Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν φαίνεται να έχει επιτύχει πλήρως τον σκοπό της ή τουλάχιστον όσα τα κόμματα και η Βουλή προσπαθούσαν να πείσουν τους πολίτες ότι θα επιτύγχανε, όταν αποφάσιζαν να μην ακολουθήσουν τις μελέτες που προέβλεπαν λιγότερους δήμους και επέλεξαν, αντίθετα, την αύξησή τους.
Η Βουλή και τα κόμματα είχαν προειδοποιηθεί τότε ότι, εάν δεν ακολουθούσαν τις μελέτες, οι πολίτες θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με αυξήσεις τελών και οι δήμοι με οικονομική ασφυξία.
Τα κόμματα καθησύχαζαν την κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να δοθεί χρόνος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να λειτουργήσει με τη μορφή που τα ίδια είχαν ψηφίσει και ότι ήταν έτοιμα να προχωρήσουν σε διορθώσεις, όταν και εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο.
Σήμερα, δύο και πλέον χρόνια μετά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, την 1η Ιουλίου 2024, δεν έχουν εντοπιστεί απλώς επιμέρους προβλήματα, αλλά σημαντικές αποκλίσεις από τους αρχικούς στόχους. Οι αριθμοί αποτυπώνουν με σαφήνεια τα αποτελέσματα των αποφάσεων της Βουλής και των κομμάτων και οι επιπτώσεις έχουν ήδη μετακυλιστεί στους πολίτες.
Διπλασιάστηκε η κρατική χορηγία
Υπό κανονικές συνθήκες και με βάση τους στόχους μιας επιτυχημένης μεταρρύθμισης, οι δήμοι θα έπρεπε να είναι οικονομικά εύρωστοι. Οι υπολογισμοί και τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το συνολικό ύψος της κρατικής χορηγίας, πριν την μεταρρύθμιση, παρέμενε αμετάβλητο για δέκα χρόνια, στα 70,8 εκατομμύρια ευρώ.
Το κράτος καλείται να ανεβάσει τώρα την κρατική χορηγία στα 144 εκατομμύρια ευρώ (από τα 117 εκατομμύρια ευρώ που είχαν συμφωνηθεί αρχικά για τη μεταρρύθμιση και από τα 70,8 ευρώ εκατομμύρια που ίσχυαν πριν τη μεταρρύθμιση), βάσει υπολογισμού της ετήσιας κρατικής χορηγίας προς τους Δήμους, απορρίπτοντας, την ίδια ώρα, το αίτημα της Ένωσης Δήμων για ακόμη μεγαλύτερο ποσό.
Αυξήσεις στις αυξήσεις
Με τη μεταρρύθμιση, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2024, το συνολικό ποσό της κρατικής χορηγίας καθορίστηκε στα 117 εκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 65,3%. Οι αυξήσεις, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί.
Συγκεκριμένα, από το 2014 έως και το 2023, πριν από τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η κρατική χορηγία προς τους δήμους ανερχόταν σε περίπου €71 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Μετά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης και με τις τελευταίες εξελίξεις, το συνολικό ποσό έχει διπλασιαστεί και ξεπερνά τα 144 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ακόμη και αν σε αυτό έχουν ενσωματωθεί διάφορες επιμέρους χρηματοδοτήσεις, το τελικό αποτέλεσμα δεν δείχνει μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη συνεισφορά του κράτους.
Τα στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών αποτυπώνουν ξεκάθαρα την εικόνα. Το συνολικό ποσό των 144 εκατομμυρίων ευρώ περιλαμβάνει την κρατική χορηγία ύψους 117 εκατομμυριων ευρώ, 15 εκατομμυριων ευρω για τη συντήρηση δρόμων και 12 εκατομμύρια ευρώ ως αντιστάθμισμα για την απώλεια εσόδων από τις αδειοδοτήσεις.
Ωστόσο, ούτε αυτά τα δεκάδες επιπλέον εκατομμύρια φαίνεται να είναι αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες των δήμων, οι οποίοι ζητούν νέα αύξηση της χορηγίας, επικαλούμενοι την άνοδο των τιμών.
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το κράτος, το οποίο διαφωνεί με την αιτιολόγηση των Δήμων. Όπως αναφέρεται σε επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών προς την Ένωση Δήμων, «επισημαίνεται ότι η συνολική κρατική χορηγία προς τους Δήμους αυξάνεται από €70.890.200 το 2023 σε €147.888.000 το 2027, ήτοι κατά περίπου 108,6%, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει σημαντικά τη σωρευτική αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για την περίοδο 2023-2027, η οποία κυμαίνεται γύρω στο 15%».
Σε όλα αυτά προστίθεται και η επιπλέον κρατική χρηματοδότηση για πολεοδομικά έργα στους δήμους. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι από το 2024 έως το 2029 το κράτος θα διαθέσει περισσότερα από €240 εκατ. για τα συγκεκριμένα έργα.
Αυξήθηκαν τα τέλη
Οι δήμοι ζητούν αυξημένη κρατική χορηγία. Ένα τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί εν μέρει δικαιολογημένο, εάν η απώλεια εσόδων οφειλόταν σε μικρότερη επιβάρυνση των δημοτών. Ούτε αυτό, όμως, φαίνεται να ισχύει.
