Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μετά το φιάσκο που προκλήθηκε με τη δημοσιοποίηση από τη Βουλή προσωπικών δεδομένων που δεν έπρεπε να αναρτηθούν στις δηλώσεις για το «Πόθεν Έσχες», έρχεται να προστεθεί και μια άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τις αλλαγές που αποφασίστηκαν βάσει της νέας νομοθεσίας και η οποία -έστω και ακούσια- μπορεί να παραπληροφορεί.

Εάν κάποιος μελετήσει τα «Πόθεν Έσχες», θα διαπιστώσει πως, στο τέλος της κατάστασης ενεργητικού και παθητικού, υπάρχει ο υπολογισμός της «καθαρής περιουσίας». Ωστόσο, όπως διαφαίνεται, αυτός ο υπολογισμός παραβλέπει μια σημαντική παράμετρο, η οποία μπορεί να μεταβάλει σε πολύ μεγάλο βαθμό την εικόνα της περιουσίας που κατέχει ένα πρόσωπο.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας παρουσιάζεται σε τιμές κόστους. Εν αντιθέσει, στις προηγούμενες δηλώσεις αναγραφόταν και η τρέχουσα τιμή, δηλαδή η αξία τόσο κατά το χρόνο απόκτησης όσο και σε τρέχουσα αξία.

Τι σημαίνει με απλά λόγια

Αυτό σημαίνει ότι στις δηλώσεις δεν αναγράφεται η σημερινή αξία των περιουσιακών στοιχείων των βουλευτών, όπως για παράδειγμα των ακινήτων, αλλά το κόστος απόκτησής τους, όταν και εφόσον υπήρξε αγορά.
Γι’ αυτό εξάλλου, εάν μελετηθεί το «Πόθεν Έσχες» του ίδιου προσώπου το 2024, σε σχέση με αυτό του 2026, ενδεχομένως να προκύψει και σύγχυση. Και αυτό επειδή, με το προηγούμενο καθεστώς, για τα ακίνητα αναγράφονταν τόσο η αξία κατά τον χρόνο απόκτησης όσο και η τρέχουσα αξία τους, ενώ με το νέο καθεστώς η κατάσταση παρουσιάζεται σε τιμές κόστους.

Με απλά λόγια, με βάση τις σημερινές δηλώσεις προκύπτει ένα παράδοξο, το οποίο δεν δίνει την πραγματική εικόνα της περιουσίας -σε σημερινές αξίες- που έχουν στην κατοχή τους τα πρόσωπα που υποχρεούνται βάσει νόμου να υποβάλλουν «Πόθεν Έσχες».


Αυτό φυσικά δεν είναι παράνομο, άρα τα πρόσωπα που δηλώνουν με αυτόν τον τρόπο την περιουσία τους δεν παρανομούν, αφού αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Μάλιστα, η αλλαγή αυτή μπορεί να αιτιολογηθεί από τη φιλοσοφία του «Πόθεν Έσχες», αφού ένας από τους βασικούς σκοπούς του δεν είναι απλώς να διαφανεί η σημερινή αξία της περιουσίας ενός προσώπου, αλλά το πώς και πότε την απέκτησε, καθώς και κατά πόσο δικαιολογούνται οι μεταβολές στην περιουσιακή του κατάσταση. Ωστόσο, από τη στιγμή που στις δηλώσεις χρησιμοποιείται ο όρος «καθαρή περιουσία», χωρίς να διευκρινίζεται στον ίδιο τον χαρακτηρισμό ότι πρόκειται για αξίες κόστους, τότε προκύπτουν και σύγχυση και εσφαλμένες διαπιστώσεις. 

Μπορεί πολλαπλάσια η διαφορά

Αυτός ο διαφορετικός τρόπος υπολογισμού, δηλαδή με τιμές κόστους αντί με τρέχουσες αξίες, έχει ως αποτέλεσμα η απόκλιση να μπορεί να φτάνει σε κάποιες περιπτώσεις τις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Ουσιαστικά, με τη νέα νομοθεσία τα ακίνητα υπολογίζονται με βάση το ιστορικό κόστος απόκτησης ή ανέγερσης και όχι με τη σημερινή εμπορική τους αξία, ενώ οικόπεδα ή χωράφια που αποκτήθηκαν με δωρεά εμφανίζονται με μηδενική αξία.

