τις υπηρεσίες cloud και την τεχνητή νοημοσύνη, ο οποίος εισάγει τέσσερα επίπεδα ψηφιακής κυριαρχίας για τις δημόσιες συμβάσεις, με τις πιο ευαίσθητες εφαρμογές όπως η άμυνα και η υγεία να απαιτούν πολύ αυστηρότερους όρους ελέγχου των δεδομένων και των υποδομών, με τη Βίρκουνεν να σημειώνει ότι η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πιο κρίσιμες υπηρεσίες της δεν θα μπορούν να επηρεαστούν από αποφάσεις εκτός Ευρώπης.

«Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι τα πλέον κρίσιμα και ευαίσθητα δεδομένα μας αποθηκεύονται στην Ευρώπη. Στα υψηλότερα επίπεδα κυριαρχίας είναι απαραίτητο να έχουμε πλήρη έλεγχο των υπηρεσιών και να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός “kill switch”, δηλαδή της δυνατότητας κάποιου εξωτερικού παράγοντα να διακόψει την πρόσβαση σε κρίσιμες λειτουργίες», ανέφερε. «Όταν μιλάμε για νοσοκομεία, άμυνα, δικαιοσύνη ή δημόσια ασφάλεια, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι οι υπηρεσίες αυτές θα συνεχίσουν να λειτουργούν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες», πρόσθεσε.

Αναφερόμενη στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, Βίρκουνεν επέμεινε ότι η πρωτοβουλία δεν αποσκοπεί στην απομόνωση της Ευρώπης, αλλά στην ενίσχυση της ανθεκτικότητάς της. «Δεν σχεδιάζουμε να λειτουργήσουμε απομονωμένοι ούτε να παράγουμε τα πάντα μόνοι μας. Αυτό δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε απαραίτητο», εξήγησε.

Εκείνο που είναι αναγκαίο σύμφωνα με την ίδια, είναι «να εντοπίσουμε πού υπάρχουν επικίνδυνες εξαρτήσεις και να διασφαλίσουμε ότι διαθέτουμε εναλλακτικές επιλογές και έλεγχο σε κρίσιμες υπηρεσίες και δεδομένα. Το πακέτο αυτό αφορά πρωτίστως την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης».

Από την πλευρά του, ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν συνέδεσε άμεσα την τεχνολογική με την ενεργειακή κυριαρχία της Ευρώπης, προειδοποιώντας για τη ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων, καθώς «δεν μπορεί να υπάρξει ψηφιακή κυριαρχία χωρίς ενεργειακή κυριαρχία». Όπως δήλωσε, η ΕΕ χρειάζεται τα κέντρα δεδομένων για να στηριχθεί η ευρωπαϊκή οικονομία.

Ωστόσο παραδέχτηκε πως «πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι καταναλώνουν ολοένα μεγαλύτερα ποσοστά της ηλεκτρικής ενέργειας σε μια περίοδο κατά την οποία προσπαθούμε να ηλεκτροδοτήσουμε ολόκληρη την οικονομία μας. Το 2024 τα κέντρα δεδομένων στην ΕΕ κατανάλωσαν ηλεκτρική ενέργεια αρκετή για να καλύψει σχεδόν 20 εκατομμύρια ευρωπαϊκά νοικοκυριά και έως το 2030 η ζήτηση αυτή αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί», δήλωσε.

Ακόμη, υποστήριξε ότι η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιοποίηση μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία μείωσης του ενεργειακού κόστους και βελτίωσης της αποδοτικότητας, καθώς και «στην καλύτερη διαχείριση των δικτύων, στην αποφυγή απωλειών από ανανεώσιμες πηγές και στη μείωση των λογαριασμών για τους πολίτες». Ήδη, ανέφερε, «σήμερα στη Σουηδία, νοικοκυριά που χρησιμοποιούν ηλεκτρική θέρμανση μπορούν να εξοικονομούν έως και 40% στους λογαριασμούς τους χάρη στην ευελιξία που προσφέρουν οι έξυπνες τεχνολογίες». «Αυτό το μοντέλο θέλουμε να επεκτείνουμε σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση», πρόσθεσε.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το πακέτο θα αποτελέσει βασικό εργαλείο για την υλοποίηση του στόχου να καταστεί η Ευρώπη «ήπειρος της τεχνητής νοημοσύνης» έως το τέλος της δεκαετίας, αν και οι νομοθετικές προτάσεις θα πρέπει πρώτα να εγκριθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ.

ΚΥΠΕ