Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔιευκρινίσεις για έγγραφα της υπόθεσης των Κεντρικών Φυλακών που δεν έχουν παραδοθεί στην υπεράσπιση, καθώς η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι εμπίπτουν σε κατηγορίες διαβαθμισμένων ή απόρρητων εγγράφων για λόγους δημόσιου συμφέροντος και εθνικής ασφάλειας, δόθηκαν σήμερα ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, σε απάντηση ερωτημάτων που είχε θέσει το Δικαστήριο σε προηγούμενη δικάσιμο, προκειμένου αυτό να αποφασίσει κατά πόσο θα παραμείνουν εκτός του μαρτυρικού υλικού.
Κατά τη σημερινή διαδικασία, ο δικηγόρος της Άννας Αριστοτέλους, Χρίστος Τριανταφυλλίδης, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε πως ο δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, Βασίλης Μπίσσας, ο οποίος πρόσφατα ανέλαβε, μαζί με τη δικηγόρο της Δημοκρατίας, Θεοδώρα Παπακυριακού, τον χειρισμό της υπόθεσης, διατηρεί πολύ στενές σχέσεις με τον σύζυγο μιας εκ των κατηγορουμένων, επισημαίνοντας ότι κάτι τέτοιο παραβιάζει τους περί δεοντολογίας των δικηγόρων κανονισμούς.
Ο κ. Τριανταφυλλίδης ζήτησε από το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα και να καλέσει τον κ. Μπίσσα να τοποθετηθεί, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον υπάρχει τέτοια σχέση, επηρεάζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. «Αυτό δημιουργεί κατάχρηση της διαδικασίας από τη Νομική Υπηρεσία», πρόσθεσε. Ακόμη, αναφέρθηκε σε προηγούμενη επικοινωνία του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής με το συγκεκριμένο πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της κατηγορούμενης.
Απαντώντας, ο κ. Μπίσσας ανέφερε ότι η σχέση του με το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν γνωστή στη Νομική Υπηρεσία, η οποία, όπως είπε, του είχε δώσει το πράσινο φως να χειριστεί την υπόθεση, χωρίς να θεωρεί ότι υπήρχε σχετικό ζήτημα. «Δεν υπάρχει κάποια ενέργεια δική μου χωρίς να είναι ενήμερη η Νομική Υπηρεσία», συμπλήρωσε, προσθέτοντας ότι δεν ενστερνίζεται την αναφορά της υπεράσπισης περί «πολύ στενών σχέσεων».
Όπως εξήγησε, ο ίδιος επικοινώνησε εκ των προτέρων με το εν λόγω πρόσωπο για να το ενημερώσει ότι θα χειριζόταν την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να μην προκύψει αιφνιδιασμός κατά τη δικάσιμο. Σημείωσε, παράλληλα, ότι ουδέποτε επικοινώνησε με οποιονδήποτε κατηγορούμενο για σκοπούς της διαδικασίας, αλλά μόνο με τους δικηγόρους τους.
Το Δικαστήριο ανέφερε ότι όσα τέθηκαν από τον κ. Τριανταφυλλίδη αποτελούν δική του εκτίμηση και ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του απόφαση αρμόδιου οργάνου που να διαπιστώνει παραβίαση δεοντολογικών αρχών. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει πειθαρχικά τέτοιο ζήτημα και ότι, με βάση όσα αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει θέμα που να απαιτεί δικαστική κρίση.
Σε ό,τι αφορά τα έγγραφα της υπόθεσης, η κ. Παπακυριακού ανέφερε ότι, μετά τα ερωτήματα που είχε θέσει το Δικαστήριο σε προηγούμενη δικάσιμο, έγινε έλεγχος των σχετικών εγγράφων και έδωσε τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, μεταξύ άλλων σε σχέση με την αρίθμηση ορισμένων εγγράφων.
Διευκρίνιση δόθηκε και για έγγραφο το οποίο, σύμφωνα με το Δικαστήριο, εμφανιζόταν ως κενή σελίδα. Η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι πρόκειται για χάρτη των Κεντρικών Φυλακών και παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του εγγράφου σε ευκρινέστερη μορφή.
Ο κ. Τριανταφυλλίδης υπέβαλε ένσταση, λέγοντας ότι, όταν η υπεράσπιση είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να εξετάσει τα έγγραφα μετά την επίκληση ζητήματος εμπιστευτικότητας από την Κατηγορούσα Αρχή, αναφερόταν στο συγκεκριμένο έγγραφο, για το οποίο το Δικαστήριο ζήτησε διευκρίνιση. Υποστήριξε ότι σήμερα παρουσιάστηκε άλλο έγγραφο και διερωτήθηκε πώς μπορεί η υπεράσπιση να γνωρίζει ότι πρόκειται για το ίδιο.
Με την ένσταση του κ. Τριανταφυλλίδη συμφώνησε και η δεύτερη κατηγορούμενη, Αθηνά Δημητρίου, η οποία εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο λόγος που ενίσταται η υπεράσπιση δεν έχει βάση», σημειώνοντας ότι ζητήματα που αφορούν το περιεχόμενο του εγγράφου μπορούν να τεθούν κατά την κύρια διαδικασία.
Ακόμη, επιφυλάχθηκε να εκδώσει την ενδιάμεση απόφασή του στις 22 Σεπτεμβρίου, οπότε θα κρίνει κατά πόσο τα επίδικα έγγραφα που δεν έχουν παραδοθεί στην υπεράσπιση θα παραμείνουν εκτός του μαρτυρικού υλικού.
Υπενθυμίζεται ότι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση είναι η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, η πρώην Υποδιευθύντρια, Αθηνά Δημητρίου, πέντε μέλη του σωφρονιστικού ιδρύματος και ένα πρώην μέλος, νυν αστυνομικός.
Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εννέα κοινές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή κρατικής περιουσίας, ήτοι 48.432 εγγράφων, 370 αρχιτεκτονικών σχεδίων των Κεντρικών Φυλακών και 431 αντικειμένων με ψηφιακά δεδομένα.
Επιπλέον, στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται κατηγορίες που αφορούν κατάχρηση εξουσίας σε σχέση με τη μεταφορά εγγράφων, σχεδίων και ψηφιακών δεδομένων εκτός Φυλακών και συγκεκριμένα στην οικία του αρχιδεσμοφύλακα. Σημειώνεται ότι η Άννα Αριστοτέλους αντιμετωπίζει μία επιπλέον κατηγορία, καθώς, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ενώ κατείχε τη θέση της Διευθύντριας φέρεται να επέτρεψε τη διαρροή διαβαθμισμένων εγγράφων.
ΚΥΠΕ