Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Jonathan Levin
Πώς πρέπει να αντιδράσουν οι κεντρικές τράπεζες στα σοκ της προσφοράς, όπως η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου εν μέσω του πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν; Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πίστευαν για καιρό ότι τέτοιες διαταραχές είναι εκ φύσεως εφήμερες. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η αύξηση των επιτοκίων για την αντιμετώπισή τους προκαλεί περισσότερο κακό παρά καλό· πλήττει την οικονομική ανάπτυξη και την αγορά εργασίας, ενώ θα αρκούσε απλώς να περιμένουμε την καταιγίδα να περάσει.
Ωστόσο, οι σημαντικότερες αρχές νομισματικής πολιτικής στον κόσμο εγκαταλείπουν τώρα αυτό το δόγμα δεκαετιών: μια επικίνδυνη αλλά απαραίτητη κίνηση στη σκιά μιας σύγκρουσης που “τραβάει” εδώ και έξι μήνες. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει διατηρήσει τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα για αρκετό καιρό, ώστε πλέον να επηρεάζουν τη ψυχολογία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ενώ ενδέχεται να καταστήσουν τον υπερβολικά υψηλό πληθωρισμό χρόνιο. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να ευχαριστήσουν τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ που τους έφερε σε αυτή τη δύσκολη θέση.
Το δόγμα του “look-through” [σσ. του “κοιτάμε πέρα από το σοκ”] βασιζόταν πάντα στην ιδέα ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό ήταν γενικά σταθερά εδραιωμένες – ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις πίστευαν ότι αυτές οι διαταραχές θα ήταν πράγματι παροδικές και ότι μπορούσαν να βασίζονται στις κεντρικές τράπεζες για να επαναφέρουν τον πληθωρισμό σε φυσιολογικά επίπεδα, αν χρειαστεί. Αυτή η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί από μια σειρά σοκ που έχουν συγχωνευθεί σε ένα παρατεταμένο πληθωριστικό επεισόδιο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος πλέον είναι η αδράνεια, ακόμη και αν η αυστηρότερη νομισματική πολιτική επιφέρει οικονομικές δυσκολίες μέσω ενός υψηλότερου κόστους δανεισμού και μιας ασθενέστερης ανάπτυξης.
Μετά την αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την περασμένη εβδομάδα, οι αγορές swap και futures υποδηλώνουν πλέον υψηλές πιθανότητες για αύξηση των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) την Τετάρτη, αύξηση από την Τράπεζα της Ιαπωνίας την Παρασκευή, καθώς και πιθανές κινήσεις τις επόμενες οκτώ εβδομάδες από την Τράπεζα της Αυστραλίας, την Τράπεζα του Καναδά και την Τράπεζα της Αγγλίας.
Το μακροοικονομικό πλαίσιο σε αυτές τις χώρες είναι πολύπλοκο και διαφέρει: η η ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι χώρες που επηρεάζονται πιο άμεσα από την άνοδο των τιμών της ενέργειας (εισάγουν το μεγαλύτερο μέρος των καυσίμων τους, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού αερίου που τροφοδοτεί τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία). Η Ιαπωνία, ένας άλλος μεγάλος εισαγωγέας ενέργειας, “ομαλοποιεί” τα επιτόκια από ένα εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο. Και οι ΗΠΑ, μεγάλος παραγωγός ενέργειας, διαθέτουν την ισχυρότερη οικονομία, καθιστώντας τα διλήμματα της αύξησης λιγότερο επώδυνα.

Μερικές από αυτές τις τράπεζες ίσως να είχαν αυξήσει τα επιτόκια ούτως ή άλλως, αλλά η ενεργειακή κρίση έδωσε το έναυσμα για να δράσουν τώρα με τρόπο συγχρονισμένο σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι αυξήσεις των επιτοκίων έχουν καταστεί όλο και πιο αναπόφευκτες, καθώς τα συμβόλαια του αργού πετρελαίου WTI επέστρεψαν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ εκτοξεύτηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάιο και το ντίζελ – το βασικό καύσιμο που τροφοδοτεί τα πάντα, από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τη θέρμανση των σπιτιών έως τα φορτηγά, τα τρακτέρ και τις ατμομηχανές – ξεπέρασε τα 6 δολάρια το γαλόνι για πρώτη φορά στην ιστορία.
Τι απέγινε, λοιπόν, η αρχή του “κοιτάμε πέρα από τα σοκ”;
Το επιχείρημα παλαιότερα ήταν ότι οι διαταραχές στην προσφορά τείνουν να προκαλούν άλματα στις τιμές, τα οποία στη συνέχεια δίνουν τη θέση τους σε επιστροφή προς τον μέσο όρο. Μια στρατιωτική σύγκρουση που ασκεί ανοδικές πιέσεις στο πετρέλαιο, μια επιδημία γρίπης των πτηνών που εκτοξεύει τις τιμές των αυγών, ένας παγετός που καταστρέφει μέρος της σοδειάς του καφέ – οι απότομες αυξήσεις στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων συχνά συνοδεύονται από εξίσου σημαντικές πτώσεις. Αποτελούν “εφάπαξ” επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά και οδηγούν σε μείωση των δαπανών για άλλα προϊόντα, μειώνοντας τελικά τον πληθωρισμό σε άλλα τμήματα του καταναλωτικού καλαθιού. Οι διαταραχές των τιμών μπορεί να είναι επώδυνες για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αλλά η δυσφορία που προκαλούν εκδηλώνεται συχνά ως επιβράδυνση της ανάπτυξης, παρά ως επίμονος πληθωρισμός.