Μετά τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αυξήθηκαν διάφορα δημοτικά τέλη. Τα τέλη αυτά αποφασίζονται από τα δημοτικά συμβούλια, στα οποία η Βουλή παραχώρησε τη σχετική αρμοδιότητα. Επομένως, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι πολίτες όχι μόνο δεν είδαν μείωση των τελών και των εξόδων τους, όπως τους είχε υποσχεθεί, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυξήσεις.
Παράλληλα, ούτε το επίπεδο των υπηρεσιών που προσφέρει η Τοπική Αυτοδιοίκηση φαίνεται να δικαιολογεί τις αυξήσεις. Μία από τις βασικές προϋποθέσεις της μεταρρύθμισης ήταν η παροχή καλύτερων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Αντί αυτού, τα παράπονα πληθαίνουν, με πολλούς πολίτες να θεωρούν ότι οι υπηρεσίες όχι μόνο δεν βελτιώθηκαν, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έγιναν ακόμη χειρότερες.
Σε όλα αυτά δεν συνυπολογίζονται οι Επαρχιακοί Οργανισμοί Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι, υπό κανονικές συνθήκες, πρέπει να είναι οικονομικά αυτοτελείς και βιώσιμοι μέσω των εσόδων από την ύδρευση και την αποχέτευση. Οι πολίτες, ωστόσο, καλούνται πλέον να καταβάλλουν διαφορετικά τέλη σε δύο ξεχωριστούς οργανισμούς, στους δήμους και στους ΕΟΑ.
Η στρέβλωση ήρθε και μας έμεινε
Τα προβλήματα με τη μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση, μάλιστα, δεν φαίνεται να είναι παροδικά, αλλά έχουν μετατραπεί σε μόνιμα, καθώς οι δήμοι ζητούν νέες αυξήσεις κάθε χρόνο. Αυτό καταδεικνύει ότι η οικονομική ασφυξία των δήμων και η επιβάρυνση του κράτους, των φορολογουμένων και των δημοτών όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται αλλά θα διευρύνονται κάθε χρόνο.
Μια τέτοια στρέβλωση θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί αναμενόμενη κατά τα αρχικά στάδια εφαρμογής της μεταρρύθμισης. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, και με βάση τις τοποθετήσεις της Ένωσης Δήμων, δεν πρόκειται πλέον για μια προσωρινή δυσλειτουργία που χρειάζεται διόρθωση, αλλά για αυξήσεις που θεωρούνται δικαιολογημένες.
Διπλή η επιβάρυνση των πολιτών
Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν έχει επιτύχει τον σκοπό της. Ο πρώτος και κυριότερος λόγος είναι ότι ούτε τα τέλη για τους δημότες μειώθηκαν, ούτε οι υπηρεσίες βελτιώθηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε, ούτε το κράτος περιόρισε τις δαπάνες του προς τους δήμους.
Αντιθέτως, τα τέλη αυξήθηκαν, οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα και το κράτος καταβάλλει στους δήμους περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Οι δημότες πληρώνουν τέλη για τις δαπάνες και τις υπηρεσίες που προσφέρει ο δήμος τους. Την ίδια ώρα, ως φορολογούμενοι, πληρώνουν ξανά μέσω της κρατικής χορηγίας, η οποία χρησιμοποιείται για την οικονομική στήριξη των δήμων.
Στο τέλος της ημέρας, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πως, είτε πληρώνουν οι δήμοι είτε πληρώνει το κράτος, τα χρήματα προέρχονται από τους φορολογούμενους. Άρα, όταν οι δήμοι, τα κόμματα και η Βουλή υποστηρίζουν ότι οι πολίτες δεν πρέπει να επωμίζονται επιπλέον έξοδα και θα πρέπει να συνεισφέρει το κράτος, οφείλουν να εξηγήσουν τι ακριβώς εννοούν.
Τους ενδιαφέρει να μην αυξηθούν περαιτέρω τα έξοδα των νοικοκυριών ή να μην είναι οι ίδιοι που θα αυξήσουν τα τέλη, ώστε να αποφύγουν το πολιτικό κόστος; Επειδή, είτε αυτά ονομάζονται τέλη, είτε φορολογίες, και πάλι πληρώνουν οι πολίτες. Η διαφορά είναι στο ποιος τα επιβάλλει και όχι η επιβάρυνση προς τα νοικοκυριά.
Εάν ίσχυε το πρώτο, η γραμμή θα ήταν καθαρή. Να μειωθούν τα δημοτικά τέλη, να διορθώσουν τις υπηρεσίες τους και να περιοριστεί η κρατική χορηγία και οι Δήμοι να προχωρήσουν με εξυγίανση των οικονομικών τους.
Από τα στοιχεία που προκύπτουν θα πρέπει να δοθούν σαφείς απαντήσεις κατά πόσον η Βουλή κατάφερε να κάνει αυτό που ήθελε και υποσχόταν. Επειδή αν δύο χρόνια μετά και μετά από αλλεπάλληλα αιτήματα δήμων για αυξήσεις σε τέλη και κρατική χορηγία η Βουλή επιμένει πως πέτυχε, θα πρέπει να παραδεχτεί ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος.