Επανέρχεται κατά καιρούς στη δημόσια συζήτηση το ερώτημα κατά πόσο ο φόρος εισοδήματος θα πρέπει να επιβάλλεται σε κάθε άτομο ξεχωριστά ή στην οικογένεια ως ενιαία οικονομική μονάδα. Παρότι η κοινή φορολογική δήλωση μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ελκυστική, επειδή αντιμετωπίζει την οικογένεια ως ένα ενιαίο οικονομικό σύνολο, η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η ατομική φορολόγηση οδηγεί σε καλύτερα οικονομικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά αποτελέσματα.

Εξάλλου, η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών έχει υιοθετήσει φορολογικά συστήματα στα οποία κάθε σύζυγος φορολογείται ξεχωριστά, απολαμβάνοντας το δικό του αφορολόγητο όριο και τη δική του φορολογική μεταχείριση.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς οι κυβερνήσεις αναζητούν, μέσα σε ένα γεωπολιτικά αβέβαιο και διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, τρόπους αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, αντιμετώπισης των δημογραφικών προκλήσεων και στήριξης της μεσαίας τάξης, καθώς και περαιτέρω ενίσχυσης των χαμηλότερα αμειβόμενων εισοδηματικών ομάδων. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ατομική φορολόγηση μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Ατομική φορολόγηση και συμμετοχή στην αγορά εργασίας

Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα υπέρ της ατομικής φορολόγησης αφορά την επίδρασή της στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών.

Σε ένα σύστημα ατομικής φορολόγησης, κάθε σύζυγος φορολογείται με βάση το δικό του εισόδημα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες φορολογικές κλίμακες και επωφελείται από το προσωπικό του αφορολόγητο όριο. Ως αποτέλεσμα, όταν ο δεύτερος σύζυγος εισέρχεται στην αγορά εργασίας, το εισόδημά του φορολογείται με βάση τα δικά του εισοδηματικά δεδομένα και όχι ως προσθήκη στο εισόδημα του κύριου εισοδηματία της οικογένειας.

Αντίθετα, σε συστήματα κοινής φορολόγησης, το εισόδημα του δεύτερου εργαζόμενου συζύγου προστίθεται στο εισόδημα του πρώτου και ενδέχεται να οδηγήσει το νοικοκυριό σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα, ακόμη και μετά την αφαίρεση του συνολικού αφορολόγητου ορίου. Αυτό μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνεπάγεται υψηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή για το εισόδημα του δεύτερου εργαζομένου, ένα φαινόμενο που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «ποινή του δεύτερου εισοδηματία» (secondary earner penalty).

Στην πράξη, ο δεύτερος εισοδηματίας είναι συχνότερα η γυναίκα, για λόγους που δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Όταν σημαντικό μέρος του νέου εισοδήματος απορροφάται από τη φορολογία και, παράλληλα, υπάρχουν αυξημένες δαπάνες για τη φροντίδα των παιδιών και γενικότερα για το κόστος διαβίωσης της οικογένειας, το οικονομικό κίνητρο για εργασία περιορίζεται αισθητά.

Η ατομική φορολόγηση αντιμετωπίζει αυτή τη στρέβλωση, διασφαλίζοντας ότι η είσοδος στην αγορά εργασίας παραμένει οικονομικά συμφέρουσα.

Η αξία του προσωπικού αφορολόγητου ορίου

Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα της ατομικής φορολόγησης είναι ότι κάθε πολίτης δικαιούται να αξιοποιεί το δικό του αφορολόγητο όριο.

Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα:

∙      Ο Σύζυγος Α έχει ετήσιο εισόδημα €40.000.

∙      Η Σύζυγος Β έχει ετήσιο εισόδημα €25.000.

∙      Κάθε φορολογούμενος δικαιούται αφορολόγητο όριο €22.000.

Σε καθεστώς ατομικής φορολόγησης, και οι δύο αξιοποιούν πλήρως το αφορολόγητό τους. Ως αποτέλεσμα, μόνο το ποσό των €21.000 από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα υπόκειται σε φορολογία.

Εάν, όμως, το φορολογικό σύστημα επιτρέπει τη μεταφορά του αχρησιμοποίητου αφορολόγητου ορίου από τον έναν σύζυγο στον άλλο, δημιουργείται ένα διαφορετικό οικονομικό μήνυμα. Η οικογένεια μπορεί να θεωρήσει ότι είναι φορολογικά συμφερότερο ο ένας σύζυγος -συνήθως η γυναίκα- να παραμείνει εκτός αγοράς εργασίας, αφού το αφορολόγητο όριό της μεταφέρεται στον εργαζόμενο σύζυγο.

Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μεταφοράς του προσωπικού αφορολόγητου ορίου μπορεί, άθελά της, να επιδοτεί την οικονομική αδράνεια. Αντίθετα, η ατομική φορολόγηση συνδέει τα φορολογικά οφέλη με την απασχόληση και την ενεργό οικονομική συμμετοχή.

Οικονομική αυτονομία και ισότητα των φύλων

Η φορολογική πολιτική δεν πρέπει να αποσκοπεί μόνο στη συλλογή εσόδων. Οφείλει επίσης να προωθεί ευρύτερους κοινωνικούς στόχους, όπως η ισότητα ευκαιριών και η οικονομική ενδυνάμωση των πολιτών.

Η ατομική φορολόγηση αναγνωρίζει κάθε σύζυγο ως ανεξάρτητο φορολογούμενο, με δικά του δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η προσέγγιση αυτή ενισχύει την αρχή ότι κάθε ενήλικος πρέπει να έχει πλήρη έλεγχο των οικονομικών του υποθέσεων, του εισοδήματός του και της φορολογικής του θέσης.

Αντίθετα, τα συστήματα κοινής φορολόγησης συχνά ενισχύουν παραδοσιακές αντιλήψεις περί οικογενειακών ρόλων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο κύριος εισοδηματίας παραμένει ο άνδρας, ενώ η γυναίκα είναι η χαμηλότερα αμειβόμενη ή μη εργαζόμενη σύζυγος. Όταν η φορολογική πληροφόρηση, τα φορολογικά οφέλη και ο οικονομικός σχεδιασμός συγκεντρώνονται στο επίπεδο της οικογένειας, ο κύριος εισοδηματίας τείνει να αποκτά μεγαλύτερο έλεγχο στις οικονομικές αποφάσεις του νοικοκυριού.

Αναμφίβολα, αυτό δεν ισχύει για όλες τις οικογένειες. Ωστόσο, η φορολογική πολιτική πρέπει να σχεδιάζεται κατά τρόπο που να ενισχύει την οικονομική ανεξαρτησία και των δύο συζύγων και να αποφεύγει τη δημιουργία κινήτρων που συντηρούν εξαρτήσεις και ανισορροπίες ισχύος.

Μείωση των οικονομικών στρεβλώσεων

Η αποτελεσματική φορολογική πολιτική πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ουδέτερη. Οι οικονομικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση τις δεξιότητες, τις φιλοδοξίες και τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και όχι με αποκλειστικό γνώμονα τη φορολογική μεταχείριση.

Η κοινή φορολόγηση μπορεί να επηρεάσει την απόφαση ενός συζύγου να εργαστεί ή όχι, την επιλογή μεταξύ πλήρους και μερικής απασχόλησης, τον καθορισμό του κύριου εισοδηματία της οικογένειας, καθώς και την κατανομή των εισοδημάτων και των οικονομικών δραστηριοτήτων μεταξύ των συζύγων. Η ατομική φορολόγηση περιορίζει αυτές τις στρεβλώσεις, αφού κάθε φορολογούμενος φορολογείται αποκλειστικά με βάση τη δική του οικονομική δραστηριότητα.

Ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν σήμερα σημαντικές δημογραφικές προκλήσεις, αυξανόμενη γήρανση του πληθυσμού και ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς.

Η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Παράλληλα, αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενισχύει τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων, διευρύνει τη φορολογική βάση και μειώνει την εξάρτηση από κρατικές παροχές.

Πολλές οικονομικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας οδηγεί σε σημαντική αύξηση του ΑΕΠ, βελτίωση της παραγωγικότητας και ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας των νοικοκυριών.

Η ατομική φορολόγηση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική επιλογή φορολογικής πολιτικής. Αποτελεί εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής προόδου και προώθησης της ισότητας των φύλων. Η δυνατότητα κάθε προσώπου να αξιοποιεί το δικό του αφορολόγητο όριο ενισχύει τα κίνητρα για εργασία, ιδίως για τον δεύτερο εισοδηματία της οικογένειας.

Παράλληλα, προωθεί την οικονομική ανεξαρτησία, περιορίζει τις στρεβλώσεις που δημιουργεί η κοινή φορολόγηση και συμβάλλει στη δημιουργία μιας πιο δίκαιης και σύγχρονης κοινωνίας.

Οι πολιτικές στήριξης της οικογένειας μπορούν να συνεχίσουν να υφίστανται μέσω στοχευμένων φορολογικών εκπτώσεων για τα παιδιά, τις δαπάνες εκπαίδευσης ή τη φροντίδα των παιδιών, χωρίς να εγκαταλείπεται η θεμελιώδης αρχή της ατομικής φορολόγησης.

Σε μια εποχή κατά την οποία η συμμετοχή όλων των πολιτών στην οικονομία είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, η ατομική φορολόγηση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης. Αποτελεί επένδυση στην ανάπτυξη, την παραγωγικότητα, την ισότητα και τη μακροπρόθεσμη ευημερία της κοινωνίας.

Τι διδάσκει η ευρωπαϊκή εμπειρία

Η γενική κατεύθυνση στην Ευρώπη είναι σαφής: οι περισσότερες χώρες έχουν υιοθετήσει ή ενισχύσει την ατομική φορολόγηση.

Σουηδία

Η Σουηδία εγκατέλειψε την κοινή φορολόγηση ήδη από τη δεκαετία του 1970. Η μεταρρύθμιση συνδέθηκε άμεσα με την επιδίωξη αύξησης της γυναικείας απασχόλησης και προώθησης της ισότητας των φύλων. Σήμερα, η χώρα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας διεθνώς.

Φινλανδία και Δανία

Η Φινλανδία και η Δανία εφαρμόζουν επίσης ατομική φορολόγηση. Σε συνδυασμό με σύγχρονες πολιτικές παιδικής μέριμνας και γονικής άδειας, έχουν επιτύχει υψηλά ποσοστά γυναικείας απασχόλησης και οικονομικής ανεξαρτησίας.

Ηνωμένο Βασίλειο

Το Ηνωμένο Βασίλειο εγκατέλειψε τη φορολόγηση των έγγαμων ζευγαριών το 1990 και εισήγαγε την ατομική φορολόγηση. Η μεταρρύθμιση αντανακλούσε την ανάγκη αναγνώρισης της οικονομικής αυτοτέλειας κάθε συζύγου σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Ολλανδία

Η Ολλανδία εφαρμόζει κυρίως σύστημα ατομικής φορολόγησης, παρότι επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον επιμερισμό συγκεκριμένων εκπτώσεων ή περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των συζύγων. Το εισόδημα από εργασία παραμένει ατομικά φορολογούμενο, διατηρώντας ισχυρά κίνητρα συμμετοχής στην αγορά εργασίας.

Γερμανία

Η Γερμανία αποτελεί ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα κοινής φορολόγησης μέσω του μηχανισμού Ehegattensplitting (income splitting). Η πρακτική αυτή έχει δεχθεί σημαντική κριτική, επειδή μειώνει τα κίνητρα εργασίας για τον δεύτερο εισοδηματία της οικογένειας, ο οποίος είναι συχνά η γυναίκα. Πολλοί Ευρωπαίοι φορολογικοί αναλυτές θεωρούν τη γερμανική εμπειρία χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η κοινή φορολόγηση μπορεί να περιορίσει τη γυναικεία συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

* ΔιοικητικόςΣύμβουλος Επικεφαλής International Tax & Transfer Pricing Services KPMG Kύπρου