Ένα απλό παράδειγμα

Ένας βουλευτής αγόρασε ακίνητο το 2010 έναντι €100.000, ποσό που θεωρείται η τιμή κόστους που θα καταγραφεί στο «Πόθεν Έσχες». Το ίδιο ακίνητο σήμερα, με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς αξίζει €600.000.
Ο ίδιος βουλευτής έχει ανεξόφλητο δάνειο €100.000 στην τράπεζα και καταθέσεις άλλες €100.000.
Η καθαρή περιουσία του, με βάση τα πιο πάνω, είναι €600.000. Ωστόσο, στο «Πόθεν Έσχες» αυτή η καθαρή περιουσία θα εμφανίζεται στις €100.000, αφού το ακίνητο υπολογίζεται με βάση το κόστος αγοράς του. Δηλαδή, με μια απόκλιση €500.000.

Αυτό το παράδειγμα είναι ενδεικτικό της διαφοράς που μπορεί να προκύψει, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ακινήτων τα οποία αποκτήθηκαν πριν από πολλά χρόνια και των οποίων η σημερινή αγοραία αξία έχει αυξηθεί δραματικά.
Εν αντιθέσει, το ίδιο ισχύει αλλά αντίστροφα για περιουσιακά στοιχεία που χάνουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου, όπως για παράδειγμα τα αυτοκίνητα. Ένα όχημα που αγοράστηκε έναντι €50.000 και σήμερα αξίζει €15.000 μπορεί να εξακολουθεί να εμφανίζεται με το αρχικό κόστος αγοράς, παρουσιάζοντας έτσι μεγαλύτερη αξία από τη σημερινή πραγματική του αξία.

Οι δωρεές εκτοξεύουν τη διαφορά

Ταυτόχρονα με τα πιο πάνω, όμως, υπάρχει και μια άλλη σημαντική παράμετρος, η οποία μπορεί να δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ της καθαρής περιουσίας που αναγράφεται στις δηλώσεις και της πραγματικής της αξίας.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για τις περιπτώσεις ακινήτων που αποκτήθηκαν μέσω δωρεάς.

Και αυτό επειδή όταν ένα ακίνητο αποκτάται μέσω δωρεάς, δεν υπάρχει τίμημα αγοράς από το πρόσωπο που το αποκτά. Μάλιστα, σε δημοσιευμένες δηλώσεις με το νέο «Πόθεν Έσχες» υπάρχουν περιπτώσεις ακινήτων που αποκτήθηκαν μέσω δωρεάς και για τα οποία στη στήλη «κόστος/ποσό» καταγράφονται μηδενικά ή ακόμη και συμβολικά ποσά, όπως €1.
Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν έχουν αξία, αλλά ότι δεν πρόκειται να υπολογιστούν ποτέ στην καθαρή περιουσία του ατόμου.


Για παράδειγμα, ένα ακίνητο που αποκτήθηκε μέσω δωρεάς και σήμερα αξίζει €500.000 εμφανίζεται με μηδενικό ποσό στο «Πόθεν Έσχες». Αξία η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του αξία.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό, πως εάν ένα πρόσωπο διαθέτει περισσότερα τέτοια ακίνητα, τότε η διαφορά μπορεί να είναι τεράστια. Ουσιαστικά, δεν αποκλείεται κάποιος να εμφανίζει στις δηλώσεις κάποια καθαρή περιουσία, ενώ η πραγματική καθαρή περιουσία του σε σημερινές αγοραίες αξίες να είναι πολλαπλάσια.

Νόμιμο αλλά προκαλεί σύγχυση

Όπως αναδεικνύεται, ουδεμία παρανομία προκύπτει αφού αυτό ορίζει η νέα νομοθεσία, εντούτοις, προκύπτει ένα ιδιαίτερο ζήτημα σχετικά με την εικόνα που παρουσιάζεται στον πολίτη και κατά πόσον αυτή ανταποκρίνεται σε αυτό που μπορεί να αντιληφθεί το μέσο άτομο ως καθαρή περιουσία.


Ουσιαστικά, αυτό που θα μπορούσε να εξεταστεί, αν δεν γίνει αλλαγή ώστε να αναγράφεται και η τρέχουσα αξία της περιουσίας, είναι να αλλάξει ο χαρακτηρισμός «καθαρή περιουσία» ώστε να μη δημιουργούνται εντυπώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως ακόμη και οι τράπεζες όταν θέλουν να έχουν σωστό υπολογισμό για την οικονομική κατάσταση και την καθαρή περιουσία ενός δανειολήπτη, λαμβάνουν υπόψη, όπως είναι λογικό και τις εκτιμώμενες αξίες των ακινήτων.