Η Fed, υπό την ηγεσία του Άλαν Γκρίνσπαν, μείωσε τα επιτόκια στις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς ο Πόλεμος του Κόλπου προκάλεσε ραγδαία άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και αύξηση του πληθωρισμού. Η απόφασή του αυτή δικαιώθηκε όταν ο πληθωρισμός αποδείχθηκε βραχύβιος και η οικονομία αποδυναμώθηκε. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του πρώην προέδρου Μπεν Μπερνάνκι, ο οποίος διατήρησε τα επιτόκια σταθερά το 2011, ενώ οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονταν εν μέσω της Αραβικής Άνοιξης.
Μόλις πέρυσι υποστήριξα ότι η συναίνεση γύρω από το δόγμα του “look-through” ήταν τόσο ισχυρή και εφαρμόσιμη όσο ποτέ, προς το τέλος της προηγούμενης 12ήμερης στρατιωτικής εκστρατείας των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Το Στενό του Ορμούζ, η βασική ναυτιλιακή οδός για τα παγκόσμια πετρελαϊκά προϊόντα, παρέμεινε ανοιχτό, το WTI κορυφώθηκε γύρω στα 75 δολάρια το βαρέλι και ο πληθωρισμός αυξήθηκε ελαφρώς. Ωστόσο, έκτοτε έχω αλλάξει γνώμη. Δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι μπορούμε να βασιζόμαστε στην εμπιστοσύνη του κοινού ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει περιορισμένος, παρόλο που οι εξαιρετικά ατελείς έρευνες για τις προσδοκίες των νοικοκυριών σχετικά με τον πληθωρισμό δεν είναι χειρότερες σήμερα από ό,τι ήταν τότε.
Πρώτον, δεν πρόκειται για μεμονωμένο σοκ. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου, οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν απότομη άνοδο γύρω στον Αύγουστο του 1990, όταν ξέσπασε η σύγκρουση, και ο πληθωρισμός υποχώρησε λίγους μήνες αργότερα, καθώς η Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες αύξησαν την παραγωγή τους για να αντικαταστήσουν τις απώλειες από το Ιράκ και το Κουβέιτ. Η κρίση στη Λιβύη την Αραβική Άνοιξη το 2011 ήταν εξίσου βραχύβια. Αντίθετα, τα σημερινά νοικοκυριά έχουν βιώσει σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της Covid-19, της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, της αύξησης των τιμών σε πολλά προϊόντα πληροφορικής από την τεχνητή νοημοσύνη, ενάμιση χρόνο συνεχών διακυμάνσεων στους δασμολογικούς συντελεστές στις ΗΠΑ, τη στρατιωτική εκστρατεία του 2025 κατά του Ιράν – και τώρα αυτή του 2026, που έκλεισε το Στενό και συνεχίζεται εδώ και μισό χρόνο. Τα τρία τελευταία γεγονότα ήταν ρητές πολιτικές επιλογές του Λευκού Οίκου, και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Τραμπ θα σταματήσει να παίζει με τη φωτιά σύντομα. Κάτι τέτοιο είναι πολύ δυσκολότερο να αγνοηθεί.
Δεύτερον, οι περίοδοι ανάμεσα στα σοκ παρήγαγαν επίσης υψηλό πληθωρισμό. Στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, ο πληθωρισμός παραμένει σταθερά πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα εδώ και πεντέμισι χρόνια. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από αρκετό για να χάσους οι πολίτες την πίστη τους στις δεσμεύσεις των κεντρικών τραπεζών απέναντι στους στόχους τους.
Το 2023 και το 2024, μπορούσαμε τουλάχιστον να αντλούμε ελπίδα από το γεγονός ότι η πορεία του παγκόσμιου πληθωρισμού κατευθυνόταν κυρίως προς την υποχώρηση. Όταν αυτή η πρόοδος άρχισε να σταματά, υπήρχαν βάσιμοι λόγοι για να επιδείξουμε υπομονή. Όμως το 2026, δεν υπάρχει πλέον καμία δικαιολογία για να υιοθετήσουμε μια παθητική στάση απέναντι σε ένα φαινόμενο που μας ταλαιπωρεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αυτό που κάνουμε μέχρι τώρα δεν αποδίδει, και ο κόσμος αρχίζει να ξεχνά πώς ήταν να ζει κανείς σε μια οικονομία με σταθερές τιμές.
Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία πέρυσι, η εικόνα μιας παγκόσμιας αποπληθωριστικής πορείας ήταν ακόμη γενικά ενθαρρυντική, αλλά και προφανώς εύθραυστη. Αν είχαμε αποφύγει τα λάθη στην πολιτική, υπήρχε πραγματική πιθανότητα ο πληθωρισμός να είχε επιστρέψει σε κάτι που να μοιάζει με την παλιά κανονικότητα. Δυστυχώς, ο Λευκός Οίκος έδειξε αδιαφορία για τη μοναδικά εύθραυστη ψυχολογία μας όσον αφορά τον πληθωρισμό. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι η τυχαία πρόκληση οικονομικής επιβράδυνσης με υπερβολικά επιθετική νομισματική σύσφιξη· είναι η καθυστέρηση στη λήψη δράσης με βάση ένα παλιό δόγμα που δεν είχε προβλέψει ποτέ την εποχή του Ντόναλντ Τραμπ.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου